Σαν ένα κρυστάλλινο δάκρυ που δεν πρόλαβε να στάξει, κι έμεινε εγκλωβισμένο και λαμπερό στο βλέφαρο της ξηράς, κάπως έτσι η Καστοριά, αγγίζει με χάρη τα νερά της λίμνης Ορεστιάδας, και στέκεται αρχοντική και περήφανη πάνω στο υγρό της μάγουλο.

Μια μικρή χερσόνησος περιτριγυρισμένη από νερό, πάπιες, χήνες, κύκνους, ερωδιούς και υπέροχη ορεινή βλάστηση με πλατάνια, καστανιές, ιτιές, λεύκες. Κι από πάνω τα σπίτια και τα παλιά αρχοντικά με τις κεραμοσκεπές να αγναντεύουν το υπέροχο τοπίο.

Η αφορμή για να επισκεφθούμε την Καστοριά, αρχές Ιανουαρίου του 2018, ήταν τα ξακουστά – μόνο εγώ δεν τα ήξερα – Ραγκουτσάρια. Το έθιμο, είναι ο προάγγελος του καρναβαλιού, αφού για τρεις μέρες, στις 6, στις 7 και στις 8 Γενάρη, οι ντόπιοι και οι επισκέπτες της πόλης, μασκαρεύονται, χορεύουν, γλεντούν και παρελαύνουν στους δρόμους και τα σοκάκια, διώχνοντας έτσι, τα κακά πνεύματα.

 

Αφού λοιπόν, ενημερωθήκαμε για το ενδιαφέρον έθιμο, φτάσαμε στην πόλη μαζί με λίγες απ’ τις Αλκυονίδες μέρες, και εγκατασταθήκαμε σε ένα πανέμορφο Αρχοντικό πάνω από την πλατεία Ντολτσό. Από τις πρώτες βόλτες που κάναμε ήταν ο γύρος της λίμνης. Δεν γίνεται να φτάσεις στην πόλη και να αγνοήσεις τη λίμνη. Σε τραβάει σαν μαγνήτης και η ομορφιά της δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια. Ο παραλίμνιος, είναι μια διαδρομή που αξίζει να περπατήσει κανείς. Ξεκινώντας από το Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς (Αρχοντικό Νεράντζη Αϊβάζη) και καταλήγοντας στον Ναυτικό όμιλο, περπατήσαμε προσεχτικά κάτω από τα δέντρα χαζεύοντας τις μαγικές αντανακλάσεις στα νερά και την πανέμορφη και ενδιαφέρουσα χλωρίδα και πανίδα.

Μας πήρε περίπου 80 λεπτά κανονικού περπατήματος και στο τέλος της διαδρομής, κάναμε μια στάση για καφεδάκι και γλυκάκι – να πάρουμε λίγη ενέργεια βρε παιδιά! – με όλη τη λίμνη στο πιάτο! Η επιστροφή μας δεν ήταν τόσο κοπιαστική, αφού μπήκαμε από τον εσωτερικό δρόμο και σε 13 μόλις λεπτά βρεθήκαμε ακριβώς εκεί που ξεκινήσαμε, στο Λαογραφικό Μουσείο.

Η νύχτα ήρθε και μαζί της έφερε παγωνιά. Ανακτήσαμε δυνάμεις με ένα ζεστό μπάνιο, βάλαμε σκουφιά, κασκόλ και γάντια και χωθήκαμε γρήγορα σε ένα γραφικό ταβερνάκι της πλατείας στο Ντολτσό για να γευτούμε τις παραδοσιακές γεύσεις της περιοχής. Μελωμένους σαρμάδες, που μου θύμισαν τους λαχταριστούς λαχανοντολμάδες της μαμάς μου, γεμιστές πιπεριές φλωρίνης, χωριάτικα λουκάνικα, μανιτάρια ψητά, πικάντικες σαλάτες και κρασάκι κόκκινο ευκολόπιοτο! Στο τέλος της βραδιάς, πήραμε την πρώτη γεύση από τα «χάλκινα» που θα πρωταγωνιστούσαν το επόμενο τριήμερο στην πόλη. Μια μικρή κομπανία μουσικών μπήκε στο ταβερνάκι και μας ξεσήκωσε με τα κλαρίνα και τα τύμπανα.

 

Την επόμενη μέρα, ανήμερα των Θεοφανείων, μετά τον Αγιασμό των Υδάτων, με τον ήλιο υπέρλαμπρο, ξεχύθηκαν στους δρόμους τα μπουλούκια, μασκαρεμένες παρέες νέων κάθε ηλικίας, από τριών έως ενενήντα τριών ετών, το καθένα μαζί με την ορχήστρα του. Οι οργανοπαίχτες προέρχονται από τις γύρω περιοχές της Μακεδονίας και της Βαλκανικής και συνήθως το κάθε μπουλούκι «νοικιάζει» τη δική του ορχήστρα για το τριήμερο, εκτός και αν έχει στους κόλπους του μουσικούς. Όλοι μαζί, τριγυρίζουν στους δρόμους γύρω από την οδό Μητροπόλεως και την πλατεία Ομόνοιας, όπου πραγματοποιούνται επίσης συναυλίες και παραστάσεις με παραδοσιακούς χορούς. Εντυπωσιαστήκαμε από κάποιες συντροφιές που ανάμεσα στους οργανοπαίχτες υπήρχαν παιδάκια προσχολικής ηλικίας και παππούδες πολύ ηλικιωμένοι που έπαιζαν … τρομπέτα!

Όσο άντεχαν τα αυτάκια μας, ακολουθούσαμε κι εμείς όποιο μπουλούκι μας τραβούσε την προσοχή, χορεύαμε και τραγουδούσαμε μαζί τους. Όποτε θέλαμε λίγη ηρεμία, κατεβαίναμε στην Μεγάλου Αλεξάνδρου και περπατούσαμε στην προκυμαία, πίναμε καφεδάκια, ταΐζαμε τους κύκνους και απολαμβάναμε τα ονειρεμένα δειλινά της πόλης. Ή περνούσαμε στην άλλη μεριά της λίμνης, προς το λιμάνι, και αγναντεύαμε τις απέναντι όχθες και την πόλη φωτισμένη. Από όποια πλευρά της Ορεστιάδας κι αν βρεθήκαμε δεν χορταίναμε να θαυμάζουμε αυτήν την πόλη στολίδι, την τόσο ρομαντική, που σε κλείνει μέσα στην θαλπωρή της αγκαλιάς της και σου αιχμαλωτίζει την καρδιά!

Η τελευταία μέρα του εθίμου, είναι αυτή της παρέλασης των μασκαρεμένων ομάδων. Ξανά μουσικές, ξανά χορός, ξανά κέφι, ξανά μεζεδάκια και κρασάκι έξω στους δρόμους. Γνωριστήκαμε με τους φιλόξενους ντόπιους που μας προσκάλεσαν στο μπουλούκι τους, μας δάνεισαν αξεσουάρ και γίναμε κι εμείς για λίγο τρελοπειρατές πειραχτήριδες!

Και το τριήμερο τελείωσε για μας, το απόγευμα της 8ης Ιανουαρίου, με τον πιο γευστικό τρόπο! Πήραμε την απόφαση και επισκεφθήκαμε το πιο γνωστό ταβερνάκι της Καστοριάς, φοβούμενοι αρχικά μήπως απογοητευτούμε από άλλο ένα τουριστικό δήθεν μέρος. Για καλή μας τύχη, απολαύσαμε ένα δείπνο αξέχαστο, στο «Στέκι της παρέας«, στην οδό Υπολοχαγού Διάκου 10, όπου η εξυπηρέτηση ήταν άψογη και τα φαγητά λουκούμι! Ένα θα σας πω: ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας αγοράζει κάθε χρόνο τις πατάτες του ίδιου παραγωγού, και εννοώ ότι αγοράζει όσες πατάτες βγάζουν τα χωράφια του. Το ξέρω, γιατί ήταν οι πιο νόστιμες τηγανιτές πατάτες που έχω ποτέ δοκιμάσει και φυσικά ρώτησα τον ευγενέστατο κύριο που μας εξυπηρετούσε.

 

Κάπως έτσι, με ικανοποιημένες όλες μας τις αισθήσεις, βιώσαμε τα Ραγκουτσάρια και την φίνα γοητεία της Καστοριάς. Τις πρωινές ώρες ξεκλέβαμε λίγο χρόνο για να επισκεφθούμε το χιονοδρομικό κέντρο του Πισοδερίου που υπεραγαπώ και τις νεραϊδοαγγιγμένες Πρέσπες που κάθε φορά που τις αντικρύζω τα συναισθήματά μου θολώνουν τα μάτια μου. Γι’ αυτές τις βόλτες, όμως, θα τα πούμε μια άλλη φορά. Τώρα, μια και πλησιάζουν οι Απόκριες, θα σας αφήσω με αυτήν την ατμόσφαιρα της χαράς, του ξεφαντώματος, της τρέλας, της παρέας και της ξεγνοιασιάς και θα σας στείλω μια τεράστια αγκαλιά, και τις ευχές μου και να γλεντάμε τη ζωή μας όσο αντέχουμε.

Να είστε όλοι καλά,

σας φιλώ γλυκά,

Άννα.

Φωτογραφία 4: Από ANDIECO – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CCBY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=78699938

Φωτογραφία 2: Από NekF – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CCBY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=78740742

 


Σχολιάστε