Κάποτε, στα παλιά, στα πολύ παλιά χρόνια, όταν κάποιος έφτυνε μετά την μετάληψη, τον απαγχόνιζαν! Κάτι τέτοιο πίστεψα πως θα μου συμβεί κι εμένα, πριν έξι χρόνια στη Σεβίλλη!

Παραμονή Χριστουγέννων στη Σεβίλλη, λοιπόν, και αφού δειπνήσαμε σε ένα πολύ συμπαθητικό κινέζικο εστιατόριο, όπως όλοι οι Χριστιανοί, αποφασίσαμε κι εμείς να παρακολουθήσουμε την λειτουργία της Παραμονής την Χριστουγέννων, που ξεκινούσε στις έντεκα το βράδυ, στον Καθεδρικό Ναό της πόλης.

Για να καταλάβετε τα όσα ακολούθησαν, θα πρέπει να σας δώσω κάποιες βασικές πληροφορίες. Καταρχήν, το θρήσκευμά μου, είναι Χριστιανή Ορθόδοξη, και παρότι πιστεύω στον Θεό με τον τρόπο μου, δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με την εκκλησία. Προτιμώ να προσεύχομαι ιδιωτικά ή σε μικρά ήσυχα ξωκλήσια. Οι Καθολικοί ναοί, όμως, έχουν κατά την γνώμη μου, μία ξεχωριστή κατανυκτική ατμόσφαιρα, και πολλές φορές, μπαίνω σ’ αυτούς που βρίσκονται σε μέρη που επισκέπτομαι, προσεύχομαι και γαληνεύω.

Όσον αφορά τώρα, τον Καθεδρικό ναό της Σεβίλλης (Καθεδρικός της Παναγίας της Επισκοπής, Catedral de Santa María de la Sede), πρέπει να σας πω ότι είναι τεράστιος! Είναι ο μεγαλύτερος γοτθικός καθεδρικός στον κόσμο, και η συνολική έκταση του κτίσματος είναι 11.520 τετραγωνικά μέτρα! Παρακαλώ, φανταστείτε το μέγεθος και ξεκινάμε.

Η καμπάνα του ναού χτυπάει στις έντεκα ακριβώς και οι πιστοί, μαζί κι εμείς, φορώντας τα καλά μας ρούχα, παλτό και γόβες εγώ, σακάκι και γραβάτα ο Παναγιώτης, κατευθυνόμαστε στην είσοδο του Καθεδρικού, της Καθολικής εκκλησίας της Σεβίλλης. Μπαίνουμε μέσα όλοι μαζί, όμως στο εσωτερικό του ναού, αφού έχουμε περπατήσει γύρω στα 100 μέτρα, υπάρχουν σεκιούριτι και προστατευτικές ταινίες που εμποδίζουν την είσοδο, αν δεν προτίθεσαι να παρακολουθήσεις την λειτουργία. Δηλώνοντας, λοιπόν, ότι ήρθαμε γι’ αυτό, περάσαμε ένας-ένας από τον έλεγχο και καταλήξαμε στο κυρίως μέρος του ναού. Όλα ήταν πανέμορφα! Η εκκλησία υπέροχη, η λειτουργία κατανυκτική, η χορωδία και η μουσική μέσα στο γιορτινό κλίμα, και φυσικά οι … «Καρδινάλιοι» υπέρλαμπροι! (Φυσικά δεν έχω ιδέα αν ήταν Καρδινάλιοι, απλώς μου αρέσει να τους λέω έτσι!) Φορούσαν εξαιρετικά μεταξωτά μωβ-φούξια άμφια, χρυσούς σταυρούς, κοσμήματα και διάφορα σιρίτια μέσα στην πολυτέλεια!

Τελειώνει η λειτουργία, ο κόσμος αγκαλιάζει και φιλάει ο καθένας τον διπλανό του, όπως συνηθίζουν οι Καθολικοί – αυτό το είχαμε δει και σε άλλη λειτουργία, στην πανέμορφη Αγία Άννα της Τριάνα – και στη συνέχεια, οι «Καρδινάλιοι», βγαίνουν απ’ το χρυσοποίκιλτο ιερό, κατεβαίνουν με χάρη τα σκαλιά, κρατώντας στο ένα χέρι το δισκοπότηρο με την όστια, και στο άλλο τα άμφια, για να μην τα πατήσουν, και παίρνουν θέση, περιμετρικά του ιερού, για να μεταλάβουν τον κόσμο. Οι πιστοί, σχηματίζουν πέντε ουρές μπροστά από κάθε ιερέα, και ξεκινάει η μετάληψη. Κάπου εκεί μου έρχεται κι εμένα η παρόρμηση! «Αχ, θέλω κι εγώ να κοινωνήσω!» «Ε, κοινώνησε λοιπόν», μου απαντάει φυσικότατα ο Παναγιώτης. «Μα αφού είμαι Ορθόδοξη, δεν ξέρω αν κάνει!» «Γιατί να μην κάνει; Χριστιανή είσαι κι εσύ. Αν αισθάνεσαι ότι θέλεις να κοινωνήσεις, κάν’ το!» Και κάπως έτσι, αρκετά αγχωμένη ομολογουμένως, αλλά και επηρεασμένη από το Χριστουγεννιάτικο κλίμα, παίρνω την απόφαση και στήνομαι στην ουρά.

Πριν έρθει η σειρά μου, παρατηρώ τους μπροστινούς. Φτάνοντας στον ιερέα, είτε ανοίγουν το στόμα και εκείνος τους τοποθετεί στη γλώσσα την όστια, είτε δένουν ευλαβικά τα χέρια και ο ιερέας την τοποθετεί εκεί, κι εκείνοι έπειτα την βάζουν στο στόμα τους. Εγώ επιλέγω τον δεύτερο τρόπο, κι εκεί ξεκινάει το κακό! Ανοίγω τα χέρια μου, παίρνω την όστια και κάνω να φύγω, όπως όλοι πριν από εμένα. Ο ιερές ξαφνικά, με πλησιάζει και κάτι μου λέει στα ισπανικά. Ευτυχώς, χειρονομεί κιόλας, κι έτσι καταλαβαίνω ότι πρέπει να φάω την όστια μπροστά του. Την βάζω στο στόμα μου, που έχει στεγνώσει από το άγχος και ο καλός παπάς ηρεμεί. Δεν ηρεμώ εγώ όμως, αφού η όστια κολλάει στον ουρανίσκο μου με μια αποφασιστικότητα αξιοθαύμαστη, και δεν λέει να ξεκολλήσει! Προσπαθώ να μιλήσω στον Παναγιώτη, αλλά με πιάνει βήχας! Βήχω, ξαναβήχω, προσπαθώ να καταπιώ, αλλά μάταια! Η όστια βρίσκεται ακόμη γαντζωμένη στον φτωχό μου ουρανίσκο.

Ο Παναγιώτης λέει να φύγουμε και συμφωνώ με νοήματα.

Προπορεύεται και μπερδεύεται ανάμεσα στο πλήθος που φεύγει, αφού περνάει από τους σεκιούριτι. Εγώ κάπως, δεν ξέρω πώς, καθυστερώ. Λίγο βήχοντας, λίγο κουμπώνοντας το παλτό μου, μένω πίσω, χάνοντας από τα μάτια μου τον συνοδό μου. Αφού κάπως ηρεμώ, ξεκινώ για την έξοδο. Όπως περπατάω προς τα έξω, ακούω πίσω μου φωνές. Στρέφομαι και αντικρύζω τον «Καρδινάλιο», που έχει αφήσει τους πιστούς του, που περιμένουν να κοινωνήσουν, σύξυλους, έχει πιάσει το άμφιο σφιχτά και με πανικόβλητο ύφος, τρέχει προς το μέρος μου φωνάζοντας ακατάληπτα στα ισπανικά. Ωχ μανούλα μου, σκέφτομαι, με πιάσανε! Τρομοκρατούμαι άμεσα και αναζητώ γύρω μου τον Παναγιώτη. Δεν τον βλέπω πουθενά και στο επόμενο λεπτό, ο «Καρδινάλιος» είναι δίπλα μου και μου μιλάει στρεσαρισμένος, με λόγια βαρυσήμαντα που δεν καταλαβαίνω! Προσπαθώ να του πω ότι δεν καταλαβαίνω, αλλά δεν καταλαβαίνει! Με ρωτάει αν είμαι «Ιταλιάνο»? κι εγώ του λέω «Γκρικ», αλλά αυτός εξακολουθεί να μου μιλάει στα ισπανικά. Έχει γουρλώσει τα μάτια του και τονίζει τις λέξεις, παρότι μιλάει χαμηλόφωνα. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα στολίζουν το μέτωπό μου και η καρδιά μου χτυπάει ξέφρενα, όταν επιτέλους με πλησιάζει απ’ τ’ αριστερά μία Χριστιανή που μιλάει αγγλικά κι απ’ τα δεξιά ο Παναγιώτης! Η μεν κυρία προτίθεται να μου μεταφράσει αυτά που λέει ο Καρδινάλιος, ο δε σύζυγος με βομβαρδίζει με ερωτήσεις του τύπου «τί συμβαίνει, γιατί δεν βγήκες έξω;;;»

«Μα και να ήθελα να βγω, μπορούσα;;;!!!«

Τελικά ο φουλ αναστατωμένος ιερέας μας εξηγεί ότι εφόσον κοινωνήσει κανείς, πρέπει να μείνει στην εκκλησία για να παρακολουθήσει το τελευταίο πεντάλεπτο της λειτουργίας, γιατί είναι κακό για την ψυχή του να φύγει, και μπορεί να του συμβούν άσχημα πράγματα, ακόμη και να πεθάνει! Χλωμή και καταρρακωμένη, επιστρέφω στο κάθισμά μου και παρακολουθώ την υπόλοιπη λειτουργία που ξεκινάει μόλις ολοκληρωθεί η θεία κοινωνία. Δέκα λεπτά μετά, βρίσκομαι έξω από το ναό και κατευθύνομαι προς το σπίτι.

Ο ύπνος μου είναι ταραγμένος και τα όνειρά μου είναι γεμάτα με βιβλικές καταστροφές που με οδηγούν στο χείλος της αβύσσου! Για δύο μέρες δεν κοιμάμαι καλά και φοβάμαι πως από λεπτό σε λεπτό κάτι άσχημο θα μου συμβεί. Ευτυχώς, ένα απόγευμα, καθώς πίνουμε τον καφέ μας, εξομολογούμαι στον Παναγιώτη τις φοβίες μου. «Μα γιατί έχεις αγχωθεί;» με ρωτάει με γνήσια απορία. «Μα δεν άκουσες τί είπε ο παπάς; ότι μπορεί να μου συμβεί κάτι κακό ή να πεθάνω!» Σ’ αυτό το σημείο, ο σύντροφος της ζωής μου αρχίζει να γελάει τρανταχτά. «Τί συμβαίνει, γιατί γελάς;;;»

«Βρε χαζούλα, δεν κατάλαβες καλά. Δεν είπε πως θα πεθάνεις, είπε πως δεν είναι καλό να φύγεις, αλλά δεν θα πάθεις και κανένα κακό, ούτε θα πεθάνεις

Και κάπως έτσι αγαπημένοι μου φίλοι, κατάφερα να διώξω από πάνω μου την «κατάρα» που νόμιζα ότι με καταδιώκει και να συνεχίσω αμέριμνη τις διακοπές μου.

Από του Χάρου τα δόντια γλύτωσα, δεν συμφωνείτε;;;


Σχολιάστε