Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νησάκι αρκετά μικρό, ζούσε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Αννούλα. Η Αννούλα, όταν μεγάλωσε και έφυγε για τη μεγάλη πόλη, συνάντησε για καλή της τύχη τον πρίγκιπα, που την πήρε από το χέρι και ξεκίνησε να της δείχνει τον κόσμο. Την γύρισε από δω, την πήγε από κει, διέσχισαν μαζί πόλεις και χωριά, άλλαξαν ηπείρους και πέταξαν πάνω από ωκεανούς.

Η Αννούλα που δεν είχε αρκετές γνώσεις ούτε γεωγραφίας, ούτε ιστορίας, άρχισε να μαθαίνει πράματα και θάματα και να ενθουσιάζεται. Κάθε τι γι’ αυτήν ήταν καινούριο και αξιοπερίεργο. Ώσπου μια μέρα συνειδητοποίησε ότι ζούσε σε ένα παραμύθι!

Αφορμή για τη συνειδητοποίηση αυτή, ήταν ένας νάνος. Ένας απίθανος νάνος που εμφανίστηκε μπροστά της ξαφνικά, χωρίς εκείνη να έχει την παραμικρή ιδέα για την παρουσία του. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήδη, κάτι είχε ψυλλιαστεί η Αννούλα, που, όπως είπαμε, δεν είχε αρκετές γνώσεις, αλλά δεν ήταν και χαζή. Έβλεπε από μέρες όλα τα σπιτάκια να είναι κουκλίστικα και πολύχρωμα, τις εκκλησίες παραμυθένιες, τα ποταμάκια να ξεφυτρώνουν παντού μπροστά της όπου κι αν περπατούσε, τα γεφυράκια περίτεχνα και γεμάτα στολίδια και καρδούλες, τα λουλούδια και τα δέντρα ολάνθιστα με τα πιο λαμπερά χρώματα. «Εεε πια, δεν μπορεί όλα αυτά να είναι αληθινά», σκεφτόταν. Όταν λοιπόν, εκεί που περπατούσε στο πέτρινο δρομάκι δίπλα στο παρκάκι, ξεπρόβαλλε μπροστά της αυτός ο γλυκούλης νάνος, το ποτήρι ξεχείλισε! Άρχισε να τσιμπάει τον εαυτό της και να ταρακουνάει τον πρίγκιπα, απαιτώντας να της αποκαλύψει, αμέσως, αν ζούσαν μέσα σε κάποιο παραμύθι, ή σε όνειρο.

«Όχι Αννούλα μου, δεν είναι παραμύθι, ούτε όνειρο», της απάντησε εκείνος. «Το Βρότσλαβ είναι!!!»

Και κάπως έτσι, συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι στο κουκλίστικο Βρότσλαβ, στη δυτική Πολωνία, χωρίς να γνωρίζω το παραμικρό γι’ αυτούς τους ζουζουνιάρηδες νάνους.

-Από πού ήρθαν;

-Ποιος τους κατασκευάζει;

-Πού βρίσκονται;

-Πόσοι είναι;

Άρχισα κι εγώ να ρωτάω τους ντόπιους, όσους μιλούσαν λίγα αγγλικούλια, και να σχηματίζω μια εικόνα. Καμία ερώτηση από τις παραπάνω, δεν έχει σαφή απάντηση.

Υπολογίζεται ότι υπάρχουν γύρω στους 360 νάνους σε όλη την πόλη.

Πού θα τους βρείτε;;; η απάντηση είναι: παντού! Περπατάς στον δρόμο και τσουπ βρίσκεται ένας μπροστά σου! Κάθεσαι στο παγκάκι να λιαστείς, τσουπ ένας ακόμη απέναντί σου. Βγαίνεις απ’ το πάρκο να πλησιάσεις το ποταμάκι, κάνεις στην άκρη να μην σε πατήσει ο ποδηλάτης που περνάει, και τσουπ, άλλος ένας στην άκρη της εισόδου του πάρκου. Κατευθύνεσαι προς την Εβραϊκή συνοικία, έχεις σοβαρή συζήτηση, κι εκεί που έχουν ανάψει τα αίματα, τσουπ ένας ακόμη σε κοιτάζει ναζιάρικα. Φωτογραφίζεις τον έναν, φωτογραφίζεις τον άλλον και τσουπ, σε κοροϊδεύει ο επόμενος που παριστάνει … εσένα που φωτογραφίζεις νανάκια!

Αυτά τα χαριτωμένα νανάκια, τα οποία συνυπάρχουν με τους ντόπιους και σύμφωνα με κάποιους μύθους, ήταν αυτά που τους βοήθησαν να χτίσουν την πόλη τους, τους έδωσαν ένα χεράκι στις καλλιέργειές τους, και έδιωξαν διάφορα σκανταλιάρικα στοιχειά που τους ενοχλούσαν με φάρσες. Ένα συγκεκριμένο, είχε καταντήσει αηδία πια! Εκεί που περίμεναν οι άνθρωποι το λεωφορείο, τους έδενε τα κορδόνια των παπουτσιών τους και ζντουπ, έπεφταν κάτω στο επόμενο βήμα τους! Τους κατάβρεχε με τα νερά από τα συντριβάνια, έβαζε αλάτι στα μπολ της ζάχαρης και είχε κάνει τη ζωή των κατοίκων σωστό μαρτύριο. Κάπου εκεί ανέλαβαν οι φίλοι μας οι νάνοι και έδιωξαν κλοτσηδόν τον αδίστακτο φαρσέρ!

Μια άλλη εκδοχή για την προέλευσή τους είναι λίγο πιο σοβαρή. Λέγεται ότι στη δεκαετία του 1980, όταν οι Αρχές του κομμουνιστικού καθεστώτος έβαφαν τα αντικυβερνητικά γκράφιτι για να τα σβήσουν, το κίνημα αντίστασης απαντούσε ζωγραφίζοντας νάνους πάνω από αυτά. Το 2001, σε εκδήλωση προς τιμήν αυτής της αντίστασης, τοποθετήθηκε το γλυπτό ενός νάνου στην οδό Świdnicka. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Σύντομα, οι νάνοι άρχισαν να εμφανίζονται σε όλη την πόλη. Να αυξάνονται, να πληθαίνουν και να στολίζουν δρόμους, πεζοδρόμια, πάρκα, εισόδους κτιρίων, παράθυρα καταστημάτων, σιντριβάνια, βρύσες, φανοστάτες, ζαρντινιέρες, πλατείες, κήπους, γωνίες. Άρχισαν να κάνουν παρέα με τους περαστικούς, να τους κοιτούν από μακριά, να τους σχολιάζουν καλοπροαίρετα, να τους σατιρίζουν και τελικά να κάνουν τη ζωή και την καθημερινότητα πιο παιχνιδιάρικη, πιο χαρούμενη και πιο ονειρική.

Το ενδιαφέρον μέσα σε όλα αυτά είναι ότι, καθώς οι μικρούληδες κατασκευάζονται από σύγχρονους καλλιτέχνες και τεχνίτες, μπορεί ο καθένας να τοποθετήσει έναν νάνο της δικής του έμπνευσης όπου θέλει, αρκεί να έχει τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, της εν λόγω τοποθεσίας.

Μείναμε έξι πανέμορφες μέρες στο υπέροχο, στο φανταστικό Wroclaw, για το οποίο θα σας μιλήσω άλλη φορά. Σ’ αυτές τις μέρες, ανακάλυψα 26 νάνους και κάθε φορά που συναντούσα κάποιον η χαρά και η έκπληξη ήταν ίδια. Όμως τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό τον ένιωσα την τελευταία ημέρα, όταν με τα μπαγκάζια μας στην πλάτη, κατευθυνόμενοι προς τον σταθμό του τρένου για να πάμε στην Κρακοβία, κάναμε μια στάση σε έναν φούρνο για να πάρουμε ένα σνακ και εκεί, στο εξωτερικό περβάζι του παραθύρου, τσουπ, ο ταξιδιώτης νάνος με το σακ βουαγιάζ του στην πλάτη, μας αποχαιρέτησε με τον καλύτερο τρόπο!!!

Εσείς, πόσους νάνους θα ανακαλύψετε;;; – χωρίς ζαβολιές, όμως, και χωρίς τη βοήθεια του χάρτη με τις τοποθεσίες τους, που παρέχει η πόλη…


Σχολιάστε