«Στο καράβι θα ‘ναι κι ο άντρας μου, άμα θες πήγαινε βρες τον να σ’ ανεβάσει στο Χωριό όταν φτάσετε, σε κλείνω γιατί πνίγομαι, θα σου στείλω το κινητό του σε λίγο». Δε μου το έστειλε ποτέ.

Η φίλη μου η Μάγια (έτσι θα την πούμε γιατί πριν έρθω στο νησί μού έκανε μάγια, να το αγαπήσω σαν δικό μου – και έπιασαν) ήταν ο λόγος που επισκέφτηκα πρώτη φορά τη Σκύρο. «Θα πας στο λιμάνι της Κύμης και θα δεις τον «Αχιλλέα», θα είναι το μόνο πλοίο εκεί. Ο Αχιλλέας. Γιος της Θέτιδας, που για να τον γλυτώσει από την υποχρέωση του Τρωικού Πολέμου, τον έκρυψε στη Σκύρο, στο παλάτι του Λυκομήδη, ντυμένο κορίτσι. (Τον ξετρύπωσε βέβαια ο Οδυσσέας, ντυμένος γυρολόγος.) Το «Αχίλλι» φέρει τ’ όνομά του, και λέγεται πως οι αρχαιολόγοι βρήκαν τμήμα της ασπίδας του εκεί. Αχιλλέας σαν τον ήρωα λοιπόν και το πλοίο, που αγοράστηκε από όλους τους κατοίκους του νησιού και πραγματοποιεί δρομολόγια καθημερινά ακόμα και το χειμώνα.

Και τον βρήκα αμέσως τον άντρα της Μάγιας, παρόλο που δεν είχα τον αριθμό του, γιατί – όπως από την αρχή διαπίστωσα – οι Σκυριανοί έχουν το χάρισμα μόλις σε δουν να μαντεύουν από πού έρχεσαι, ποιος είσαι και με τί σκοπό ταξιδεύεις. Και πολλά άλλα ταλέντα, βέβαια, που για κάποια θα σας μιλήσω εδώ και κάποια άλλα θα πρέπει να ταξιδέψετε για να τα ανακαλύψετε μόνοι σας!

Μιάμιση ώρα στη θάλασσα και αποβιβαζόμαστε στη Λιναριά. Ο πρώτος που μας χαιρετά στο λιμάνι είναι ο Άγιος Νικόλαος, ασπρογάλανος και πανέμορφος στο ύψωμά του. Όπως θα δω με τα μάτια μου σε κάποια επόμενη επίσκεψη, από το προαύλιό του, που είναι μπαλκόνι στη θάλασσα, βλέπει κανείς την πιο μαγευτική δύση. Το Χωριό απέχει 10 λεπτά οδήγησης, ο Κ.Κ. ανοίγει το ραδιόφωνο και το νησιώτικο βιολί με συνεπαίρνει. «Ποιος σταθμός είναι αυτός;» Ο Κ.Κ. μειδιά. «Δεν είναι σταθμός, δεν έχουμε σταθμούς εδώ.» «Τί άλλο δεν έχετε;» «Κλέφτες!» Δεν ξέρω γιατί, αλλά τον πιστεύω αμέσως. Παρ’ όλα αυτά, τα επόμενα 6+ χρόνια που σχετίζομαι με το νησί, με εκπλήσσουν οι ξεκλείδωτες πόρτες των σπιτιών ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ.

Καθώς ανεβαίνουμε προς τη Χώρα, περισσότερο πράσινο συνοδεύει τη διαδρομή μας.

Μισή βράχος – μισή πεύκος, μισή Κυκλάδες – μισή Σποράδες: αυτή είναι η Σκύρος.

Από τον Άγιο Παντελεήμονα, ένα μεσημέρι που στρώσαμε να φάμε στους πάγκους του πικ-νικ, είδα ξεκάθαρα τη λωρίδα όπου ενώθηκαν τα δύο νησιά που την γέννησαν, μάλλον με τον αρχέγονο χορό των τεκτονικών πλακών. Τα δέκα λεπτά εκπνέουν και το Χωριό δεν φαίνεται πουθενά, δεν βλέπω ούτε σπίτια ούτε ανθρώπους, όσο φτάνει το βλέμμα. Μα να που παίρνουμε μια στροφή και βρισκόμαστε κατευθείαν ΜΕΣΑ στον οικισμό. Η Χώρα είναι κρυμμένη από τα βλέμματα των ξένων, χτισμένη στρατηγικά να μη φαίνεται ούτε από τη θάλασσα, καθώς τα παλιά τα χρόνια ο φόβος των πειρατών κυριαρχούσε στο Αιγαίο.

Ο Κ.Κ. μού δείχνει πάνω δεξιά ένα κτίσμα που μοιάζει ταλαιπωρημένο αλλά σίγουρα είναι εμβληματικό. Το κάστρο στο βράχο του Χωριού, και το μοναστήρι, ο Άγιος – προστάτης του νησιού – Γεώργιος.

Στο κάστρο ανεβαίνει κανείς από τα πλακόστρωτα σοκάκια, κατά προτίμηση φορώντας κλειστά παπούτσια! Εκεί θα δει και τον θρόνο του Λυκομήδη, που έχει διατηρηθεί. Από το κάστρο έπεσε και σκοτώθηκε ο Θησέας, ο βασιλιάς της Αθήνας. Οι κακές οι γλώσσες λένε πως επισκέφτηκε κάποτε το Λυκομήδη και εκείνος του υποσχέθηκε για γυναίκα την κόρη του, οπότε τον έβγαλε στην αυλή του κάστρου να του δείξει την προίκα που θα έδινε… ε, και κάπου ανάμεσα σε ταξίματα και υποσχέσεις, του έδωσε και μια και βρέθηκε στον γκρεμό. (Λέγεται συμπληρωματικά, πως τα λείψανά του βρήκε ο Κίμωνας όταν κατέλαβε τη Σκύρο, τα πήρε και τα έθαψε στην Αθήνα, στο Θησείο.)

Η πύλη του κάστρου είναι ουσιαστικά η πύλη του μοναστηριού. Η μονή είναι χιλίων ετών- ο ίδιος ο Νικηφόρος Φωκάς έδωσε στον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη τα μέσα για την ιδρύσει.

Ο Άη-Γιώρης (sic) είναι ο προστάτης του νησιού, και οι μισοί και πλέον κάτοικοι έχουν πάρει το όνομά του. Ζητάνε τη βοήθειά του για να βρουν ταίρι (Άγιος – προξενητής δηλαδή!) και για να ευημερούν. Στη γιορτή του, οι κτηνοτρόφοι μαγειρεύουν φαΐ για όλους τους προσκυνητές και το κερνούν μαζί με κρασί προς δόξαν του Αγίου. Τον αγαπάνε πολύ και τον σέβονται. Και, όποιον και να ρωτήσεις, θα σου πει πως τον μεγάλο σεισμό του 2001, τον απορρόφησε το εκκλησάκι του μες στο μοναστήρι και κανένας δεν χάθηκε, ούτε καν τραυματίστηκε, ούτε τα σπίτια έπαθαν ζημιές. Το εκκλησάκι όντως έχει μια κολώνα που κόπηκε στη μέση, και από την κατολίσθηση που προκλήθηκε πετροβολήθηκαν κάποια αυτοκίνητα – όμως τον Άγιο τον είδαν, λένε, με τα μάτια τους πολλοί να ευλογεί το νησί τους.

Αν σταθείς στο μπαλκόνι του μοναστηριού σε καλοκαιρινό καιρό και κοιτάξεις προς τα κάτω, βλέπεις την ανατολική και λίγο την βόρεια πλευρά του νησιού. Βλέπεις τη θάλασσα απέραντη και στο βάθος-βάθος, αν έχει καλό ουρανό, τον Άθωνα. Ακούς τους ήχους του Χωριού να ανεβαίνουν: τις φωνές απ’ την πλατεία, τις μουσικές από τα μαγαζιά και ίσως κάποια κουδουνίσματα. Ανασαίνεις αέρα αναζωογονητικό, μοσχοβολιστό από τα βότανα που φυτρώνουν παντού.

Το χειμώνα το τοπίο αγριεύει, ο αέρας μπορεί να σε γυροφέρει και να σε ζαλίσει, μπορεί κεραυνοί να πέφτουν στο νερό και το Χωριό να είναι απόκοσμα σιωπηλό και έρημο. Δεν ξέρω ποια από τις δύο εικόνες αγάπησα περισσότερο…

Και οι εικόνες που σας εύχομαι να δείτε με τα μάτια σας, δεν είναι φυσικά μόνο αυτές.

Την ώρα της ανατολής, πρέπει μια μέρα να βρεθείτε στο Μώλος (έτσι το λέμε εδώ, «στο Μώλος»). Να σταθείτε στο γεφυράκι και να στρέψετε το βλέμμα στο επίπεδο της θάλασσας, στο σημείο που κοκκινίζει περισσότερο. Από εκεί θα βγει ο ήλιος, και σας υπόσχομαι πως δε θα το ξεχάσετε ποτέ!

Την ώρα της δύσης, πρέπει μια μέρα να βρεθείτε και να πίνετε τον καφέ σας στον «Κάβο», στη Λιναριά. Και μετά παραγγείλτε και μια μπύρα και περιμένετε να δείτε το καράβι να φτάνει. Σας υπόσχομαι πως την υποδοχή που του κάνει το νησί δε θα την ξεχάσετε ποτέ!

Την ώρα που θα ανατείλει το φεγγάρι, πρέπει μια νύχτα να βρεθείτε στα Μαγαζιά. Να κολυμπήσετε μέσα στην ασημένια αντανάκλαση, και σας υπόσχομαι πως αυτή την αίσθηση δε θα την ξεχάσετε ποτέ!

Την ώρα που θα έχει σκοτεινιάσει για τα καλά, μια νύχτα με ξαστεριά, θα πρέπει να… χμ… λοιπόν θα σας δώσω δυο γρίφους:

«ΣΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΕΒΛΕΠΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΒΛΕΠΑ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ»

«ΣΤΗ ΒΙΑΣΥΝΗ ΠΑΝΩ ΔΕ ΘΑ ΔΕΙΣ, ΣΤΗ ΦΟΥΡΚΑ ΠΑΝΩ ΘΑ ΔΕΙΣ»

Δε θα σας τους εξηγήσω. Όταν βρεθείτε στο νησί, ζητήστε τη βοήθεια κάποιου Σκυριανού για να τους λύσετε … και σας υπόσχομαι πως αυτές τις αστράδες δε θα τις ξεχάσετε ποτέ!

Κι εδώ θα κάνω μια ζαβολιά και θα κλείσω το άρθρο μου. Γνωρίζω, βέβαια, πως μια ξεναγός με τα όλα της θα όφειλε να δώσει πρακτικές και χρήσιμες συμβουλές για την διαμονή του επισκέπτη στο νησί. Όμως εγώ είμαι απλά μια λογοθεραπεύτρια που είχα την τύχη και την ευλογία, να «υπηρετήσω» σε αυτόν τον μικρό παράδεισο.

Για τουριστικές πληροφορίες, επισκεφτείτε τη σελίδα της ναυτικής εταιρείας Σκύρου, sne.gr.

Για οδηγούς φαγητού, παραλιών και διασκέδασης, γκουγκλάρετε «διακοπές στη Σκύρο» ή απλά περιηγηθείτε στο νησί και εξερευνήστε το, εξάλλου είναι μικρό και φιλόξενο! Και οπωσδήποτε, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ, να πάτε να βρείτε αυτούς τους πέντε ανθρώπους που θα σας πω, να συζητήσετε μαζί τους και να ακολουθήσετε όποια συμβουλή σας δώσουν για τη διαμονή σας:

Τη Χαρά, στο μαγαζί με τουριστικά είδη και κοσμήματα «Άμμος», το Βασίλη, στο ζαχαροπλαστείο Φαλταΐνα με τα χειροποίητα παγωτά, τη Μάρω, σε κάποια από τις βόλτες της ή στο τόσο φροντισμένο κατάλυμα «Μαϊστράλια», τον κ. Γιώργο, στο μπαράκι της «πάνω γειτονιάς», Ρόδον, με την τέλεια ταράτσα,

και φυσικά την Άννα, στο αγαπημένο μου καφέ-μπαρ με το πιο ωραίο daiquiri φράουλα, το «Οινώ»!

(Ναι, προφανώς και είναι φίλοι μου, όχι, δεν παίρνω ποσοστά, όχι, δεν τους ενημέρωσα πως θα τους γνωστοποιήσω στο πανελλήνιο, ναι, γνωρίζω πως δε θα με διαβάσει το πανελλήνιο, ήταν σχήμα λόγου!)

Με το καλό να τα πούμε κάπου εκεί τριγύρω,

Βάγια.

ΥΓ: Δεν άντεξα να σας αφήσω χωρίς μια – δυο – πέντε – έξι φωτογραφίες.

Δείτε, λοιπόν, το μοναστήρι με κόσμο (όπως το αποτύπωσε, πέρισυ τις Απόκριες, ο φακός του φίλου Γιάννη Μπουκλή), το μοναστήρι χωρίς κόσμο, ένα κομματάκι από την θέα στην είσοδο του κάστρου, και τρία στιγμιότυπα από εκείνο το πικ-νικ στον Άγιο Παντελεήμονα.


Σχολιάστε