
Ένας απ’ τους λόγους που αγαπώ το ταξίδι με το αυτοκίνητο, είναι αυτός ο συνδυασμός της διαδρομής με τη μουσική. Η θέα που περνάει έξω από το παράθυρο, χέρι χέρι με τα τραγούδια που περνούν στη σειρά από το πρόγραμμα του ραδιοφώνου. Η έκπληξη του επόμενου τραγουδιού, κι η έκπληξη που σε περιμένει μετά την επόμενη στροφή. Ο άνεμος που μπαίνει από το παράθυρο με τις ευωδιές της φύσης, την αλμύρα της θάλασσας, την άγρια ρίγανη του βουνού και την φρεσκάδα του χιονιού.
Πλαισιωμένες με όλα αυτά, έχουν μείνουν χαραγμένες στο μυαλό μου κάποιες διαδρομές.
Έρχεστε μαζί μου;

Οκτώβριος συννεφιασμένος, με την μυρωδιά της βροχής να σε προϊδεάζει για τη συνέχεια, τον ήλιο να παίζει κρυφτούλι ανάμεσα στα σύννεφα, και τα μαγικά τοπία της Τοσκάνης να διαδέχονται το ένα το άλλο. Έχουμε περάσει από ώρα την Tarquinia και κατευθυνόμαστε με νοικιασμένο αμάξι προς το Πιτιλιάνο. Ακριβώς πάνω στην ώρα, τη στιγμή που το Pitigliano εμφανίζεται ψηλά, απέναντί μας και μας αφήνει άφωνους, ο Lucio Dalla με τη ζεστή φωνή του τραγουδά: «Εδώ που η θάλασσα ιριδίζει και φυσά δυνατά ο αέρας, πάνω σε μια παλιά ταράτσα, μπροστά στον κόλπο του Sorento, ένας άντρας αγκαλιάζει μια κοπέλα, αφού έχει κλάψει. Ύστερα καθαρίζει τη φωνή του και ξαναρχίζει το τραγούδι. Σε θέλω πάρα πολύ, μα τόσο τόσο πολύ…»

Ιούνιος δροσερός αυτή τη φορά, πρωινή βόλτα από τα Στύρα της Νότιας Εύβοιας προς την γραφική Κάρυστο, η θάλασσα στο δεξί μου χέρι, πανέμορφη και λαμπερή, αντικρυσμένη από ψηλά, τα δρακόσπιτα πίσω μας κι εμπρός μας να φτιάχνουν ατμόσφαιρα και η φωνή του Μπιθικώτση, η μουσική του Μίκη κι οι στίχοι του Ερρίκου Θαλασσινού να φουντώνουν τα συναισθήματα μέσα μου: «στείλε ουρανέ μου ένα πουλί, να πάει στη μάνα υπομονή, προικιά στην αδερφούλα μου, και στη γειτονοπούλα μου γλυκό φιλί, γλυκό φιλί στα χείλη».

Γενάρης τώρα, λίγο μετά την Πρωτοχρονιά, και όταν ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, ανηφορίζουμε κι εμείς από την πανέμορφη Καστοριά προς την Μικρή Πρέσπα και τον Άγιο Αχίλλειο. Ο ουρανός σκοτεινιάζει από τα σύννεφα, το τοπίο με τα βουνά, τα άγρια δέντρα, τις καλαμιές και την απόκοσμη ησυχία, σε χώνει σε ταινία του Αγγελόπουλου ή σε κάποιο ανατριχιαστικό δράμα. Και ο Σταύρος Σιόλας με την μοναδική του φωνή και τη μελωδία του, τυλίγει με πόθους και πάθος τη στιγμή: «Αχ, αγάπη μου, στα χείλη στάξε να το πιω της Άρνης το πικρό νερό, κι αν σε ξεχάσω, αν σ’ αρνηθώ και πάλι εσένα άμα σε δω, κι αν σε ξεχάσω, αν σ’ αρνηθώ και πάλι εσένα θ’ αγαπώ».

Καλοκαιράκι και πάλι και το αυτοκίνητο κατηφορίζει. Στη Νάξο βρισκόμαστε για να βαφτίσουμε τη Νεφέλη, και μετά την επίσκεψη στην ονειρεμένη Απείραθο, ο δρόμος για Μουτσούνα! Επική διαδρομή! Η μία στροφή να διαδέχεται την άλλη, πέταλο και πάλι πέταλο, το Αιγαίο περήφανο να γεμίζει τα μάτια μας, η Δονούσα από απέναντι να μας κουνάει το χέρι. Ο γκρεμός από κάτω μας κλείνει με κέφι το μάτι και τρομάζει λιγουλάκι την Ελευθερία Αρβανιτάκη, που τραγουδάει, Δημήτρη Παπαδημητρίου και Μιχάλη Γκανά: «Σε θέλω στο πλευρό μου ακοίμητο φρουρό μου με το φιλί με το σπαθί, το δράκο να σκοτώσεις και να ‘ρθεις να με σώσεις απ’ τη ζωή μου την κλειστή. Τι δε θα ‘δινα το γύρο του κορμιού σου να ξανάκανα».
Πάμε άλλη μια βόλτα στα ορεινά της χώρας μας, πριν καταλήξουμε στον τελικό μας προορισμό κάπου στην Τυνησία;;;

Χειμώνας, λοιπόν, με χιόνι πολύ, τόσο πολύ που βάλαμε αλυσίδες – με πολύ κόπο – στο αμαξάκι μας και από το φράγμα της Λίμνης Πλαστήρα κατευθυνόμαστε προς τα Καλύβια. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψω αυτήν την μοναδική πορεία μέσα στα χιόνια και τον καθρέφτη της λίμνης παντού, κρυστάλλινο, καθάριο, αγνό και σίγουρο για το κάλλος του. Ο αγαπημένος μου Παναγιώτης να οδηγεί αργά και προσεχτικά, εγώ να χάνομαι στην ομορφιά και ο Μπάμπης Στόκας να πατάει πάνω στα λόγια του Μάνου Ελευθερίου και στη μελωδία του Στέργιου Γαργάλα, και να λιώνει με τη φλόγα του έρωτα, καρδιές και χιόνια: «Κάπου υπάρχει ένα νησί μόνο για μας στην οικουμένη, που έχει την άμμο του χρυσή τη θάλασσά του αγιασμένη, κάπου υπάρχει ένα νησί χωρίς κακούς μην αμφιβάλλεις … κάπου υπάρχει ένα νησί που στο χρωστώ κάποια στιγμή σαν παιχνιδάκι, να παίξεις σαν μικρό παιδί και να ξεχάσεις πως στη γη υπάρχουν δράκοι».

Κι αφού έχουμε τους δράκους πρόχειρους, ας καβαλικέψουμε έναν γρήγορο, και σαν την “Καλίσι”, ας πετάξουμε πάνω απ’ την Αφρική, όχι πολύ μακριά, εκεί λίγο πιο κάτω απ’ τη Σαρδηνία. Ας προσγειωθούμε στην Τυνησία, λοιπόν, αρχές Ιουλίου, πολλά χρόνια πριν, ας νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο από την Χαμμαμέτ και ας κατευθυνθούμε προς την Τύνιδα, την πρωτεύουσα της χώρας και το μουσείο Μπαρντό. Το αυτοκίνητο διέθετε μόνο ραδιόφωνο, ευτυχώς ψηφιακό. Ως καλή συνοδηγός, αναζητούσα σταθμούς με, όσο γινόταν, ευχάριστα ακούσματα. Ακούσαμε γαλλικά τραγούδια, ιταλικά, αραβικά και πάνω που είχαμε μπει στο κλίμα της χώρας, προσπερνώντας στρέμματα ολόκληρα με ελιές και κληματαριές, κοπάδια με αξιαγάπητες καμήλες και προβατάκια, ξαφνικά ακούμε … ελληνικά!
-Τι τραγούδι είναι αυτό;
-Δεν θυμάμαι να σας πω.
-Δεν θυμάμαι το σκοπό,
-Δεν μου έρχονται λόγια στο μυαλό.
-Το μόνο που αναγνώρισα, ήταν την αοιδό:
-Άντζυ Σαμίου ακούσαμε παρακαλώ!

Μάλιστα αγαπημένοι μου φίλοι! Μετά απ’ αυτό, δεν σταθήκαμε περισσότερο στη μουσική. Η διάθεση ανέβηκε και φτάσαμε στην Τύνιδα στο άψε σβήσε! Μπλεχτήκαμε στην κίνηση του κέντρου της πόλης όπου κάθε οδηγός έχει δικούς του κανόνες οδήγησης, και το ότι δεν τρακάραμε με όλους αυτούς που πετάγονταν μπροστά μας από κάθε σημείο του ορίζοντα, -ακόμη και από τα πεζοδρόμια κατέβαιναν μηχανάκια τρέχοντας σαν τρελά-, οφειλόταν σε καθαρή τύχη!
Αξέχαστο θα μου μείνει όλο αυτό, και φυσικά, μετά την Άντζυ Σαμίου στην Τυνησία, όταν κάμποσο καιρό μετά άκουσα Ελευθερία Αρβανιτάκη σε μία τσαγερί της Βουδαπέστης, καθόλου δεν με εξέπληξε!
Και κάπου εδώ, με την ελπίδα ότι σας ταξίδεψα λίγο και ότι σας έκανα τουλάχιστον να χαμογελάσετε, σβήνω τη μηχανή, βγαίνω από το αυτοκίνητο και σας δίνω ραντεβού για μια επόμενη βόλτα.
Ως τότε, σας ευχαριστώ που καθίσατε στη θέση του συνοδηγού,
Σας φιλώ γλυκά,
Άννα.

