Υπάρχουν κάποιες πόλεις που τις επισκέπτεσαι με σούπερ καλή διάθεση, θέλεις να δεις την ομορφιά τους και να τις αγαπήσεις, όμως ό,τι κι αν κάνεις, δεν τα καταφέρνεις. Ίσως φταίνε οι προσδοκίες που σου γεννούν τα εγκωμιαστικά σχόλια πολλών φίλων αλλά και κάθε άρθρο του διαδικτύου ανεξαιρέτως. Έτσι λοιπόν,  αποφάσισα, επειδή πάντα στο μπλογκ μου γράφω την αλήθεια με την οποία βιώνω κάθε ταξίδι, να μιλήσω και για πόλεις που δεν αγάπησα ιδιαίτερα και που ως τώρα τις απέφευγα. Μία απ’ αυτές τις πόλεις, όπως βλέπετε και στον τίτλο, είναι – ω τί παράδοξο! – η Κρακοβία.

Να εξηγηθώ λοιπόν. Δεν λέω ότι η Κρακοβία δεν είναι όμορφη. Απλώς δεν ήταν αυτό που περίμενα. Ήταν η τρίτη στάση του ταξιδιού μου στην αγαπημένη Πολώνία, και, μετά την Βαρσοβία και το Βρότσλαβ, η Κρακοβία μου φάνηκε λίγη. Φυσικά οι πάντες μου είχαν πει ότι είναι υπέροχη, συγκλονιστική και τα τοιαύτα. Έτσι, είχα προγραμματίσει να μείνω τέσσερα βράδια στην Βαρσοβία, έξι στο Βρότσλαβ και οχτώ ολόκληρες νύχτες στην Κρακοβία.
Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα έκανα το ανάποδο. Οχτώ νύχτες Βαρσοβία και από τέσσερις στις άλλες δύο πόλεις.
Η Κρακοβία μού φάνηκε πολύ τουριστική και δεν βρήκα στην πόλη την αυθεντική ατμόσφαιρα που ένιωσα στην υπόλοιπη Πολωνία. Η κεντρική της πλατεία, με τους αμαξάδες και τα κακόμοιρα τα άλογα ώρες ατέλειωτες στημένα να περιμένουν τους επόμενους πελάτες. Τα ογκώδη κτίρια κάπως ένιωθα να με πλακώνουν, αντί – όπως κανείς θα περίμενε – να τα θαυμάζω. Οι ντόπιοι είχα την εντύπωση ότι με κοίταζαν σαν πορτοφόλι, και όχι σαν έναν φιλικό επισκέπτη. Τα χαμόγελα σπάνια.

Η αγορά στην κεντρική πλατεία δέσποζε, οι ζεστές σούπες στα κιόσκια άχνιζαν, κι εγώ, αντί να ξετρελαθώ – όποιοι με διαβάζετε ξέρετε πόσο αγαπώ τις ανοιχτές αγορές και τις αγορές τροφίμων – ασφικτιούσα. Ο υπερβολικός αριθμός από ανθρώπους και κάθε λογής τουριστικού σουβενίρ που με περικύκλωναν, με τρέλαιναν. Και στην προσπάθειά μου να βρω παρηγοριά στην εβραϊκή συνοικία – όπως κάνω σε πολλές πόλεις – αντιμετώπισα τα έργα του Δήμου, που είχαν σκάψει τα πάντα, τα μπάζα και την φασαρία. Ίσως έφταιγαν τα έργα λοιπόν, ίσως η κοσμοπλημμύρα, ίσως απλά δεν ταίριαζε η χημεία μας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάποιους ανθρώπους.
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι δεν χάρηκα κάποια πράγματα και σ’ αυτά θα σας πάω για να μην με βρίζετε άλλο – ακούω κάπως τις φωνές και τις ενστάσεις σας όση ώρα γράφω!
Το χωνάκι με παγωτό βατόμουρο από το  Smocza Gała Lodziarnia, ήταν εξαιρετικό. Οι δρόμοι ήταν υγροί απ’ το χιονόνερο που έπεφτε αργά αργά, το κρύο σου κοκκίνιζε τη μύτη, αλλά το παγωτάκι ήταν τόσο νόστιμο, γλυκό και δροσερό που ταίριαζε όσο αταίριαστο κι αν ήταν!
Η γλυκιά σιεστοατμόσφαιρα του Siesta Café ήταν μια όαση μέσα στην πολύβουη πόλη.

Ο περίπατος, απογευματάκι με τον ουρανό να κοκκινίζει, με αφετηρία τον δράκο Smok Wawelski που πετάει φωτιές, και τερματισμό την γέφυρα Grunwald Bridge, με το ποτάμι να μας συντροφεύει στα δεξιά μας, και το περιποιημένο πάρκο στ’ αριστερά μας, θα είναι πάντα μια όμορφη ανάμνηση για μένα.

Όσον αφορά το φαγητό, υπάρχουν πολλά όμορφα μέρη. Εγώ συμπαθησα αρκετά το Edo Fusion Asian Cuisine & Ramen (https://www.edofusion.pl/),

το Restauracja Wierzynek, όπου έφαγα ένα πολύ ενδιαφέρον «ριζότο», το οποίο αντί για ρύζι είχε σιτάρι,

την Trattoria Soprano και για το φαγητό και για την ατμόσφαιρα. Φυσικά, δεν θα δυσκολευτείτε να δοκιμάσετε «πιερότζι» σε κάθε εστιατόριο με τοπική κουζίνα.


Δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Η Κρακοβία σίγουρα είναι όμορφη και γραφική για τους περισσότερους, η αρχιτεκτονική της εντυπωσιάζει, φυσικά αξίζει μια βόλτα στην πόλη, όμως εγώ δεν κατάφερα να συνδεθώ μαζί της. Ποιος ξέρει; αυτή η εγγύτητα με το Άουσβιτς και όσα συνέβησαν εκεί, μπορεί να βαραίνει ακόμη τον ουρανό της περιοχής και κάπως, με κάποιον τρόπο, και την ψυχή μου.
Τί να ευχηθώ τώρα; καλό ταξίδι;;;…


Σχολιάστε