Τα ρολόγια δείχνουν 15:05, τα θερμόμετρα δείχνουν -2 °C και τα ημερολόγια 20 μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Φτάσαμε Ζυρίχη! Παίρνουμε το τρένο μέσα από το Αεροδρόμιο Flughafen της Ζυρίχης – το S 16 – και δύο στάσεις μετά, σε εννιά λεπτάκια ακριβώς, είμαστε στο Hardbrücke. Το ξενοδοχείο μας είναι σε απόσταση αναπνοής και αφού κάνουμε τις ωραίες μας αγκαλιές με τον φίλο μας τον Κωνσταντίνο που μας περιμένει περιχαρής στο λόμπι, παίρνουμε ανάσα και ρίχνουμε την πρώτη ματιά στην πόλη: χιονισμένα δέντρα και γιορτινά λαμπιόνια στην πλατεία μπροστά μας και στο βάθος τα χιονισμένα βουνά που περιβάλλουν ολόκληρη την πόλη σαν πιστοί φύλακες!

Και γιατί να μην έχει φύλακες αυτή η πόλη, αφού είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου; – κακές φήμες λένε ότι κάτω από την πόλη, υπογείως, είναι κρυμμένο όλο το χρυσάφι της Ευρώπης! Αλλά και γιατί να έχει, αφού είναι επίσης από τις πιο ασφαλείς πόλεις του κόσμου; τόσο ασφαλής που τα μικρά παιδιά κυκλοφορούν μόνα τους. Παιδάκια εφτά-οχτώ χρονών, τα βλέπεις ολομόναχα στη στάση του τραμ, μόνα τους ανεβαίνουν, μόνα τους κατεβαίνουν. Κανένα πρόβλημα. Καθότι οι οδηγοί των αυτοκινήτων, θα σταματήσουν πριν ακόμη τα παιδιά φτάσουν στη διάβαση των πεζών, κι ο οδηγός του τραμ θα τα προσέξει σα να ήταν δικά του παιδιά. Τα δε παιδιά, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να περάσουν το δρόμο χωρίς να υπάρχει διάβαση. Κι αφού ανέβουν στο τραμ, θα είναι τόσο ήσυχα όσο και όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες.

Ήσυχα είπα; ναι ήσυχα. Πολύ ήσυχα. Όλα στη Ζυρίχη είναι ήσυχα. Το τραμ είναι γεμάτο κόσμο, αλλά αν κλείσεις τα μάτια σου, νομίζεις ότι είσαι ο μοναδικός επιβάτης. Το ξενοδοχείο σου έχει πολλούς ενοίκους, τους βλέπεις στη ρεσεψιόν και στο σαλόνι του ισογείου, αλλά το δωμάτιο είναι τόσο ήσυχο που νομίζεις ότι είσαι ο μοναδικός πελάτης όλου του ορόφου. Οι κυρίες που καθαρίζουν, δεν ενοχλούν ούτε στο ελάχιστο. Τηλεοράσεις δεν ακούγονται. Φωνές πουθενά. Ούτε στα μπαρ και τα εστιατόρια. Ο κόσμος πίνει και συζητάει σιωπηλά. Ψωνίζει σιωπηλά. Γελάει σιωπηλά. Η Ζυρίχη βρίσκεται σε μία μόνιμη σιέστα. Αν ζεις στην Αθήνα, η ηρεμία της Ζυρίχης είναι απόλυτα ανακουφιστική και αξιοζήλευτη! Λένε, ότι οι … Ζυριχιώτες, τις Κυριακές, δεν βάζουν ούτε ηλεκτρική σκούπα στα διαμερίσματά τους, για να μην ενοχλήσουν τους γείτονες Κυριακάτικα. Οι χωρισμένοι δεν ακούν καψουροτράγουδα στη διαπασών κι οι ερωτευμένοι απολαμβάνουν τον έρωτά τους χωρίς να γίνονται στόχος!

Έτσι κι εσύ, επηρεάζεσαι και μπαίνεις στο κλίμα. Απολαμβάνεις την γαλήνη, την ευγένεια, την προθυμία να σε εξυπηρετήσουν όποτε χρειαστείς βοήθεια, το χαμόγελο, την καθαριότητα που αντικρίζεις παντού, την τάξη, την ομορφιά. Απολαμβάνεις τα νερά του ποταμού που διατρέχει την πόλη, τα πλατάνια που δίνουν βουνίσιο αέρα, τις στέγες με τα καφετί κεραμίδια και τις καπνοδόχους που αχνίζουν, τα σιντριβάνια με τα γάργαρα νερά, τα ρολόγια των εκκλησιών, τις πλατείες με το λιθόστρωτο, τις χριστουγεννιάτικες αγορές που στήνονται εκεί – κι ας παγώνουν τα πόδια σου στο πρώτο δεκάλεπτο -, τις περίτεχνες γεφυρούλες, την πανέμορφη λίμνη δυο βήματα από το κέντρο της πόλης, τις βιτρίνες που είναι όλες μικρά έργα τέχνης, την αυθεντική τέχνη του μουσείου Kunsthaus που είναι κάθε Τετάρτη δωρεάν για όλους. Ακόμη και τις συγκοινωνίες απολαμβάνεις, αφού στον πίνακα δρομολογίων βλέπεις ότι το τραμ που περιμένεις – ένα από τα δεκάδες της πόλης – θα φτάσει σε 3 λεπτά, και σε 2 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα το βλέπεις μπροστά σου! Το μόνο που δεν απολαμβάνεις στη Ζυρίχη είναι το φαγητό και τις τιμές. Αυτά όμως θα σας τα πω στο δεύτερο μέρος της εξιστόρησης. Προς το παρόν θα σας αφήσω με την εικόνα της λίμνης στο μυαλό και των χιονισμένων Άλπεων τριγύρω και θα επανέλθω με βόλτες στην πόλη και συγκεκριμένες προτάσεις για καφεδάκι και φαγητό το συντομότερο δυνατόν.

Έως τότε, σας ευχαριστώ για την παρέα σας,

σας φιλώ γλυκά,

Άννα.


Σχολιάστε