Λοιπόν εσείς θα με καταστρέψετε! Ρωτάτε γιατί; θα σας εξηγήσω.

Ήρθα στην όμορφη Βιέννη και την γυρίζω, την περπατάω, ψάχνω, ρωτάω, για να σας προτείνω τις πιο ενδιαφέρουσες βόλτες και να σας ταξιδέψω με τον τρόπο μου. Όμως πείτε μου: πώς θα σας προτείνω τα καλύτερα εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφέ και μπαρ, αν δεν τα δοκιμάσω πρώτη εγώ; κι εδώ έρχομαι και σας ξαναλέω: θα με καταστρέψετε! Όλη τη μέρα τρώω! Αυγά Μπένεντικτ, κρουασάν, μπέιγκελ αλμυρά και κις λορέν, pain au chocolat, τραγανά σνίτσελ κοτόπουλου, γλυκά κεϊκάκια με κρέμες τυριού, καφέδες με σαντιγί, πικάντικα λουκάνικα! Ε λοιπόν, ή που θα σκάσω απ’το πολύ φαγητό ή που θα μου ανέβει το ζάχαρο κι η χοληστερίνη! Έχω και μία άλφα ηλικία. Λυπηθείτε με!

Ορίστε τί παθαίνω: πηγαίνω στην ωραιότερη και πιο αυθεντική γειτονιά της πόλης – ας είναι καλά η Πηνελόπη που μου την πρότεινε -, το Μαρίαχιλφ (Mariahilf) και κατηφορίζω την πανέμορφη οδό Otto-Bauer-Gasse. Δεν είναι δυνατό να μην κάνω μια στάση στο νούμερο 21, στο «L’Amour du Pain» που φτιάχνει τα πιο τέλεια κρουασάν, ίσως ολόκληρου του κόσμου; ναι είναι πιθανό. Δεν υπερβάλλω. Δοκιμάστε τα και θα μου πείτε. Η δε ατμόσφαιρα έχει κάτι από Παρίσι. Βρίσκομαι μέσα σε έναν περιποιημένο φούρνο/καφέ και ενώ απολαμβάνω το κρουασάν μου βλέπω τον κόσμο που δεν σταματάει να μπαίνει. Από τη μία πόρτα μπαίνουν, από την άλλη βγαίνουν. Κι όσο στέκονται στην ουρά, πιάνουν κουβεντούλα, γελούν, οσμίζονται το βούτυρο και τη λιωμένη σοκολάτα και φτιάχνουν την ατμόσφαιρα αυτού του γλυκύτατου μέρους.

Αφού έφαγα αργά αργά το κρουασάν μου, δεν γίνεται να μην πιώ ένα καφεδάκι με σαντιγί, λίγο πιο κάτω στον ίδιο δρόμο, στο σούπερ βιεννέζικο «Café Jelinek» (https://cafejelinek.steman.at/). Εδώ κάθομαι κάθε φορά στο πατάρι και παρατηρώ τους ντόπιους που συζητάνε, μοιράζονται εντυπώσεις για τα ψώνια τους, διαβάζουν ή κάνουν εργασίες ενώ απολαμβάνουν τη ζέστη και το τσάι τους. Η κάτω αίθουσα έχει τραπέζια για μεγαλύτερες παρέες, που κάθονται δίπλα στις τζαμαρίες που βλέπουν στο δρόμο αλλά και δεν βλέπουν, αφού έχουν θολώσει τα τζάμια δημιουργώντας μια γλυκιά θαλπωρή στον χώρο.

Αφού πιω το καφεδάκι μου βγαίνω ξανά στον δροσερό αέρα και συνεχίζω τη βόλτα μου στον ίδιο δρόμο, φτάνω στο μικρό κανάλι, όπου είτε στρίβω δεξιά προς το Vienna Valley Terrace για να λιαστώ – αν ο καιρός το επιτρέπει, ή περνάω απέναντι, φτάνω στην μικρούλα Margaretenplatz, φωτογραφίζω το στρώμα από πεσμένα πλατανόφυλλα και στρίβω αριστερά προς το κέντρο.

Κατηφορίζω και χαζεύω τα μικρά συνοικιακά μαγαζάκια και τα μανάβικα, που μου δίνουν την ιδέα να ξαναστρίψω αριστερά πιο κάτω για να βρεθώ στην ξακουστή αγορά τροφίμων Naschmarkt. Εδώ βυθίζομαι στις μυρωδιές και υποκύπτω σε πολλά μικρά αμαρτήματα, δοκιμάζω πιτούλες, πικάντικα λουκάνικα, ψαρομεζέδες και κάθε είδους λιχουδιά. Και πλέον δεν με σώζει τίποτα παρά το να περπατήσω κι άλλο μήπως και κάψω καμιά θερμίδα. Κι επειδή δεν τελειώσαμε με το αγαπημένο Μαρίαχιλφ, επιστρέφω σ’ αυτό για έναν ακόμη καφέ, χωρίς σαντιγί αυτή τη φορά, στο χουχουλιάρικο «Equilibrium Kaffee«. Εσείς φυσικά μπορείτε να πάρετε όποιο γλυκό ή αλμυρό σνακ σας κάνει κέφι, ή να φυλάξετε την όρεξή σας για ένα τέλειο cupcake στο διπλανό «Brass Monkey«. Ο ιδιοκτήτης είναι έλληνας, Σπύρος αν θυμάμαι καλά, και είναι πολύ ευγενικός και φιλόξενος.

Αν θέλουμε να περπατήσουμε κι άλλο, η διπλανή γειτονιά, το Schottenfeld είναι επίσης γεμάτη κομψά μαγαζάκια, και δύο απ’ αυτά που προτιμώ είναι το «Barista Cats«, με την γατούλα να περιφέρεται και να διαλέγει ένα από τα πολλά καθισματάκια της, και το «Melangerie – Caffeterie & Bistro«.

Ένα από τα πλεονεκτήματα της Βιέννης είναι ότι όλες οι γειτονιές γύρω από το κέντρο της είναι πανέμορφες και ζωντανές. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε συνεχώς στα πολύ τουριστικά σημεία, στον Άγιο Στέφανο – που είναι κούκλος δεν λέω – και στα παλάτια. Με λίγο περπάτημα, αλλά και με το Μετρό ή το τραμ, μπορούμε να τριγυρίσουμε λίγο πιο έξω, χωρίς να χάνουμε τίποτα από την ομορφιά, την αρχιτεκτονική, την καθαριότητα και την καλαισθησία του κέντρου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και στο κέντρο κρυμμένα διαμαντάκια, γραφικές πλατείες και απίθανα μπαράκια. Μία όμορφη πλατεία πολύ κοντά στην Κρατική Όπερα (αν θέλετε να παρακολουθήσετε παράσταση, πρέπει να κάνετε κράτηση πολύ έγκαιρα), είναι η Neuer Markt, που με το σιντριβάνι Donnerbrunnen στο κέντρο της, μας μεταφέρει για λίγο νοητά μέχρι την Ρώμη. Ακόμα πιο κεντρικά, αλλά όχι σε κοινή θέα, θα συναντήσουμε την γλυκούλα Franziskanerplatz, θα φωτογραφηθούμε μπροστά απ’ το άγαλμα, θα πούμε μια προσευχή για τους αγαπημένους μας στο κατανυκτικό εκκλησάκι, και φυσικά δεν θα παραλείψουμε να πιούμε μια μπύρα στο ιστορικό «Kleines Café«, είτε όρθιοι στη λιλιπούτεια μπάρα, είτε καθιστοί στους δερμάτινους μικρούς καναπέδες. Εδώ πρέπει να επισκεφθείτε και την τουαλέτα, που είναι ένα μικρό αρχιτεκτονικό επίτευγμα, όπως και ολόκληρο το καφέ, που σχεδιάστηκε το 1970 από τον Αυστριακό αρχιτέκτονα Hermann Czech, ο οποίος χρησιμοποίησε εφευρετικές λύσεις για να μεγιστοποιήσει τον χώρο.

Προτελευταία στάση για σήμερα σε ένα ακόμη μικρούτσικο μπαρ, (και αλκοολική θα γίνω για χάρη σας!) το «Loos American Bar«, δυο βήματα από την Stephansplatz, έργο του αρχιτέκτονα Adolf Loos, που εδώ και πάνω από έναν αιώνα σερβίρει τα συμπαθητικά του κοκτέιλς σε ένα ξεχωριστό περιβάλλον πολυτέλειας και κομψότητας, παρά τα ελάχιστα τετραγωνικά του. Αν δεν βρείτε να καθίσετε για ποτό, κάντε μια βόλτα στις περίτεχνες βιτρίνες του κέντρου και επιστρέψτε. Εγώ τα καταφέρνω πάντα στο τέλος.

Τέλος είπα. Ε ναι, τελειώνουμε κάπου εδώ. Όμως θα καταλήξουμε όπως ξεκινήσαμε. Με λιχουδιές. Κι επειδή δεν γίνεται στη Βιέννη να μην δοκιμάσουμε ένα σνίτσελ, θα σας κεράσω ένα – φυσικά θα φάω ένα κι εγώ! – στο κεντρικότατο «Lugeck«. Αλλά όχι σνίτσελ χοιρινού. Σνίτσελ κοτόπουλου. Τραγανό και πεντανόστιμο, συνοδεύεται από πατατοσαλάτα και μπορεί να είναι λίγο ακριβό, αλλά είναι χορταστικό και αξίζει.

Όπως αξίζει και κάθε βόλτα που θα κάνουμε σ’ αυτήν την πεντακάθαρη, επίπεδη πόλη, όπου μπορούμε να χαθούμε περπατώντας αλλά χωρίς ποτέ να είμαστε ολοκληρωτικά χαμένοι, αφού σε κάθε γειτονιά θα ανακαλύψουμε ένα φιλόξενο στέκι να μας ζεστάνει, ένα ανάκτορο να μας ανεβάσει την ψυχολογία, ένα θέατρο να μας οδηγήσει σε κόσμους μαγικούς, ένα πάρκο να ξαποστάσουμε και να πάρουμε δυνάμεις για νέες εξορμήσεις.

Alles gut?


Σχολιάστε