Γράφει ο Δημήτρης Χαρλαύτης
Στα 1700 μέτρα υψόμετρο και σχεδόν πάνω στη γραμμή του Ισημερινού βρίσκεται μια από τις περισσότερο ανεπτυγμένες πόλεις της Αφρικής. Το Ναϊρόμπι, με τα σχεδόν πέντε εκατομμύρια κατοίκων του, είναι αδιαμφισβήτητα μια από τις περισσότερο ενδιαφέρουσες Αφρικανικές πρωτεύουσες για πολλούς λόγους.

Ο σημαντικότερος ίσως απο αυτούς είναι το πολύ φιλικό και ιδιαίτερο κλίμα που επικρατεί σχεδόν το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου, με εξαίρεση την περίοδο των βροχών από Απρίλιο έως τέλη Ιουνίου. Το μεγάλο υψόμετρο, σε συνδυασμό με την τροπικότητα των συντεταγμένων του, δίνει μέσες θερμοκρασίες από 23 έως 33 βαθμούς Κελσίου σε σχετικά μόνιμη βάση, με ελαφρώς ξηρή ατμόσφαιρα, κάτι ασυνήθιστο για τα υγρά κλίματα των τροπικών. Τα κουνούπια εδώ είναι σαφώς λιγότερα ακόμα και από αυτά της Αθήνας, γεγονός που συμβάλλει στην έλλειψη τροπικών ασθενειών όπως η ελονοσία και ο δάγκειος πυρετός.
Όλες αυτές οι ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν εδώ στα υψίπεδα του κέρατος ανατολικής Αφρικής συνηγορούν στο γεγονός ότι οι πρώτοι άνθρωποι περπάτησαν σε αυτά εδώ ακριβώς τα μέρη, σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια χρόνια πριν. Στο μουσείο φυσικής ιστορίας του Ναϊρόμπι εκτίθενται ευρήματα σκελετών και διαφόρων εργαλείων από τους πρώτους ανθρωπίδες, μια μοναδική και αρκετά εντυπωσιακή συλλογή.

Ακολουθώντας το πρότυπο πολλών αφρικανικών πρωτευουσών, το Ναϊρόμπι διαθέτει ένα πολυσύχναστο και άναρχα δομημένο κέντρο με πανύψηλα κτήρια, σημάδι ξένων επενδύσεων. Η δόμηση εδώ οργιάζει, θυμίζοντας σε εμάς τη χρυσή δεκαετία της οικοδομής του ενενήντα. Καθημερινά ανεγείρονται πελώρια κτήρια, εμπορικά και εταιρικά κέντρα με μοντέρνα γυάλινη επένδυση που θυμίζει Μανχάταν. Ανάμεσα σε αυτούς τους τσιμεντένιους κολοσσούς ξεπετάγονται ντόπιες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εστιατόρια και αγορές, υποδηλώνοντας τον δυνατό παλμό του κέντρου. Τεράστιες λεωφόροι κόβουν στη μέση τον αστικό ιστό, εμποδίζοντας τη διέλευση στους πεζούς, οι οποίοι λόγω παντελούς έλλειψης πεζοδρομίων αναγκάζονται να περπατούν για χιλιόμετρα στην άκρη της ασφάλτου. Δεν υπάρχουν δημόσιες συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς, δηλαδή τρένο η μετρό, με αποτέλεσμα η κίνηση στην πόλη σε ώρες αιχμής να είναι αφόρητη.Τα εμπορικά κέντρα του Ναϊρόμπι διαθέτουν τα πάντα, προσφέροντας μία πληθώρα ντόπιων και εισαγόμενων προϊόντων, προσιτά στα ανώτερα οικονομικά στρώματα της κοινωνίας. Τα φάρμακα, τα οποία παρέχονται σαφώς σε λιγότερες ποσότητες σε σχέση με την Ευρώπη, έρχονται κυρίως από την Ινδία υπό τη μορφή γεννοσήμων. Οι τιμές στα εισαγόμενα είδη κυμαίνονται σε επίπεδα λίγο παραπάνω από τα ευρωπαϊκά λόγω δασμών, κάνοντας την πρόσβαση σε αυτά σχεδόν αδύνατη από τους ντόπιους, οι οποίοι παλεύουν για ένα πενιχρό μεροκάματο λίγων σελλινίων. Το τοπικό νόμισμα, το Σελλίνι Κένυας, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην κατρακύλα του διεθνούς πληθωρισμού και των υποτιμήσεων, – ιδίως μετά την πανδημία του Covid-19 -, και στις νέες επενδύσεις που καταφθάνουν, αυξάνοντας την εισροή δολλαρίων στη χώρα.

Εδώ έρχεται στο παιχνίδι και η επιρροή του ανατολικού ημισφαιρίου στη χώρα και κυρίως της Κίνας. Τη δεκαετία του 1960, η Κένυα πέρασε από το καθεστώς της αγγλικής αποικιοκρατίας στην ανεξαρτησία, όχι αναίμακτα φυσικά. Οι Ινδοί, όντας ήδη εγκατεστημένοι εδώ σαν εργάτες των Άγγλων, μετά την αποχώρηση των αφεντικών βρήκαν το πεδίο ελεύθερο για καινούργιες μπίζνες και έπιασαν τα πόστα. Ακόμα και σήμερα βλέπεις δεύτερης και τρίτης γενιάς Ινδούς να ηγούνται σε τομείς του επιχειρείν και του real estate.
Το χοντρό ιμπεριαλιστικό παιχνίδι όμως στην Κένυα το παίζουν οι Κινέζοι, δρώντας μεθοδικά και «υποδόρια» για δεκαετίες. Η τακτική είναι πάγια και εφαρμόζεται κατά κόρον τόσο εδώ, όσο και σε ολόκληρη την Αφρική. Η Κίνα αγοράζει συνεχώς ορυχεία σπάνιων γαιών και χτίζει εκατοντάδες χιλιόμετρα σιδηροδρόμων αλλά και λιμανιών για τη μεταφορά τους. Παρέχει δηλαδή όλο το αναπτυξιακό πακέτο επενδύσεων στη χώρα για ικανοποιητικές και φυσικά ληστρικές συμφωνίες, αλλά με ευνοϊκότερους όρους από τους αντίστοιχους αποικιοκρατικούς της Δύσης των περασμένων χρόνων, πράγμα που έχει στρέψει την προσοχή και το ενδιαφέρον της Κένυας αλλά και ολόκληρης της Αφρικής στο άρμα των ΒRICS. Η δίψα για χρήμα και εκμοντερνισμό είναι πρόδηλη εδώ και αντανακλάται πασιφανώς στους γυάλινους πανύψηλους ουρανοξύστες του κέντρου.

Στα πέντε εκατομμύρια κατοίκων του Ναϊρόμπι συγκαταλέγεται μια πληθώρα κοινωνικών στρωμάτων, διαμορφώνοντας ένα ανθρώπινο καλειδοσκόπιο που μόνο στον αναπτυσσόμενο κόσμο της Αφρικής μπορεί να συναντήσει κανείς.
Στις συνοικίες Westlands και Kilimani συναντάς πολλούς expatriots, οι οποίοι είναι αλλοδαποί εύποροι εργαζόμενοι είτε σε πολυεθνικές είτε σε διάφορες πρεσβείες και διεθνείς οργανισμούς. Στο Ναϊρόμπι, και συγκεκριμένα στη συνοικία Muthaiga, ανάμεσα σε δεκάδες πρεσβείες και ξένες αντιπροσωπείες, υπάρχει το διεθνές πρόγραμμα του ΟΗΕ για το περιβάλλον UNEP (United Nations Environmental Program) και λίγο παρακάτω η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU delegation), οργανισμοί που στεγάζουν χιλιάδες εργαζόμενους από διαφορετικές χώρες. Στους πολυσύχναστους δρόμους του Ναϊρόμπι βλέπεις να κυκλοφορούν τεράστια SUV τριών και τεσσάρων χιλιάδων κυβικών με τις κλασσικές κόκκινες διεθνείς πινακίδες.
Και λίγα χιλιόμετρα παραέξω … ατελείωτες φαβέλλες.
Το εξήντα τοις εκατό περίπου των κατοίκων της πόλης ζει κάτω από το όριο της φτώχειας σε συνθήκες εξαθλίωσης που όμοιες δεν υπάρχουν στο δυτικό κόσμο. Η Κibera, στα νότια του Nairobi, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη φαβέλλα της Αφρικής με εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στοιβαγμένοι σε παράγκες. Η φτώχεια, όπως το χρήμα και ο βήχας δεν μπορούν να κρυφτούν. Λόγω της απουσίας κρατικών υποδομών για τη διαχείριση των σκουπιδιών, όποιος δεν έχει να πληρώσει για την αποκομιδή τους τα καίει στην τενεκεδένια αυλή του, ρυπαίνοντας την ατμόσφαιρα με αναθυμιάσεις.

Για τα κατώτερα και πολυπληθέστερα κοινωνικά στρώματα οι μετακινήσεις μέσα στην πόλη γίνονται συνήθως με τα πόδια, ανεξαρτήτως χιλιομέτρων. Σε κάθε δρόμο της πόλης, όσο μεγάλος ή μικρός είναι αυτός, βλέπεις να περπατούν στο πλάι ένα σωρό άνθρωποι, οι οποίοι λόγω παντελούς έλλειψης πεζοδρομίων κυριολεκτικά παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα περπατώντας δίπλα σε αυτοκίνητα που τρέχουν σα να μην υπάρχει αύριο. Το φαινόμενο δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από την παντελή έλλειψη σε φωτεινούς σηματοδότες. Σε ολόκληρο το Ναϊρόμπι άντε να υπάρχουν όλα κι όλα δέκα φανάρια σε πολύ κεντρικά σημεία, τα οποία φυσικά δεν τηρούνται από κανένα. Αντί για διασταυρώσεις και φανάρια στην πόλη υπάρχουν κυκλικοί κόμβοι στους οποίους πρώτος περνάει όχι αυτός που έχει προτεραιότητα, αλλά ο πιο γενναίος ή ο πιο απερίσκεπτος.

Οι λιγότερο φτωχοί παίρνουν τα μικρά λεωφορεία, τα επονομαζόμενα matatu, τα οποία από τα πολλά τρακαρίσματα έχουν παραμορφωθεί, διότι οι οδηγοί τους, από τις πολλές σφήνες που κάνουν νομίζουν ότι οδηγούν μηχανάκι αντί για λεωφορείο. Ναι, στην Αφρική η ανθρώπινη ζωή είναι περισσότερο αναλώσιμη…
Αλλά αυτό δε δείχνει να πτοεί τους ντόπιους. Βυθισμένοι μέσα στη φτωχή καθημερινότητά τους θα τους δεις να αράζουν χύμα όπου βρουν. Στα πάρκα, στο χώμα, ακόμα και ξάπλα ανάμεσα στη διαχωριστική νησίδα μιας πολυσύχναστης λεωφόρου!
Στο Ναϊρόμπι ισχύει λίγο πολύ το μοντέλο ασφαλείας άλλων Αφρικανικών πόλεων. Οι ατομικές και εμπορικές ιδιοκτησίες εδώ προστατεύονται από ιδιωτικούς φύλακες και φράχτες με ηλεκτροφόρα σύρματα. Το βράδυ μετά τις 21.00 δε συνίσταται σε καμία περίπτωση να κυκλοφορείς με τα πόδια, αλλά μόνο με το αυτοκίνητο ή το ταξί. Ο αστικός ιστός δεν έχει τη συνεκτικότητα της Αθήνας ή άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Την ημέρα κυκλοφορείς ελεύθερα στις πιο πολλές συνοικίες εκτός από τις κακόφημες. Βέβαια η εγκληματικότητα εδώ δε συγκρίνεται με αυτή της Βραζιλίας ή της Νότιας Αφρικής. Αυτό φαίνεται από τον αρκετά ελαφρύ οπλισμό που διαθέτουν οι φύλακες (το πολύ κανένα γκλομπ), σε σχέση με τα πυροβόλα όπλα που βλέπει κανείς σε άλλες πόλεις.

Το σκληρό αποικιοκρατικό παρελθόν, τόσο από τους λευκούς όσο και από τους Άραβες, σε συνδυασμό με την απουσία του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και των ανθρωπιστικών κινημάτων έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια πάνω στις πλάτες των ανθρώπων. Η βία, με τις πολύπλευρες κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και καθημερινές πτυχές της είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τωρινής κοινωνίας, η οποία διχάζεται στην αντιμετώπιση των ξένων. Αυτό το βλέπεις στα μάτια των ντόπιων όταν αντικρίζουν λευκό. Αυτοί που διαθέτουν κάποια δουλειά και εξαρτώνται οικονομικά από τους ξένους θα τους αποκαλέσουν «boss», ενώ οι πραγματικά εξαθλιωμένοι θα τους φωνάζουν «mzungu», δηλαδή o λευκός.
Με τη νέα κυβέρνηση να παίρνει τα ηνία της χώρας πριν λίγο καιρό, οι κρατικές και τραπεζικές υποδομές βρίσκονται σε στάδιο διαρκούς ψηφιακού μετασχηματισμού, πράγμα που κάνει την αξιοποστία τους αρκετά αμφίβολη. Οι κρατικές ψηφιακές πλατφόρμες βγάζουν το μήνυμα λάθους «Internal server error» και η εξυπηρέτηση στα υπουργεία και τις δημόσιες υπηρεσίες θυμίζουν τη δική μας μπανανία, αλλά σε χειρότερη φυσικά διάσταση. Μερικά συστήματα ηλεκτρονικών πληρωμών, όπως το Mpesa, σχεδιασμένο από ξένες εταιρείες είναι από τα πιο αξιόπιστα και διαδεδομένα. Τα ιδιωτικά πανεπιστημιακά νοσοκομεία που λειτουργούν με βάση το αγγλοσαξωνικό πρότυπο παρέχουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες προς τους ασθενείς.
Λίγο έξω από το Ναϊρόμπι βρίσκεται το εθνικό πάρκο, το πιο κοντινό σαφάρι που μπορεί να δει κανείς δίπλα σε μεγαλούπολη. Έχει και μια μικρότερη εκδοχή του στην οποία μπορεί κανείς να περπατήσει και να δει λιοντάρια, κροκόδειλους, μαϊμούδες, ρινόκερους, ιπποπόταμους, φίδια και καμηλοπαρδάλεις (υπάρχει και ξεχωριστό giraffe centre όπου πας και τις ταΐζεις).
Μέσα στο Ναϊρόμπι υπάρχει το Κarura Forest, ένα ολόκληρο δάσος με ποτάμια και καταρράκτες, εύκολα προσβάσιμο για περίπατο με πάρα πολλά είδη πτηνών.
Φυσικά, το ταξίδι μας θα συνεχιστεί και εκτός Ναϊρόμπι. Θα γνωρίσουμε το Diani και το Wasini στα νοτιοανατολικά παράλια, τις σπηλιές των σκλάβων, το Rift Valley, τη Λίμνη Νaivasha, και το εθνικό πάρκο Hell’s gate. Το δεύτερο μέρος αυτής της μοναδικής περιήγησης … έρχεται…

Φωτογραφίες: Ioanna Malliou, Dimitris Charlaftis

