Όλα τα ταξίδια έχουν σαν συστατικό τους την περιπέτεια. Ειδικά σε κάποια όμως, νοιώθεις να σε ακολουθεί σε κάθε σου βήμα ένας πονηρός καλικάντζαρος με σκοπό να σου προκαλέσει προβλήματα. Όχι σοβαρά. Έτσι απλώς για να σπάσει πλάκα μαζί σου. Τελικά, όμως, χωρίς να το συνειδητοποιεί, αυτό που κάνει – ο καλικάντζαρος – στην πραγματικότητα, είναι να σου φτιάχνει ξεχωριστές αναμνήσεις.
Κάπως έτσι νοιώθαμε σε όλο το ταξίδι στην Περούτζια, που ξεκίνησε όχι με τους καλύτερους οιωνούς, όπως έχω ήδη περιγράψει ( για λεπτομέρειες πατήστε εδώ). Μετά, λοιπόν, τις χιονοπτώσεις που ζήσαμε τις πρώτες μέρες στην αγαπημένη πόλη, βγήκε ένας γλυκός ήλιος που μας ενθάρρυνε να πάμε μια ημερήσια εκδρομή μέχρι το Σπολέτο.

Πήραμε το τρένο αργά το πρωί, και σε μία ώρα και δέκα λεπτά, αφού προσπεράσαμε την Ασίζη, το Φολίνιο και το Τρέβι, φτάσαμε στον προορισμό μας. Ανηφορίσαμε λοιπόν προς το κέντρο του Σπολέτο, χαρούμενοι και με εξερευνητική διάθεση. Ο ήλιος μια έκανε την εμφάνισή του και μια κρυβόταν πίσω από κάτι μαβιά σύννεφα. Κάναμε μια στάση για να ξεδιψάσουμε στο «απειλητικό» συντριβάνι Fontana del Mascherone (δίπλα στο μνημειακό σιντριβάνι υπάρχει ένα μικρότερο με πόσιμο νερό με μια επιγραφή σε μάρμαρο που γράφει «Bibe Viator» και καλεί κάθε ταξιδιώτη που τυχαίνει να περάσει από εκεί να ξεδιψάσει) και συνεχίσαμε να διασχίζουμε τα πλακόστρωτα δρομάκια μέχρι το κέντρο της μικρής πόλης.

Τελικά φτάσαμε, θαυμάσαμε και το συντριβάνι της πλατείας Fontana con l’Orologiο – στην Ιταλία είμαστε άλλωστε – και συνεχίσαμε για να δούμε το γεφυράκι που είχα βάλει στο μάτι από το ξεκίνημα. Έχω μια αγάπη για τις γέφυρες και αυτό με σπρώχνει να διαλέγω τους προορισμούς μου, και με αυτό το κριτήριο. Πλησιάσαμε λοιπόν όσο μπορέσαμε το όμορφο Ponte delle torri, το αγναντέψαμε πίνοντας καφεδάκι πακέτο στο απέναντι παγκάκι, το φωτογραφίσαμε, κι αφού το χορτάσαμε, κινήσαμε πάλι προς το χωριό, για να χορτάσουμε και τα στομάχια μας!

Αυτό το καταφέραμε στο «Il Tempio Del Gusto», και με την μπουκιά στο στόμα, φύγαμε βιαστικοί βιαστικοί, για να προλάβουμε το πρότελευταίο τρένο για Περούτζια – είπαμε να μην καθυστερήσουμε πολύ, ως την ώρα που θα περνούσε το τελευταίο τρένο, μη συμβεί τίποτα και το χάσουμε.
Φτάσαμε, λοιπόν, στην αποβάθρα γύρω στις οχτώ και είκοσι το βραδάκι και βγάλαμε εισιτήρια για το τρένο που περνούσε στις οχτώ και τριάντα τρία. Και πράγματι, ακριβώς στις οχτώ και τριάντα τρία έφτασε το τρένο! Τόσο εντυπωσιαστήκαμε με την ακρίβεια της ώρας, που πηδήξαμε στο βαγόνι με το που άνοιξαν οι πόρτες! Στρογγυλοκαθίσαμε στις θέσεις μας ικανοποιημένοι και συζητούσαμε για τα μέσα μεταφοράς της Ιταλίας που είναι τόσο συνεπή σε σχέση με αυτά της Ελλάδας.
Είκοσι λεπτάκια αργότερα εμφανίζεται ο ελεγκτής. Ένας κύριος γύρω στα εξήντα, ψηλός με πλούσιο στριφογυριστό μουστάκι. Του δίνουμε τα εισιτήριά μας και βλέπουμε το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει, ενώ ταυτόχρονα λέει τραβώντας το «ο» : «Νοοοοο»
– «Τί «Νο»? Μια χαρά είναι τα εισιτήριά μας»
– «Νοοοο», ξαναλέει εκείνος και συνεχίζει με έναν χείμαρο ιταλικών από τα οποία δεν καταλάβαμε λέξη!
Για να μην τα πολυλογώ, βρέθηκε ένας συνταξιδιώτης μας – τρόπος του λέγειν – που ήξερε και ιταλικά και αγγλικά και μας εξήγησε:
– «Αυτό το τρένο πηγαίνει στην Ανκόνα!»
Τραγικό!
Τόση χαρά είχαμε που ήρθε Νταν στην ώρα του, ώστε δεν κοιτάξαμε πού πήγαινε!
– Και τώρα; Ας σταματήσει στον επόμενο σταθμό να κατέβουμε και να πάρουμε το τρένο για Περούτζια από κει.
– Δεν γίνεται αυτό, γιατί έχει μια διακλάδωση στην διαδρομή, την οποία την έχουμε περάσει, κι έτσι δεν περνάει πια από δω το τρένο για Περούτζια!
Αλήθεια σας το λέω, εκείνη τη στιγμή πέρασε από το μυαλό μου: διανυκτέρευση στην Ανκόνα … χωρίς τα πυτζαμάκια μου!!!
Αφού μάθαμε σε τί δεινή κατάσταση βρισκόμασταν, ο ελεγκτής εξαφανίστηκε χωρίς να μας πει άλλη κουβέντα. Μείναμε εκεί με τις απορίες μας να αιωρούνται στο κενό, με τον – τρόπος του λέγειν – συνταξιδιώτη να μην μπορεί να μας δώσει άλλες πληροφορίες και με τα κινητά ανά χείρας να μας ενημερώνουν ότι το τελευταίο τρένο για Περούτζια, ξεκινάει από το Σπολέτο …τώρα!
Πέρασε έτσι ένα δεκάλεπτο που μας φάνηκε αιώνας! Και ξαφνικά, εμφανίζεται ο ψηλός μουστάκιας – καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται – και μας κάνει νόημα να τον ακολουθήσουμε. Ταυτόχρονα φρενάρει το τρένο και σταματάει. Ο μουστάκιας μας, ανοίγει την πλαϊνή πόρτα ανάμεσα στα βαγόνια, μας παίρνει από το χέρι και μας κατεβάζει από το τρένο, για να διαπιστώσουμε ότι στις διπλανές γραμμές έχει σταματήσει άλλο ένα τρένο που πηγαίνει αντίθετα μ’ εμάς. Εκεί, σε μια άλλη πλαϊνή πόρτα, περιμένει ένας άλλος ελεγκτής, που μας βάζει μέσα και μας εξηγεί, με τη γλώσσα του σώματος, ότι θα μας αφήσει στο Φολίνιο για να πάρουμε το τρένο για Περούτζια. Τα αμέτρητα «Γκράτσιε σενιόρε» που φωνάζαμε στον υπέροχο μουστάκια, δεν ξέρω αν του έδωσαν να καταλάβει πόσο ευγνώμονες ήμασταν!
Και εν τέλει, ήμασταν ευγνώμονες και για τα μέσα μεταφοράς της Ιταλίας, που κι εκείνα καθυστερούν τόσο πολύ, που τελικά προλάβαμε το τελευταίο τρένο για Περούτζια!!!


