Το πρώτο βράδυ, κοιμάσαι με το παράθυρο του δωματίου λίγο ανοιχτό, έτσι για τη δροσούλα. Και γύρω στις έξι το πρωί, μισοξυπνάς κι ακούς από μακριά τον Μουεζίνη να διαλαλεί με τον ξεχωριστό αμανεδιάρικο τρόπο του την πίστη του, και εκεί μέσα στον ύπνο σου το ξέρεις: βρίσκεσαι στην Κωνσταντινούπολη. Σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι και βγαίνεις – τρέμοντας απ’ την πρωινή δροσιά – στο μπαλκόνι, για ν’ αντικρύσεις στο λυκόφως τους τρούλους και τους μιναρέδες του Γιενί Τζαμί και του Σουλεϊμάνιγιε να ορίζουν το βλέμμα. Ξαναχώνεσαι χαμογελώντας μέσα στα παπλώματα, και συνεχίζεις τον υπνάκο σου, με μια ανυπομονησία στο πίσω μέρος του μυαλού σου.

Κι έρχεται η καινούρια μέρα. Η πρώτη σου στην Πόλη.
Και ψάχνεις την Πόλη, με αυτήν την αριστοκρατική ατμόσφαιρα που έχεις διαβάσει σε τόσα βιβλία, με το ρομαντικό ύφος που σου έχουν περιγράψει οι φίλοι, ψάχνεις την Κωνσταντινουπολη που δεσπόζει κυρά κι αρχόντισσα στον Βόσπορο, αλλά όσο κι αν ψάχνεις, δεν καταφέρνεις να την βρεις. Μα πού είναι η Πόλη, με το κεφαλαίο Π;
Περνάς τη γέφυρα του Γαλατά, χαζεύεις τους αμέτρητους ψαράδες στις δυο πλευρές της, και το πλήθος ανθρώπων που την διασχίζει ασταμάτητα, γυναίκες με μίνι φουστίτσες, δίπλα σε άλλες με μαντήλες καλά δεμένες στο κεφάλι και, που και που, και κάποιες απάνθρωπα καλυμένες με μπούρκα! Τουρίστες που βγάζουν φωτογραφίές, ντόπιοι που βιάζονται και άλλοι που απλά κάνουν τη βόλτα τους. Στην απέναντι όχθη γίνεται χαμός! Μικροπωλητές σε κάθε γωνιά της περιποιημένης προβλήτας, άλλοι πουλάνε νερά, άλλοι κουλούρια με σουσάμι – σιμίτ – ή με ζύμη μπριός, άλλοι μπαλίκ εκμέκ ( σάντουϊτς με ψάρι ). Πολύ μπαλίκ εκμέκ όμως! Η γέφυρα του Γαλατά είναι η γέφυρα του balik ekmek! Σε κάθε όχθη αλλά και στα εστιατόρια του κάτω ορόφου της γέφυρας, το μπαλίκ εκμέκ δίνει και παίρνει! Όπως κι η ψαρίλα! Όπως κι οι κράχτες που προσπαθούν να σε πείσουν να το αγοράσεις.
-Μα ηρεμήστε βρε παιδιά. Φυσικά και θα το αγοράσουμε. Γι αυτό ήρθαμε, για να τα δοκιμάσουμε όλα!

Και το δοκιμάσαμε. Στο «Galata Sanat Restaurant Galata Köprüsü» ( https://galatasanatrestaurant.com/ ). Καλό ήταν, αλλά δεν τρελαθήκαμε κι όλας. Οι υπόλοιποι μεζέδες είχαν περισσότερο ενδιαφέρον. Πολύ ενδιαφέρον επίσης είχε η άμεση επαφή με τον Βόσπορο, με τα πλοιάρια που πήγαιναν κι ερχόντουσαν σφυρίζοντας, καθώς και με τις πετονιές των ψαράδων του πάνω επιπέδου, που αραιά και πού, ανέβαιναν προς τα πάνω με το άτυχο ψαράκι να κρέμεται στην άκρη τους. Αυτό που μας ξετρέλανε όμως, ήταν το κέρασμα στο τέλος του γεύματος. Τσαγάκι ζεστό και καταπληκτικό μπακλαβαδάκι με φυστίκι Αιγίνης. Ενθουσιαστήκαμε και ρωτήσαμε πού θα βρούμε τόσο ωραία μπακλαβαδάκια, πήραμε οδηγίες και όχι μόνο. Οι ευγενέστατοι άνθρωποι του μαγαζιού, μας έφεραν άλλα δύο υπέροχα μπακλαβαδάκια. Μας γλύκαναν με το κέρασμα, μας γλύκαναν και με τη μουσική: ακούσαμε την Πριγκιπέσσα από τη Μελίνα Ασλανίδου κατά τη διάρκεια του φαγητού και έναν Μιχάλη Χατζηγιάννη για επιδόρπιο!

Στο τσακίρ κέφι φύγαμε από την ταβέρνα για να πάμε την πρώτη μας βόλτα στο Φανάρι. Κατεβαίνοντας από το τραμ, κι αφού γλυτώσαμε από την επέλαση των γλάρων στην προκυμαία – έχετε δει τα Πουλιά του Χίτσκοκ; – ανηφορίσαμε στις γραφικές συνοικίες Μπαλάτ και Φενέρ, είδαμε το Ελληνικό Πατριαρχείο και τη Μεγάλη του γένους σχολή, είδαμε τα χρωματιστά σπιτάκια και τα παιδιά να παίζουν στους γύρω δρόμους, αλλά είδαμε και τη βρωμιά, τα αμέτρητα σκουπίδια παντού, τα ερειπωμένα σπίτια, την εγκατάλειψη και τη φτώχια. Έτσι είναι άλλωστε ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη. Στρίβεις το κεφάλι σου από τη μία πλευρά και βλέπεις κάτι όμορφο και περιποιημένο, και μόλις το στρίψεις από την άλλη πλευρά βλέπεις τη μιζέρια, το σκουπιδομάνι και μια εγκατάλειψη που σε σοκάρει. Είναι ακατανόητο, πώς μια πόλη με τόσους τουρίστες, – τέτοιο πλήθος τουριστών μόνο στη Βενετία και στο κέντρο της Ρώμης έχω αντικρύσει – είναι τόσο φτωχή και ρημαγμένη. Ποιοι καρπώνονται άραγε – ρητορική η ερώτηση – όλα αυτά τα χρήματα του τουρισμού;

Βεβαίως, και σ´αυτή τη βόλτα , όπως και σε κάθε άλλη, αγαπήσαμε δρομάκια και στιγμές, όπως το σοκάκ Leblebiciler (σοκάκι εμείς, σοκάκ οι γείτονες ) καθώς και τα γύρω δρομάκια που έχουν μια αυθεντική φιλόξενη ατμόσφαιρα. Γεμίσαμε και εικόνες, όπως αυτή των οικογενειών, που έστηναν αυτοσχέδιες ψησταριές με κάρβουνα, στο κεντρικό πάρκο της γειτονιάς, έψηναν τα κεμπάμπ τους, και δίπλα, πάνω στο γκαζόν, είχαν στρώσει τα σεντόνια τους και καθόντουσαν τρώγοντας και χορταίνοντας ήλιο. Φανταστείτε δηλαδή, να περπατάτε στο Ζάππειο και να βλέπετε οικογένειες να έχουν μια θράκα πάνω στις πλάκες του πεζόδρομου, να ψήνουν το φαγητό τους και δίπλα, στο γκαζόν, να τρώνε, ενώ οι περαστικοί κατευθύνονται προς στη στάση του τραμ. Κάπως έτσι κι εμείς, ενώ πηγαίναμε να πάρουμε το τραμ αντικρύσαμε αυτό το παράδοξο στιγμιότυπο.

Η επιστροφή μας στο κέντρο της πόλης κι η πρώτη μας γνωριμία με την Αγιά Σοφιά μας άφησε ανάμεικτα συναισθήματα, οπότε, για να γλυκαθούμε και να μελώσουμε, θα σας πάω – πριν κλείσω το πρώτο μέρος αυτού του ταξιδιού – για το ωραιότερο μπακλαβαδάκι με φυστίκι που δοκιμάσαμε. Αυτό θα το βρείτε στη ζωντανή και ίσως λίγο κιτς γειτονιά του Καρακόυ, στο «Mahizer Baklava Karaköy«. Μπορεί να τα πληρώσετε 34 ευρώ το κιλό, αλλά πραγματικά θα τα απολαύσετε και θα σας φερθούν ευγενικά και ανθρώπινα, σε αντίθεση με άλλα ξακουστά ζαχαροπλαστεία που γίνεται το αδιαχώρητο και σε αντιμετωπίζουν αποκλειστικά σαν πορτοφόλι. Στου Mahizer θα δοκιμάσετε και το πιο μαλακό και αρωματικό λουκούμι τριαντάφυλλο και ρόδι. Μόνο τα Συριανά λουκούμια μπορουν να τα συναγωνιστούν.
Και κάπου εδώ θα βάλω άνω τελεία και θα σας καληνυχτήσω προς το παρόν. Έρχονται πολλές ακόμη βόλτες και πληροφορίες στο δεύτερο και τρίτο μέρος της ανεξάντλητης Κωνσταντινούπολης. Ως τότε, να είστε καλά και να περνάτε όμορφα.
Σας φιλώ γλυκά,
Άννα.
#Istanbul

