Γράφει ο Δημήτρης Χαρλαύτης
Συνεχίζουμε αυτή την μοναδική εξερεύνηση στην Κένυα.

Με αφετηρία το Ναϊρόμπι, ξεκινήσαμε προς τη λεκάνη της λίμνης Naivasha, κάπου εκατό χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας. Ο δρόμος, στην αρχή φαρδύς, με πολλές λωρίδες σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας στένευε ολοένα και περισσότερο καθώς απομακρυνόσουν από το κέντρο.Τα σπίτια και οι οικοδομές σταδιακά ξέφευγαν από το πρότυπο των μοντέρνων πανύψηλων και επιβλητικών κτιρίων και έδιναν θέση σε χαμηλότερες, σχεδόν αυτοσχέδιες κατασκευές, φτιαγμένες από λαμαρίνα και τσιμεντόλιθο. Μικρά μαγαζάκια φτιαγμένα από ντόπιους και χτισμένα κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο, πουλούσαν διάφορα προϊόντα Β’ διαλογής σε αλλόκοτους συνδυασμούς μεταξύ τους, χωρίς καμία ιδιαίτερη έγνοια ή πρόνοια κατηγοριοποίησης. Είναι ένα τεράστιο παζάρι σαν και αυτό στον Ελαιώνα, αλλά σε τεράστια κλίμακα και με μεγαλύτερη ποικιλία. Εδώ, μέσα σε ένα μικρό τσίγκινο μαγαζάκι μπορείς να βρεις ταυτόχρονα, από παλιές ηλεκτρονικές συσκευές, μεταχειρισμένα ρούχα και παπούτσια, μέχρι φρούτα pow pow και κομμάτια κρέατος, αμφιβόλου φυσικά ποιότητος.Λίγο πριν βγούμε από τη διοικητική περιφέρεια του Ναϊρόμπι, καθώς το αμάξι ανέπτυσσε ταχύτητα πάνω στις πολλαπλές λωρίδες της Εθνικής οδού, έβλεπες στο πλάι να περπατάνε αμέριμνοι και σχεδόν πάνω στην άσφαλτο οι κάτοικοι των φτωχών προαστείων λόγω έλλειψης πεζοδρομίων. Αυτό είναι ένα σύνηθες φαινόμενο σε ολόκληρη τη χώρα. Οπουδήποτε και να κινείσαι θα δεις άπειρο κόσμο να περπατάει αμέριμνος για πολλά χιλιόμετρα στο πλάι της ασφάλτου, δίπλα σε αυτοκίνητα που κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η διάνυση μεγάλων αποστάσεων είναι το εθνικό σπορ της Κένυας, γεγονός που αποδεικνύουν ένα σωρό μετάλλεια των ντόπιων σε διεθνείς μαραθωνίους. Το πράγμα όμως γίνεται ακόμα χειρότερο όταν, όντας μέσα στο αυτοκίνητο και τρέχοντας στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας έβλεπες να ξεπετάγονται μέσα από τη διαχωριστική νησίδα ξαφνικά διάφοροι απερίσκεπτοι ή θαρραλέοι άνθρωποι αλλά και μηχανάκια (!), οι οποίοι ήθελαν να διασχίσουν ΚΑΘΕΤΑ την εθνική οδό, όπου και όπως βρουν ανάμεσα στα διερχόμενα οχήματα, ελλείψει διαβάσεων και φαναριών. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι τρομερά αναλώσιμη στην Αφρική. Αυτό οι ντόπιοι δείχνουν να το έχουν ενστερνιστεί βαθιά μέσα στην καθημερινότητα και την κουλτούρα τους.
Λίγο πριν βγούμε από τη διοικητική περιφέρεια του Ναϊρόμπι, καθώς το αμάξι ανέπτυσσε ταχύτητα πάνω στις πολλαπλές λωρίδες της Εθνικής οδού, έβλεπες στο πλάι να περπατάνε αμέριμνοι και σχεδόν πάνω στην άσφαλτο οι κάτοικοι των φτωχών προαστείων λόγω έλλειψης πεζοδρομίων. Αυτό είναι ένα σύνηθες φαινόμενο σε ολόκληρη τη χώρα. Οπουδήποτε και να κινείσαι θα δεις άπειρο κόσμο να περπατάει αμέριμνος για πολλά χιλιόμετρα στο πλάι της ασφάλτου, δίπλα σε αυτοκίνητα που κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η διάνυση μεγάλων αποστάσεων είναι το εθνικό σπορ της Κένυας, γεγονός που αποδεικνύουν ένα σωρό μετάλλεια των ντόπιων σε διεθνείς μαραθωνίους. Το πράγμα όμως γίνεται ακόμα χειρότερο όταν, όντας μέσα στο αυτοκίνητο και τρέχοντας στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας έβλεπες να ξεπετάγονται μέσα από τη διαχωριστική νησίδα ξαφνικά διάφοροι απερίσκεπτοι ή θαρραλέοι άνθρωποι αλλά και μηχανάκια (!), οι οποίοι ήθελαν να διασχίσουν ΚΑΘΕΤΑ την εθνική οδό, όπου και όπως βρουν ανάμεσα στα διερχόμενα οχήματα, ελλείψει διαβάσεων και φαναριών. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι τρομερά αναλώσιμη στην Αφρική. Αυτό οι ντόπιοι δείχνουν να το έχουν ενστερνιστεί βαθιά μέσα στην καθημερινότητα και την κουλτούρα τους.
Απομακρυνόμενοι από την οικιστική ζώνη της πρωτεύουσας, η λαμαρίνα και ο τσιμεντόλιθος έδιναν τόπο σε ένα πανέμορφο και πιο πράσινο τοπίο με πυκνή βλάστηση, τυπικό δείγμα της κενυάτικης επαρχίας. Ο επαρχιακός δρόμος γινόταν ολοένα και πιο στενός, με ένα και μοναδικό ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τόσο που εάν έπεφτες σε κανένα φορτηγό αναγκαζόσουν να το πάρεις «καρότσα» για αρκετά χιλιόμετρα, διότι δεν υπήρχε χώρος για προσπέραση. Έτσι θα σκεφτόταν ένας δυτικός σώφρων οδηγός δηλαδή, έως ότου ζήσει την εμπειρία των αφρικανών φορτηγατζήδων! Ανάλογα με το φορτίο τους, τα φορτηγά κινούνταν σε διαφορετικές ταχύτητες, και αν κάποιο από αυτά ήθελε να κάνει προσπέραση δε δίσταζε να κάνει τον ελιγμό και να μπει στο αντίθετο ρεύμα. Λόγω της πληθώρας των βαρέων οχημάτων, αυτό ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο στους επαρχιακούς δρόμους. Το ζήσαμε κι αυτό. Είδαμε φορτηγό με διπλή καρότσα να κάνει τριπλή (!) προσπέραση στο αντίθετο ρεύμα και να προσπερνάει εμάς και άλλα δύο φορτηγά, εκ των οποίων το ένα είχε επίσης διπλή καρότσα. Και φυσικά, λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, ένα άλλο φορτηγό κείτονταν ξάπλα πεσμένο στο πλάι σε κάποιο χαντάκι…


Ανεβαίνοντας στην πλαγιά ενός βουνού φτάσαμε στο Rift Valley view point, ένα μέρος με τεράστια θέα κάτω στον κάμπο. Πού και πού έβλεπες μικρά κοπάδια από αιγοπρόβατα και βόδια να βοσκούν στο χορτάρι στην άκρη του δρόμου.
To Rift Valley έχει τεράστια γεωλογική σημασία, διότι αποτελεί το μεγαλύτερο ρήγμα της αφρικανικής ηπείρου, χωρίζοντάς την τεκτονικά στα δύο: στο κυρίως σώμα της ηπείρου και στο αποκαλούμενο «Αφρικανικό κέρας», μια ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει την Κένυα, μέρος της Αιθιοπίας και του Τζιμπουτί και τη Σομαλία. Λόγω του ρήγματος στο Rift Valley το κέρας της Αφρικής σταδιακά απομακρύνεται από την υπόλοιπη ήπειρο και ταξιδεύει ανατολικά, έως ότου φτάσει και ενσωματωθεί με την ινδική υποήπειρο, σε μερικά εκατομμύρια χρόνια.
Εκμεταλλευόμενο την ομορφιά του τοπίου το τοπικό τουριστικό οικο-σύστημα είχε αναπτυχθεί στην πλαγιά αυτή, με μικρά μαγαζάκια να πουλούν διάφορα μπιχλιμπίδια και προβιές. Μετά από δύο περίπου ώρες οδήγηση φτάσαμε στη λίμνη Naivasha. Το μέρος αυτό αποτελεί το χαμηλότερο σημείο μιας ευρύτερης λεκάνης απορροής, η οποία σχηματίστηκε μέσα σε μια τεράστια καλδέρα λόγω έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας εικοσιένα χιλιάδες χρόνια πριν. Αυτό υποδηλώνει περίτρανα το επιβλητικό ηφαίστειο Longonot, το οποίο δεσπόζει στη στέγη της καλδέρας.
Η πρόσβαση στη λίμνη είναι πολύ εύκολη. Με ένα μικρό αντίτιμο για τους μόνιμους κατοίκους, αλλά πολύ πιο ακριβο για τους τουρίστες (αυτός ο διαχωρισμός ισχύει σε όλα τα εθνικά πάρκα στην Κένυα), μπαίνεις σε μία κατάφυτη πεδιάδα που θυμίζει μαγεμένο δάσος. Οι «ακακίες του κίτρινου πυρετού» δεσπόζουν εδώ. Είναι ένα δέντρο με χαρακτηριστική παρουσία και συχνότητα σε ολόκληρη την Κένυα, ένα σήμα κατατεθέν της εγχώριας χλωρίδας, κάτι δηλαδή σαν το πεύκο και την ελιά στην Ελλάδα.

Πλησιάζοντας ολοένα και πιο κοντά στη λίμνη έβλεπες ψηλούς απογυμνωμένους κορμούς δέντρων, σημάδι ότι η στάθμη των υδάτων ήταν πιο ψηλά παλαιότερα αλλά υποχώρησε στη συνέχεια, πιθανόν λόγω της κλιματικής αλλαγής. Στη στροφή του δρόμου είδαμε την ταβέρνα με τίτλο «Pop up», όπου ο επισκέπτης μπορεί να παίρνει το γεύμα του καθήμενος στην κυριολεξία δίπλα σε αμέριμνα κοπάδια από γαζέλες και ζέβρες.
Ο σουρεαλισμός δε σταματάει εδώ. Αφήνοντας το αυτοκίνητο λίγο παρακάτω μπήκαμε σε μια βάρκα για να περάσουμε στο Crescent island, ένα μικρό νησί μέσα στη λίμνη, το οποίο αποτελεί έναν από τους ωραιότερους εθνικούς δρυμούς της χώρας. Πηγαίνοντας προς τα εκεί με τη βάρκα, είδαμε πάμπολλα σμήνη από κορμοράνους να κάθονται στα κλαδιά των μαγκρόβιων δέντρων, τα οποία ενώ έχουν τις ρίζες τους μέσα στο νερό, στον πάτο της λίμνης, τα κλαδιά τους βρίσκονται πάνω από την επιφάνειά της, δίνοντας στέγη στα πανέμορφα αυτά πτηνά. Στα πιο ψηλά κλαδιά κάθονταν επιβλητικοί και με αρχοντιά οι ψαραετοί, τα μεγαλύτερα και τα ομορφότερα πτηνά της λίμνης, τα οποία τρέφονται αποκλειστικά με ψάρια και ζουν έως εξήντα χρόνια. Κοντά στην ακτή είδαμε και μια οικογένεια από ιπποπόταμους να ξεπροβάλλουν το κεφάλι τους λίγο πάνω από την επιφάνεια του νερού. Τα ζώα αυτά όλη την ημέρα κάθονται τεμπέλικα μέσα στο νερό, ενώ το βράδυ βγαίνουν στην ακτή να βοσκήσουν το χορτάρι. Συνολικά υπάρχουν περίπου τριακόσιοι ιπποπόταμοι στη λίμνη Νaivasha.

Αποβιβαστήκαμε στο κοντινότερο προς την ακτή μέρος του Crescent island με στόχο να περπατήσουμε κατά μήκος του νησιού του οποίου το σχήμα μοιάζει με μισοφέγγαρο ή μπανάνα, για να μας πάρει πίσω ο βαρκάρης από το άλλο άκρο. Ένας νέος παράδεισος απλώθηκε μπροστά μας ευθύς με το που πατήσαμε πόδι στο νησί. Καθώς περπατούσαμε στο μονοπάτι, διάφορες αμέριμνες ζέβρες βοσκούσαν ακριβώς δίπλα μας, σημάδι ότι ήταν εξοικειωμένες με τους επισκέπτες του νησιού. Το τοπίο ήταν μοναδικό, θυμίζοντας σκηνές από Ηλύσια πεδία. Διάφορα είδη πτηνών συνέθεταν ένα πολύβουο τραγούδι, ενώ συνεχώς ανάμεσα στην οργιώδη βλάστηση ξεπρόβαλλαν κοπάδια από γαζέλες, οι οποίες στη θέα των ξένων έτρεχαν χοροπηδηχτά για να κρυφτούν. Σε ένα περιφραγμένο χωράφι είδαμε μερικές στρουθοκάμηλους να πλησιάζουν τους επισκέπτες με βλέμμα γεμάτο περιέργεια.
Συνεχίζοντας παραλιακά τον περίπατό μας είδαμε μερικά gnu ή wildbeest, στη θέα των οποίων αρχικά παγώσαμε, διότι τα περάσαμε για βουβάλια. Ένας διερχόμενος τοπικός ξεναγός όμως μας ενημέρωσε ότι είναι άκακα και ότι φοβούνται τους ξένους. Ο περίπατός μας συνεχίστηκε μέχρι το σημείο της επιβίβασης στη βάρκα για το δρόμο της επιστροφής.

Οικισμός Naivasha.
Η λέξη οικοσμός για τα αφρικανικά δεδομένα είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με αυτά της Ελλάδας. Σε ολόκληρη την περιοχή της Naivasha ζουν περίπου διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, σε σπίτια διασπαρμένα σε μεγάλη έκταση γύρω γύρω από την υγρή λεκάνη. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού όμως βρίσκεται σχετικά δίπλα στη λίμνη, οριοθετώντας το κέντρο της «μικρής» πόλης. Οι κάτοικοι ζουν από τον τουρισμό και την αλιεία, αλλά και από μια πληθώρα άλλων επαγγελμάτων, συνθέτοντας ένα ντόπιο οικονομικό οικοσύστημα με πολύ χαμηλά εισοδήματα. Αυτό το βλέπεις στις φτωχικές υποδομές που βρίσκονται πέραν του κεντρικού δρόμου που χωρίζει κλασσικά και εδώ, όπως και σε ολόκληρη τη χώρα τους δύο κόσμους: τον κόσμο των πολυτελών ξενοδοχείων και εστιατορίων δίπλα στις όχθες της λίμνης που σερβίρουν αστακούς και τον φτωχικό κόσμο των ντόπιων που ζουν στα πλίθινα σπίτια ανάμεσα σε λασπόδρομους και κοπάδια από ισχνές αγελάδες που τρώνε σκουπίδια.
Η φτώχεια όμως δεν δείχνει να πτοεί τους ντόπιους, των οποίων οι μικροσκοπικές επιχειρήσεις εσωτερικής κατανάλωσης φέρουν επιγραφές γεμάτες αυτοπεποίθηση. Πάνω από τις τσίγκινες εμπορικές καλύβες βλέπεις επιγραφές όπως: «5 Star Hotel», «Pub Paradise», «Dream luxury guest house» κλπ. Μία σουρεαλιστική φανφάρα χωρίς προηγούμενο!

Στη χώρα του καφέ αναζητήσαμε κάποια ντόπια καφετέρια να σερβίρει παραδοσιακό κενυάτικο καφέ ή τσάι. Με λύπη μας συνειδητοποιήσαμε ότι το μοναδικό είδος που σερβίρουν είναι συσκευασμένος Nescafe και βιομηχανικό τσάι. Το κόστος διανομής των αυθεντικών εγχώριων προϊόντων πιθανόν να είναι μεγαλύτερο από αυτό των πολυεθνικών. Σε αυτές τις τοπικές καφετέρειες βλέπεις ανθρώπους με φτωχικά ρούχα και σκισμένα σανδάλια να παίζουν με τα μεταχειρισμένα κινέζικα smartphones και να ανεβάζουν stories στο Instagram. Μία δυστοπική αντίθεση σε έναν πολυπολιτισμικό και ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο.
Αναζητώντας κάποιο κατάστημα με τοπικά εδέσματα καταλήξαμε στο «Mamas kitchen», ένα ωραιότατο αφρικανικό εστιατόριο με νοστιμότατη κουζίνα σε πάμφτηνες τιμές. Αξίζει να δοκιμάσει εκεί κανείς Managu matoke (ψητή μπανάνα), arrow roots και κοκκινιστό ψάρι του γλυκού νερού tilapia.
Tο επόμενο πρωί κατευθυνθήκαμε νότια, στους πρόποδες του ηφαιστείου Longonot. Εκεί βρίσκεται το τεράστιας έκτασης εθνικό πάρκο Hell’s gate (Η πύλη της Κολάσεως). Σε αντίθεση με την τρομακτική ονομασία του, πρόκειται για ένα μέρος με μοναδική ομορφιά, ιδιαίτερη μορφολογία και γεωλογικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την αφήγηση του David, του ξεναγού μας, η ο ομασία του πάρκου προήλθε ως εξής. Εξακόσια χρόνια πριν, η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα της περιοχής προκάλεσε εκρήξεις που καταπόντισαν με λάβα την περιοχή. Οι επόμενοι κάτοικοι που μετεγκαταστάθηκαν έβρισκαν συνεχώς σκελετούς θαμμένους κάτω από την πετρωμένη λάβα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έντονη γεωθερμία της περιοχής έδινε την εντύπωση ότι ο διάβολος κατοικούσε εδώ. Διασχίζοντας το φαράγγι μπορεί να δει κανείς πολύχρωμες στρώσεις από άργιλο, σημάδι των διαφορετικών γεωλογικών περιόδων που η ηφαιστειακή δραστηριότητα ανέδειξε από τα έγκατα της γης. Ανάμεσα σε μια μεγάλη ποικιλία φυτών μπορεί κανείς να δει την κλασσική ακακία του κίτρινου πυρετού, την «ακακία που σφυρίζει», ένα αγκαθωτό δέντρο με καρπούς σαν κεδρόμηλα και το φυτό kileleshwa, το οποίο δρα σαν απωθητικό κουνουπιών. Ανεβαίνοντας λίγα χιλιόμετρα προς τα πάνω, ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με το hell’s bathroom, το μπάνιο της Κολάσεως, το οποίο είναι ένας πανέμορφος καταρράκτης με το μοναδικό προνόμιο να ρίχνει καυτό και κρύο νερό ταυτόχρονα, ζωγραφίζοντας στους αργιλώδεις βράχους ιριδίζοντα σχέδια.

Συνεχίζοντας με το αυτοκίνητο ή το ποδήλατο μπήκαμε στην περιοχή όπου συναντάει κανείς ζέβρες, καμηλοπαρδάλεις, αφρικανικού τύπου αγριογούρουνα, γαζέλες, gnu και λεοπαρδάλεις. Δυστυχώς δεν είδαμε τις τελευταίες. Ο οδηγός μας είπε ότι πρόκειται για πανέξυπνα ζώα, τα οποία την ημέρα την αράζουν στα δέντρα και το σούρουπο κατεβαίνουν για να κυνηγήσουν. Στη συζήτηση που είχαμε με τον David, τον οδηγό μας σχετικά με τους πληθυσμούς των ντόπιων, μας είπε ότι ο μέσος όρος παιδιών μιας τυπικής επαρχιακής Κενυάτικης οικογένειας είναι δέκα (!) στο πλήθος. Προς μεγάλη μας έκπληξη, μας ανέφερε ενδεικτικά ότι ο πατέρας του είχε πέντε γυναίκες και έκανε σαράντα παιδιά…
Ένα δεδομένο του τρίτου κόσμου εντελώς έξω από δυτικά πρότυπα. Ο ίδιος ο David είχε μόλις τρία παιδιά και αυτό γιατί προσπαθεί να τα σπουδάσει. Στην Κένυα, ενώ το σχολείο είναι δωρεάν, πρέπει να πληρώσεις για να πας στο πανεπιστήμιο, μιας και είναι όλα ιδιωτικά. Τελειώνοντας την περιήγηση στο hell’s gate o επισκέπτης μπορεί να χαλαρώσει κάνοντας μπάνιο στα φυσικά θερμά λουτρά που μυρίζουν θειάφι. Ακριβώς δίπλα βρίσκονται τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τεράστια άσπρα σύννεφα θερμού ατμού ξεπροβάλλουν από τα έγκατα των καταπράσινων λόφων του πάρκου, δινοντας στο τοπίο ένα μοναδικό τόνο αφρικανικού σουρεαλισμού.

Φωτογραφίες: Ioanna Malliou, Dimitris Charlaftis

