Δεν είναι πολύ τουριστική, αλλά είναι τόσο ζωντανή. Μοιάζει με Κυκλάδες, αλλά μοιάζει και με Σποράδες. Η μισή είναι καταπράσινη με πυκνό πευκοδάσος, κι η άλλη μισή είναι άγρια και μυστηριώδης. Ανεξερεύνητη σαν την καρδιά της γυναίκας.

Οι περισσότεροι την έχουν ακουστά για τα αλογάκια της, για τα σκυριανά ξυλόγλυπτα έπιπλα και για τα κεραμικά της. Πολλοί την θεωρούν ήσυχη και ίσως αδιάφορη. Κι έτσι, όταν πρωτοπατούν το πόδι τους στο νησί μου, είναι απροετοίμαστοι. Και συνήθως όταν δεν το περιμένει κανείς, τότε δεν είναι που ερωτεύεται κεραυνοβόλα;

Γιατί, αν ένα στοιχείο έχει σίγουρα η Σκυρος, αυτή είναι η σαγήνη της.

Αυτή η ατμόσφαιρα που σε κυριεύει όταν περπατάς στα καλντερίμια της, όταν ανηφορίζεις προς το Κάστρο ανάμεσα σε μικροσκοπικές αυλές, σε πολύχρωμα παντζούρια και βουκαμβίλιες. Η ανάσα που σου κόβεται από τον ανήφορο αλλά και την ξαφνική εμφάνιση του Αιγαίου κάτω από τα πόδια σου, που τα ξεκουράζεις στο παγκάκι της πλατείας Καμαντού, ενώ βυθίζεις το βλέμμα σου στο μπλε του πελάγους υπό την προστασία του Άι Γιώργη του Σκυριανού. Κι όταν κατηφορίσεις, περάσεις κάτω από τις Καμάρες και καταλήξεις στην πλατεία του Μπρουκ, εκεί που στα νιάτα μας δίναμε κρυφά ραντεβού με τους πρώτους μας έρωτες, τότε συνειδητοποιείς ότι ερωτεύτηκες κι εσύ, το απέραντο γαλάζιο που σε κυριεύει, τις μυρωδιές και τις καλημέρες των ντόπιων.

Και πια δεν βαστάς, θέλεις να βουτήξεις σ’ αυτά τα κρυστάλλινα νερά, και κινάς να συναντήσεις τις παραλίες του νησιού. Κατεβαίνοντας προς τη Χώρα, κάνεις μια στάση στο «Καλυψώ» ή στο «Νεοπτόλεμο», για ένα καφεδάκι σε ένα από τα πιο γραφικά σημεία της. Και κάπου εκεί, πιάνεις κουβέντα με τους ντόπιους και τους ρωτάς:

ποια παραλία να διαλέξεις;

Το Μώλος – ναι, έτσι το λέμε εμείς οι σκυριανοί – και τα Μαγαζιά, με την απέραντη αμμουδιά και τη νεολαία που διασκορπίζεται στα λογής λογής beach bars, τον καταπράσινο Πεύκο, με τα δροσερά νερά και το πευκοδάσος που σ’ αγκαλιάζει ενώ κολυμπάς, ή μήπως την Κυρά Παναγιά που κι αυτή σε καλοδέχεται ντυμένη στα πράσινα; Δεν σε τραβάει το πράσινο και είναι του γούστου σου τα πιο «άγρια» τοπία; Εντάξει τότε, τράβα κατά την Καλαμίτσα, ή την Κολυμπάδα, κι αν θες λίγη περιπέτεια αναζήτησε το Ναυάγιο και την Αγαλίπα. Όχι περιπέτεια; Εντάξει τότε. Το Λιμανάκι ή Μαρκέσι σε περιμένει και φυσικά η απέραντη και μυστηριακή Καρεφλού και βεβαίως τα Γυρίσματα με τα βαθιά πεντακάθαρα νερά τους. Θέλεις να το παίξεις εξερευνητής; Είσαι στο στοιχείο σου. Ακολούθησε χωματόδρομους και μονοπάτια, χώσου στο δάσος και προσανατολίσου. Οι μικροί κολπίσκοι είναι κρυμμένοι παντού και σε περιμένουν για να σε πλανέψουν και να σε γεμίσουν με αναμνήσεις.

Σε ταλαιπώρησα και πείνασες λιγάκι; Μην ανησυχείς. Βρίσκεσαι στο σωστό μέρος. Είτε στη Χώρα, είτε στο λιμάνι μας, τη γραφική κι αγαπημένη Λιναριά, είτε στις παραλίες που ήδη απόλαυσες, εδώ που τα λέμε παντού στο νησί, δεν υπάρχει ταβερνάκι που δεν θα σε περιποιηθεί. Αν κάτι είναι αδιαπραγμάτευτο στη Σκύρο, είναι το καλό φαγητό που προσφέρει.

Και μετά το φαγητό, ένα καφεδάκι κι ένα γλυκό στον «Κάβο» θα σε γεμίσει με τα κόκκινα χρώματα του δειλινού, την θαλασσινή αύρα και μια γλυκιά ηρεμία. Για να πάρεις δύναμη για την βραδινή σου εξόρμηση.

Πάλι στη Χώρα λοιπόν, στο κεντρικό καλντερίμι. Να ξεκινήσουμε ξανά από πάνω και να κατεβαίνουμε. Να πιούμε ποτάκι στο «Ρόδον», να θαυμάσουμε την όμορφη τοιχογραφία του Στάθη, που δεν είναι πια μαζί μας, και να συνεχίσουμε προς το «Οινώ», για να δοκιμάσουμε τα ξεχωριστά Cocktails και την μοναδική φιλοξενία και ατμόσφαιρα που προσφέρει τόσα χρόνια. Κι έπειτα, λίγο πιο κάτω, στο «Καλλιτεχνικόν» – εμείς το λέμε Artistico, ή λέμε απλά, «πάμε στον Σάκη» – για ελληνικά αγαπημένα έντεχνα. Κι όσο περνάει η νύχτα, όλο και κατηφορίζουμε. Περνάμε για ένα ποτό ακόμη από το «Τζώγια», και μετά κατηφορίζουμε κι άλλο. Τόσο όσο αντέχουμε, μέχρι να μας βρει η αυγή στα μπαράκια γύρω από την κεντρική πλατεία, στο «Αγορά» με τη ρομαντική ταράτσα ή στο «Aeolia», και τελικά στο «Ηρώων», το άφτερ του νησιού. Πίνουμε και χορεύουμε, χορεύουμε και πίνουμε. Κι αν φλερτάρουμε κιόλας, ε, σίγουρα πεινάσαμε πάλι. Εύκολα διορθώνεται αυτό. Η «Κυρά Μαρία» είναι εδώ, αλλά κι ο Φούρνος του Γρηγόρη – όχι ο γνωστός, με τα μικρογεύματα, ο δικός μας Γρηγόρης με τις πάντα γελαστές κοπέλες που σε εξυπηρετούν όταν έρθει η πείνα πολύ αργά τη νύχτα ή πολύ νωρίς το πρωί.

Πρωί είπα; Τί χαρά! Ξημέρωσε πάλι κι έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε την περιήγηση. Να ξεναγηθούμε σ’ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα λαογραφικά μουσεία της Ελλάδας, το καταπληκτικό Μουσείο Φαλτάιτς, να ανέβουμε πιο ψηλά από τον Άγιο Γεώργιο για να δούμε το Κάστρο του Λυκομήδη με την απίθανη θέα, να επισκεφτούμε γραφικά ξωκκλήσια, να κάνουμε ιππασία στο βουνό, να χαϊδέψουμε ένα αλογάκι σε μία από τις φάρμες, να θαυμάσουμε τον προϊστορικό οικισμό στο Παλαμάρι, να κάνουμε καταδύσεις στον πλούσιο βυθό του νησιού και να ανακαλύψουμε άλλη μία δική μας κρυμμένη παραλία, που θα κάνουμε μπάνιο γυμνοί, μακριά από τα βλέμματα του κόσμου, σαν ναυαγοί, που είχαν την τύχη να επιβιώσουν, προσεγγίζοντας αυτόν τον μυστικό Παράδεισο της μοναδικής, ανεξερεύνητης Σκύρου


Σχολιάστε