
Αφήνεις πίσω σου τη μικρή ανηφόρα για τα Αρωνιάδικα, με το φως του απογεύματος να γλιστρά στις πέτρες των σπιτιών. Ο στενός δρόμος σου ψιθυρίζει “καλώς ήρθες”. Το χωριό είναι ήσυχο, με τον τρόπο που είναι ένα σπίτι το μεσημέρι, όταν όλοι κοιμούνται και μόνο οι τοίχοι θυμούνται ιστορίες.
Βολεύεσαι σ’ ένα παλιό ενοικιαζόμενο, απ’ αυτά που έχουν αυλή με γιασεμί και μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Εδώ μένεις. Κέντρο του νησιού, μακριά από τη φασαρία, μα κοντά σε όλα. Δέκα λεπτά με το αμάξι και φτάνεις στον Μυλοπόταμο. Φαγητό κάτω από τον πλάτανο και σουβενίρ χειροποίητο απ’ το ζευγάρι που εγκατέλειψε την πρωτεύουσα για να έρθει εδώ, σ’ αυτό το μικρό κομμάτι του παράδεισου.
Την επόμενη μέρα, πρωινό στο καφενείο του χωριού. Σπιτικά και όμορφα. Και φύγαμε για Φυρή Άμμο. Ο δρόμος γλιστρά ανάμεσα σε σκουρόχρωμα βράχια και θυμάρια. Η θάλασσα μπροστά σου καταγάλανη, κι από πάνω της ένας ήλιος που δεν βιάζεται. Η παραλία απέραντη και γοητευτικά άγρια. Αυτή την αγριάδα και την καθαρότητα, την προσεγγίζεις με τα πόδια στα τελευταία 400 μέτρα του δύσκολου δρόμου. Το ψιλό βοτσαλάκι σε ζεσταίνει και σε δροσίζει ταυτόχρονα. Τα νερά σε μαγεύουν. Δεν χρειάζονται πολλά. Μια σκιά κάτω από τον βράχο, δυο πετσέτες, μια αγκαλιά. Είναι όμορφα έτσι. Δεν θες τίποτα άλλο.
Το μεσημέρι, μετά το κολύμπι, σε ταΐζει η Φιλιώ κοκκινιστό με χυλοπίτες. Το απόγευμα σε βρίσκει στον Αβλέμονα. Εκεί, στον κόλπο, που είναι σχεδόν λίμνη. Περπατάς τα σοκάκια με το παγωτό στο χέρι, κάθεσαι κάτω από μια δάφνη και βλέπεις τις βάρκες να κουνούν απαλά. Κλείνεις το μάτι στο κοντινό Καλαδί, και του δίνεις ραντεβού για την επόμενη μέρα. Κι όταν αυτή φτάνει, κατεβαίνεις χωρίς γκρίνια τα σκαλοπάτια προς την παραλία, γιατί σου κόβεται η μιλιά από τη θέα. Από το γαλάζιο και το πράσινο της θάλασσας, από τον βράχο που σε ταξιδεύει κάπου στο Βιετνάμ ή στην Ταϊλάνδη. Μα, τέτοιο φως δεν υπάρχει πουθενά, παρά μόνο εδώ! Στα Κυθηρα. Οι ώρες περνούν και δεν θες να φύγεις ποτέ. Όμως η νύχτα έρχεται χωρίς να σου κάνει τη χάρη να περιμένει λίγες ωρίτσες ακόμη.
Το βράδυ σε φέρνει πίσω στα Αρωνιάδικα. Η αυλή είναι τώρα γεμάτη μυρωδιές. Ντομάτα, ρίγανη, και λίγη νύχτα. Το φως χαμηλό, τα τζιτζίκια σχεδόν κουρασμένα. Ανοίγεις ένα βιβλίο, δεν διαβάζεις. Κοιτάς. Ακούς. Και σκέφτεσαι πως δεν χρειάστηκε τίποτα περισσότερο για να είσαι καλά.
Αρκεί που κάποτε έφαγες στην κυρά Μαρία στα Λογοθετιάνικα. Αρκεί που αγόρασες εκείνη την ζωγραφισμένη πετρούλα στο Καψάλι. Ίσως να μη βούτηξες στο Καλάμι. Δεν πειράζει. Την επόμενη φορά…


