Γράφει η Ελευθερία Μακρυγιάννη

Η Ιταλία είναι η χώρα που τη νιώθω πολύ κοντά μου. Από μικρή έλεγα πάντοτε…

– Ο Θείος μου από την Ιταλία αυτό…

– Ο Θείος μου από την Ιταλία εκείνο…

– Ο Θείος από την Ιταλία έρχεται για τις γιορτές των Χριστουγέννων…


Εκείνος έζησε εκεί 16 χρόνια, εγώ μόλις 7 μέρες…

Λόγω του κολλήματος που είχα φάει με την Ιταλία, έβλεπα κάθε μέρα μία βιντεοκασέτα του National Geographic για την έκρηξη του Βεζούβιου και την Πομπηία και την εκπομπή «Εύρηκα» του Αντώνη Καφετζόπουλου για το Βατικανό και τον Άγιο Πέτρο.

Όταν στην τρίτη λυκείου ψηφίσαμε για την καθιερωμένη Πενταήμερη εκδρομή εγώ δαγκωτό Ιταλία λοιπόν.
Έχουν περάσει από τότε 20 χρόνια αλλά εάν μου κλείσεις τα μάτια και με αφήσεις σε οποιοδήποτε αξιοθέατο της Ρώμης μπορώ να σε πάω με τα πόδια σε όλα τα υπόλοιπα…
Ένα τέτοιο αξιοθέατο της γειτονικής χώρας είναι και το Κολοσσαίο.
Απ’ ό,τι έχω ακούσει, γιατί εμείς δεν πήγαμε…
Αυτές οι εμπειρίες δεν ξεχνιούνται.

Γιατί οι Πενταήμερες δεν είναι μόνο να χορεύεις Κιάμο με τους συμμαθητές σου και δεκαπέντε ακόμα Ισπανούς μαθητές φωνάζοντας ΧΑΡΙΣΤΈΑΣ, ΝΙΚΟΠΟΛΊΔΗΣ, ΚΑΡΑΓΚΟΎΝΗΣ!
Δεν είναι μόνο να σου χτυπάνε την πόρτα οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου γιατί έχει ανοίξει ο ανιχνευτής καπνού από τα ντουμάνια…

Η Πενταήμερη είναι εμπειρία.
Και το Βατικανό επίσης! Εάν δεν έχεις καμία λίμα για τα νύχια και μείνεις στην απέξω, αφού ο έλεγχος ήταν πραγματικά εξω-νυχι-στικός!
Όταν καταφέρεις και μπεις αισθάνεσαι ότι παίζεις σε ταινία και πως ο χρόνος είναι κάτι σχετικό. Το Βατικανό έχει μία ιδιαίτερη ενέργεια. Η ξενάγησή μας διήρκεσε 5 ώρες μα ένιωσα πως πέρασε μόνο μία.
Στην Καπέλα Σιξτίνα απλά κάθισα στις ειδικές διάφανες καρέκλες και έμεινα με το στόμα ανοιχτό να χαζεύω τις τοιχογραφίες και να μη ξέρω προς τα πού να κοιτάξω.
Μέχρι που κατεβάζοντας το κεφάλι είδα το συμμαθητή μου τον Ηλία να τον σέρνουν μπράβοι και να τον βγάζουν έξω γιατί η μηχανή του είχε φλας. Αν γινόταν αυτό στην Ελλάδα; Άκου φλας!     Τσ τσ τσ! Εμείς δεν ανάβουμε ούτε για να στρίψουμε…

Για άλλη μία φορά ήμουν πολύ τυχερή γιατί με το που φύγαμε από την Ιταλία πέθανε ο πάπας και έβλεπα με αγωνία όλη μέρα στα έκτακτα δελτία τί χρώμα καπνός θα βγει από την Καπέλα Σιξτίνα…
(Μάρτιος 2005)

Επίσης για χρόνια η αγαπημένη μου λέξη ήταν: Καρδινάλιος.

Αξέχαστη μέρα ήταν και όταν επισκέφτηκα την Πομπηία. Γιατί είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις ανθρώπους που μουμιοποιήθηκαν κάπως όταν καλύφθηκαν με λάβα και έχουν μείνει τα καλούπια τους στις στάσεις  που τους βρήκε η έκρηξη.

Το μέρος αυτό σου εξηγεί ακριβώς γιατί λέμε πως Ελλάδα και Ιταλία είμαστε ούνα φάτσα ούνα ράτσα.
Οι τύποι εκεί είχαν εφεύρει τρόπο να βάφουν τις κολώνες σαν μάρμαρο και μέσα να είναι όλο τούβλο… Αυτό στο σπίτι του πλουσιότερου της Πομπηίας όχι αστεία.
Οι πόρνες λέει άφηναν αποτύπωμα με τη σόλα του παπουτσιού τους στο χωμάτινο δρόμο ώστε να τις ακολουθούν μέχρι το «σπίτι», στο οποίο σπίτι θα συναντουσες πολλές φορές…θα σας το γράψω αυτολεξεί όπως το φώναξε ο Ιταλός ξεναγός και ο νοών νοείτω:
– Γεια σου κύρ’ εισαγγελέα με τη Τζένη την ωραία!
Οι τύποι έχουν στο αίμα τους την εξαπάτηση βρε παιδί μου, όπως στην Τουρκία έχουν το παζάρεμα.
Και το καμάκι το χουν στο αίμα τους… Τι Γκρικ λόβερ και κουραφέξαλα! Εδώ ο Ιταλός σε κοιτάζει και σου λέει:

– Μα κε Μπέλα Γκρέκα! και σου κόβονται τα πόδια…
σε σερβίρει καφέ και νομίζεις ότι σου την πέφτει… . Είναι τέχνη!
Καλού κακού κυκλοφόρηστε με ζώνη αγνότητος…


Σχολιάστε