Υπάρχουν μέρη που δεν σου φωνάζουν να τα ανακαλύψεις. Σε περιμένουν σιωπηλά, σαν να ξέρουν πως όταν τα βρεις, δεν θα τα ξεχάσεις. Η Τυνησία είναι ένα απ’ αυτά. Δεν μπορώ να πω ότι με μάγεψε. Δεν προσπάθησε. Δεν είχε ανάγκη να προσποιηθεί τίποτα. Η Τυνησία σε κοιτάζει κατευθείαν, όπως κοιτά ένα παιδί: χωρίς φιλτράρισμα, χωρίς καθωσπρεπισμούς.

Την δεύτερη μέρα νοικιάζεις ένα αυτοκίνητο για να δεις την ενδοχώρα. Και κάπου ανάμεσα σε δύο πόλεις που δεν θυμάσαι πια τα ονόματά τους, βλέπεις… καμήλες. Όχι σε τουριστικό φόντο, αλλά εκεί, δίπλα στον δρόμο, όπως στην Ελλάδα βλέπεις κατσίκες ή πρόβατα. Στέκονται αργές, επιβλητικές. Ανάβεις alarm και κάνεις μια στάση για να βγάλεις μια φωτογραφία, χωρίς καμία καλλιτεχνική αξία. Απλά για ενθύμιο.

Στο κέντρο της Τύνιδας οδηγούν σαν να παίζουν συγκρουόμενα. Κορναρίσματα, απότομα φρεναρίσματα, προσπεράσεις που σε κάνουν να πιάνεσαι από τη θέση. Αν έχεις νοικιάσει αυτοκίνητο, αρχικά εύχεσαι να μην το γυρίσεις πίσω με βαθουλώματα. Μετά από λίγο,  εύχεσαι απλώς να επιζήσεις! Η οδήγηση εδώ, θυμίζει περισσότερο ένστικτο επιβίωσης!
Κι όμως, πίσω απ’ αυτή την αναρχία, υπάρχει μια σιγουριά. Σαν να συμφωνούν όλοι σιωπηλά ότι θα γλιτώσουν. Και γλιτώνουν. Συνήθως…

Μετά την μάχη στους δρόμους της πρωτεύουσας, το Μουσείο Μπαρντό σε περιμένει ήσυχο και επιβλητικό. Ένας ολόκληρος κόσμος από μικρά, πολύχρωμα πετραδάκια που αφηγούνται έρωτες, μάχες, θεούς και καθημερινότητες. Κοιτάς τα ψηφιδωτά και σκέφτεσαι: και η ζωή έτσι είναι. Μικρά κομμάτια, ανομοιόμορφα, κάποιες φορές ασήμαντα, που όμως όταν απομακρυνθείς λίγο, η εικόνα καθαρίζει.

Κι ύστερα, σε υποδέχεται η Χαμαμέτ. Η θάλασσα ήσυχη, άμμος ψιλή σαν αλεύρι, ανοιχτόχρωμη. Περπατάς ξυπόλυτος και βουλιάζεις ελαφρά. Το τοπίο δεν σε καθηλώνει. Σε ξεκουράζει. Σε ησυχάζει. Το απόγευμα βγαίνεις για έναν περίπατο στις γειτονιές και στο μυαλό σου έρχονται οι πεζούλες στο νησί σου. Εκεί που κάθονταν οι γείτονες τα καλοκαίρια, πριν υπάρξουν οθόνες και air condition, κι έλεγαν τα νέα τους.
Η φτώχεια είναι διάχυτη. Στα σπίτια, στα βλέμματα, στις αυλές. Κι όμως, υπάρχει μια καθαρότητα, μια ευγένεια αλλιώτικη. Κάτι που μοιάζει με τα δικά μας παιδικά χρόνια. Πριν το “Instagram”, πριν τη λέξη “selfie”. Μια άλλη εποχή που, χωρίς να το περιμένεις, σε ακουμπά και σε συγκινεί.

Στις μεδίνες, στα παλιά κομμάτια των πόλεων, τα παζάρια στήνονται σαν θέατρο. Ο κόσμος φωνάζει, παζαρεύει, χαμογελά. Όμως αν είσαι γυναίκα — ειδικά ντυμένη όπως θα ήσουν ένα καλοκαίρι στην Ελλάδα — τα βλέμματα είναι έντονα. Τις λέξεις, ακόμη κι αν δεν τις καταλαβαίνεις, τις νιώθεις στο δέρμα σου. Είναι μια αίσθηση που σε κάνει να περπατάς λίγο πιο σφιχτά, λίγο πιο γρήγορα.

Κι έπειτα βρίσκεσαι στο παζάρι της Παρασκευής στη Nabeul. Ξαφνικά, όλη η πόλη γίνεται μια αγορά, ένας ρυθμός που χτυπά σε κάθε στενό. Από κεραμικά μέχρι χαλιά, από κουτάλες και μπρίκια μέχρι φωτιστικά γραφείου, από μπαχαρικά και ρούχα μέχρι παιχνίδια και σανδάλια, όλα είναι προς πώληση και προς χαρά. Οι φωνές ανεβοκατεβαίνουν, παζαρεύεις χωρίς βιασύνη, παίζεις, γελάς, ξεχνιέσαι. Αν φύγεις από το παζάρεμα δήθεν αρνητική ενώ ο άντρας σου μείνει πίσω, βγαίνει ο Τυνήσιος έμπορος και σε φωνάζει στα στενά: Aaanna, Aaanna! Τότε επιστρέφεις μισοχαμογελώντας και παίρνεις το  κιλίμι στο ένα τρίτο της αρχικής αξίας.
Και ύστερα πας βόρεια. Το Σίντι Μπου Σαΐντ, η εύπορη συνοικία, κάνει μεγάλη αντίθεση άλλα εμφανίζεται και σαν ψίθυρος ελληνικός: σπίτια λευκά, μπλε παντζούρια, γλάστρες στα σκαλοπάτια, γιασεμί και βουκαμβίλιες. Μια Τυνησία που φλερτάρει με τις Κυκλάδες, με θέα στη Μεσόγειο.

Και λίγο μετά, το ταξίδι τελειώνει. Αφού σε έχει γεμίσει γεύσεις πικάντικες και μυρωδιές. Χρώματα, φως αλλά και σκέψεις.

Η Τυνησία δεν είναι postcard. Δεν είναι το τέλειο σκηνικό. Είναι κάτι πιο ωμό, πιο τίμιο. Δεν θα την ερωτευτείς με την πρώτη. Αλλά μπορεί να σου θυμίσει κάτι που είχες ξεχάσει:
ότι οι άνθρωποι, ακόμη και μέσα στη φτώχεια, χαμογελούν. Ότι οι δρόμοι, όσο χαοτικοί κι αν είναι, κάπου οδηγούν.
Και ότι τα ταξίδια δεν είναι για να σε εντυπωσιάσουν. Είναι για να σε γυρίσουν λίγο πίσω. Εκεί που ήσουν πιο ανοιχτός, πιο αυθεντικός. Πιο εσύ…


Σχολιάστε