Home

  • Amalfi

    Amalfi

    Αμάλφι δεν είναι μόνο το Positano και το Amalfi. Αμάλφι είναι και το Ravello, και το Minori, το Erchie και η Cetara, το Raito και το Vietri sul mare. Το Αμάλφι είναι μια παραδεισένια περιοχή, που ακροβατεί – επικίνδυνα – ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα. Κι όταν λέω βουνό, δεν εννοώ τίποτα γλυκούλιδες λόφους. Εννοώ το άγριο βουνό, με την οργιώδη βλάστηση, με τους απειλητικούς ογκόλιθους να γέρνουν από πάνω σου και να σκιάζουν τα καταγάλανα νερά της λαμπερής ή αγριεμένης γειτόνισσας από κάτω. Αμάλφι είναι τα αμφιθεατρικά χτισμένα σπιτάκια και οι χρωματιστοί – συχνά πράσινοι – τρούλοι των εκκλησιών να ξεπετάγονται κάπου στα ψηλά. Είναι κι οι στροφές που σε φέρνουν σε επαφή, τη μια στιγμή με τους βράχους που ξεπροβάλλουν μέσα απ τα κύματα, κι ακριβώς την επόμενη στιγμή με τα καλοκλαδεμένα πεύκα που στέκονται φρουροί στην άκρη του δρόμου. Κι εκεί που λες

    – να το χωριό, φτάσαμε σε ένα λεπτό,

    εκεί εμφανίζονται κι άλλες στροφές, κι άλλα βουνά. Βράχοι καλυμμένοι με συρμάτινο πλέγμα που θα σώσει το κεφαλάκι σου από την κατολίσθηση, όρμοι και χαράδρες που σε ξαφνιάζουν και τελικά σε κάνουν να ξεχνάς ότι το χωριό, δεν είναι τόσο κοντά, ακόμη να το φτάσεις. Αλλά ποιος νοιάζεται; αφού η θέα σε έχει μαγέψει και ουσιαστικά δεν θέλεις ποτέ να φτάσεις.

    Δεν ξέρω ποια είναι η καλύτερη περίοδος για να επισκεφτείτε το Αμάλφι. Σίγουρα όχι το καλοκαίρι, που οι τουρίστες κατακλύζουν τους δρόμους και τις παραλίες. Αλλά ούτε και ο χειμώνας, που το επισκέφτηκα εγώ, αφού η βροχή και τα περίεργα ωράρια των εστιατορίων και των καφέ θα σας δυσκολέψει. Ο Οκτώβριος και η άνοιξη φαίνονται καλύτερες επιλογές. Επίσης, το να κινηθείτε με αυτοκίνητο είναι παγίδα. Το παρκάρισμα σε όλα αυτά τα πανέμορφα χωριά κυμαίνεται από 2 έως 4 ευρώ την ώρα, για μια θέση στον δημόσιο δρόμο. Το λεωφορείο από την άλλη (το 5120 κάνει την υπέροχη διαδρομή από Σαλέρνο προς Αμάλφι και τούμπαλιν), προσφέρει καταπληκτική θέα, αλλά ακόμη και το Νοέμβριο, έχει πολύ κόσμο και κινδυνεύετε να μείνετε όρθιοι. Υπάρχει και η επιλογή του πλοίου της γραμμής Σαλέρνο Positano, που μπορείτε να το πάρετε από το Salerno Concordia. Εγώ προσωπικά δεν συμπαθώ ιδιαίτερα αυτόν τον τρόπο. Ίσως το ιδανικότερο μέσο να είναι η μηχανή. Θέλει σκέψη το πράγμα

    Αν είστε ριψοκίνδυνοι και πάτε τελικά με αυτοκίνητο, να θυμάστε ότι παρκάρετε δωρεάν μόνο στη λευκή γραμμή, ενώ στην μπλε πρέπει να βρείτε το ειδικό μαραφέτι και να βάλετε χρήματα. Κάποιες φορές θα σας ζητήσει και αριθμό πινακίδας, κάποιες αριθμό θέσης, τον οποία θα δείτε στο οδόστρωμα εκεί που παρκάρατε, σε μπλε κουτάκι.

    Κι αφού τελειώσαμε με τα διαδικαστικά, ήρθε η ώρα να απολαύσουμε το Αμάλφι όχι μόνο με την όραση, αλλά και με τις υπόλοιπες αισθήσεις. Ας κάνουμε λοιπόν μια στάση στο Minori για ένα υπέροχο spaghetti alla puttanesca, στο γνωστό Sal de Riso. Η συγκεκριμένη μακαρονάδα γίνεται συνήθως με αντζούγιες, αλλά εδώ την κάνουν με αχιβάδες και πραγματικά ήταν εκπληκτική! Το Sal de Riso, δεξιά σερβίρει φαγητό, και το άλλο αριστερά σερβίρει γλυκό. Εκεί, στ’ αριστερά, πρέπει να δοκιμάσετε οπωσδήποτε το Delizia al limone, που λειώνει στο στόμα και μοσχοβολάει φρέσκο λεμόνι και εξοχή (άσε που ταιριάζει τέλεια μετά το σπαγγέτι).

    Κι αφού έχουμε μπλέξει με τα γλυκά, ελάτε να σας πάω και σ’ ένα ξεχωριστό καφέ-ζαχαροπλαστείο στο Σαλέρνο. Λέγεται «Pasticcia Cupcakeria», θα σας φτιάξει σίγουρα την διάθεση και θα κατευνάσει την οποιοδήποτε λιγούρα! Εδώ, στο Salerno σας βολεύει να είναι η βάση σας, για να εξερευνήσετε όλη την περιοχή. Οπότε και θα σας δώσω αλλά δύο αγαπημένα μέρη για ξεχωριστό δείπνο. Το πρώτο και καλύτερο είναι το «Habemus Papam«, ζεστό,  φιλόξενο, με καταπληκτικά ζυμαρικά, υπέροχα κρασιά και απίστευτη trippa! Τί είναι αυτό; είναι ένα τοπικό μεζεδάκι που απευθύνεται μόνο σε μερακλούδες και μερακλήδες. Αν είστε απ’ αυτούς, γκουγκλάρετέ το! Εγώ το δοκίμασα και ξετρελάθηκα!

    Σας χρωστάω όμως και μερικά πιάτα με θαλασσινά και αυτά θα τα χαρείτε στο οικογενειακό ταβερνάκι «Osteria dei Sapori«.

    Γενικότερα, καλό θα είναι οπουδήποτε κι αν βρεθείτε να κάνετε έναν έλεγχο στον λογαριασμό προτού πληρώσετε. Έτυχε (έτυχε άραγε;) αρκετές φορές να έχουμε πιει π.χ. τρία κρασιά, και να μας έχουν χρεωθεί τέσσερα. Έχετε το νου σας καλού κακού…

    Θα τελειώσω αυτήν την περιήγηση στην περιοχή του Αμάλφι με έναν περίπατο, μια ηλιόλουστη Κυριακή πρωί, στην παραλιακή περατζάδα του Σαλερνο. Με ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι, από το «Gelateria Giallo Limone», τους φοίνικες στα δεξιά, την θάλασσα στ’ αριστερά και μπροστά μας, αυτήν την απερίγραπτη Costiera Amalfitana να μας καλεί να την εξερευνήσουμε.

    Καλό σας ταξίδι!

  • Τυνησία – Tunisia: πόλεις, παζάρια και οδήγηση σε δύσκολη πίστα!

    Τυνησία – Tunisia: πόλεις, παζάρια και οδήγηση σε δύσκολη πίστα!

    Υπάρχουν μέρη που δεν σου φωνάζουν να τα ανακαλύψεις. Σε περιμένουν σιωπηλά, σαν να ξέρουν πως όταν τα βρεις, δεν θα τα ξεχάσεις. Η Τυνησία είναι ένα απ’ αυτά. Δεν μπορώ να πω ότι με μάγεψε. Δεν προσπάθησε. Δεν είχε ανάγκη να προσποιηθεί τίποτα. Η Τυνησία σε κοιτάζει κατευθείαν, όπως κοιτά ένα παιδί: χωρίς φιλτράρισμα, χωρίς καθωσπρεπισμούς.

    Την δεύτερη μέρα νοικιάζεις ένα αυτοκίνητο για να δεις την ενδοχώρα. Και κάπου ανάμεσα σε δύο πόλεις που δεν θυμάσαι πια τα ονόματά τους, βλέπεις… καμήλες. Όχι σε τουριστικό φόντο, αλλά εκεί, δίπλα στον δρόμο, όπως στην Ελλάδα βλέπεις κατσίκες ή πρόβατα. Στέκονται αργές, επιβλητικές. Ανάβεις alarm και κάνεις μια στάση για να βγάλεις μια φωτογραφία, χωρίς καμία καλλιτεχνική αξία. Απλά για ενθύμιο.

    Στο κέντρο της Τύνιδας οδηγούν σαν να παίζουν συγκρουόμενα. Κορναρίσματα, απότομα φρεναρίσματα, προσπεράσεις που σε κάνουν να πιάνεσαι από τη θέση. Αν έχεις νοικιάσει αυτοκίνητο, αρχικά εύχεσαι να μην το γυρίσεις πίσω με βαθουλώματα. Μετά από λίγο,  εύχεσαι απλώς να επιζήσεις! Η οδήγηση εδώ, θυμίζει περισσότερο ένστικτο επιβίωσης!
    Κι όμως, πίσω απ’ αυτή την αναρχία, υπάρχει μια σιγουριά. Σαν να συμφωνούν όλοι σιωπηλά ότι θα γλιτώσουν. Και γλιτώνουν. Συνήθως…

    Μετά την μάχη στους δρόμους της πρωτεύουσας, το Μουσείο Μπαρντό σε περιμένει ήσυχο και επιβλητικό. Ένας ολόκληρος κόσμος από μικρά, πολύχρωμα πετραδάκια που αφηγούνται έρωτες, μάχες, θεούς και καθημερινότητες. Κοιτάς τα ψηφιδωτά και σκέφτεσαι: και η ζωή έτσι είναι. Μικρά κομμάτια, ανομοιόμορφα, κάποιες φορές ασήμαντα, που όμως όταν απομακρυνθείς λίγο, η εικόνα καθαρίζει.

    Κι ύστερα, σε υποδέχεται η Χαμαμέτ. Η θάλασσα ήσυχη, άμμος ψιλή σαν αλεύρι, ανοιχτόχρωμη. Περπατάς ξυπόλυτος και βουλιάζεις ελαφρά. Το τοπίο δεν σε καθηλώνει. Σε ξεκουράζει. Σε ησυχάζει. Το απόγευμα βγαίνεις για έναν περίπατο στις γειτονιές και στο μυαλό σου έρχονται οι πεζούλες στο νησί σου. Εκεί που κάθονταν οι γείτονες τα καλοκαίρια, πριν υπάρξουν οθόνες και air condition, κι έλεγαν τα νέα τους.
    Η φτώχεια είναι διάχυτη. Στα σπίτια, στα βλέμματα, στις αυλές. Κι όμως, υπάρχει μια καθαρότητα, μια ευγένεια αλλιώτικη. Κάτι που μοιάζει με τα δικά μας παιδικά χρόνια. Πριν το “Instagram”, πριν τη λέξη “selfie”. Μια άλλη εποχή που, χωρίς να το περιμένεις, σε ακουμπά και σε συγκινεί.

    Στις μεδίνες, στα παλιά κομμάτια των πόλεων, τα παζάρια στήνονται σαν θέατρο. Ο κόσμος φωνάζει, παζαρεύει, χαμογελά. Όμως αν είσαι γυναίκα — ειδικά ντυμένη όπως θα ήσουν ένα καλοκαίρι στην Ελλάδα — τα βλέμματα είναι έντονα. Τις λέξεις, ακόμη κι αν δεν τις καταλαβαίνεις, τις νιώθεις στο δέρμα σου. Είναι μια αίσθηση που σε κάνει να περπατάς λίγο πιο σφιχτά, λίγο πιο γρήγορα.

    Κι έπειτα βρίσκεσαι στο παζάρι της Παρασκευής στη Nabeul. Ξαφνικά, όλη η πόλη γίνεται μια αγορά, ένας ρυθμός που χτυπά σε κάθε στενό. Από κεραμικά μέχρι χαλιά, από κουτάλες και μπρίκια μέχρι φωτιστικά γραφείου, από μπαχαρικά και ρούχα μέχρι παιχνίδια και σανδάλια, όλα είναι προς πώληση και προς χαρά. Οι φωνές ανεβοκατεβαίνουν, παζαρεύεις χωρίς βιασύνη, παίζεις, γελάς, ξεχνιέσαι. Αν φύγεις από το παζάρεμα δήθεν αρνητική ενώ ο άντρας σου μείνει πίσω, βγαίνει ο Τυνήσιος έμπορος και σε φωνάζει στα στενά: Aaanna, Aaanna! Τότε επιστρέφεις μισοχαμογελώντας και παίρνεις το  κιλίμι στο ένα τρίτο της αρχικής αξίας.
    Και ύστερα πας βόρεια. Το Σίντι Μπου Σαΐντ, η εύπορη συνοικία, κάνει μεγάλη αντίθεση άλλα εμφανίζεται και σαν ψίθυρος ελληνικός: σπίτια λευκά, μπλε παντζούρια, γλάστρες στα σκαλοπάτια, γιασεμί και βουκαμβίλιες. Μια Τυνησία που φλερτάρει με τις Κυκλάδες, με θέα στη Μεσόγειο.

    Και λίγο μετά, το ταξίδι τελειώνει. Αφού σε έχει γεμίσει γεύσεις πικάντικες και μυρωδιές. Χρώματα, φως αλλά και σκέψεις.

    Η Τυνησία δεν είναι postcard. Δεν είναι το τέλειο σκηνικό. Είναι κάτι πιο ωμό, πιο τίμιο. Δεν θα την ερωτευτείς με την πρώτη. Αλλά μπορεί να σου θυμίσει κάτι που είχες ξεχάσει:
    ότι οι άνθρωποι, ακόμη και μέσα στη φτώχεια, χαμογελούν. Ότι οι δρόμοι, όσο χαοτικοί κι αν είναι, κάπου οδηγούν.
    Και ότι τα ταξίδια δεν είναι για να σε εντυπωσιάσουν. Είναι για να σε γυρίσουν λίγο πίσω. Εκεί που ήσουν πιο ανοιχτός, πιο αυθεντικός. Πιο εσύ…

  • Roman Holiday ή … Πενταήμερη στην Ιταλία

    Roman Holiday ή … Πενταήμερη στην Ιταλία

    Γράφει η Ελευθερία Μακρυγιάννη

    Η Ιταλία είναι η χώρα που τη νιώθω πολύ κοντά μου. Από μικρή έλεγα πάντοτε…

    – Ο Θείος μου από την Ιταλία αυτό…

    – Ο Θείος μου από την Ιταλία εκείνο…

    – Ο Θείος από την Ιταλία έρχεται για τις γιορτές των Χριστουγέννων…


    Εκείνος έζησε εκεί 16 χρόνια, εγώ μόλις 7 μέρες…

    Λόγω του κολλήματος που είχα φάει με την Ιταλία, έβλεπα κάθε μέρα μία βιντεοκασέτα του National Geographic για την έκρηξη του Βεζούβιου και την Πομπηία και την εκπομπή «Εύρηκα» του Αντώνη Καφετζόπουλου για το Βατικανό και τον Άγιο Πέτρο.

    Όταν στην τρίτη λυκείου ψηφίσαμε για την καθιερωμένη Πενταήμερη εκδρομή εγώ δαγκωτό Ιταλία λοιπόν.
    Έχουν περάσει από τότε 20 χρόνια αλλά εάν μου κλείσεις τα μάτια και με αφήσεις σε οποιοδήποτε αξιοθέατο της Ρώμης μπορώ να σε πάω με τα πόδια σε όλα τα υπόλοιπα…
    Ένα τέτοιο αξιοθέατο της γειτονικής χώρας είναι και το Κολοσσαίο.
    Απ’ ό,τι έχω ακούσει, γιατί εμείς δεν πήγαμε…
    Αυτές οι εμπειρίες δεν ξεχνιούνται.

    Γιατί οι Πενταήμερες δεν είναι μόνο να χορεύεις Κιάμο με τους συμμαθητές σου και δεκαπέντε ακόμα Ισπανούς μαθητές φωνάζοντας ΧΑΡΙΣΤΈΑΣ, ΝΙΚΟΠΟΛΊΔΗΣ, ΚΑΡΑΓΚΟΎΝΗΣ!
    Δεν είναι μόνο να σου χτυπάνε την πόρτα οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου γιατί έχει ανοίξει ο ανιχνευτής καπνού από τα ντουμάνια…

    Η Πενταήμερη είναι εμπειρία.
    Και το Βατικανό επίσης! Εάν δεν έχεις καμία λίμα για τα νύχια και μείνεις στην απέξω, αφού ο έλεγχος ήταν πραγματικά εξω-νυχι-στικός!
    Όταν καταφέρεις και μπεις αισθάνεσαι ότι παίζεις σε ταινία και πως ο χρόνος είναι κάτι σχετικό. Το Βατικανό έχει μία ιδιαίτερη ενέργεια. Η ξενάγησή μας διήρκεσε 5 ώρες μα ένιωσα πως πέρασε μόνο μία.
    Στην Καπέλα Σιξτίνα απλά κάθισα στις ειδικές διάφανες καρέκλες και έμεινα με το στόμα ανοιχτό να χαζεύω τις τοιχογραφίες και να μη ξέρω προς τα πού να κοιτάξω.
    Μέχρι που κατεβάζοντας το κεφάλι είδα το συμμαθητή μου τον Ηλία να τον σέρνουν μπράβοι και να τον βγάζουν έξω γιατί η μηχανή του είχε φλας. Αν γινόταν αυτό στην Ελλάδα; Άκου φλας!     Τσ τσ τσ! Εμείς δεν ανάβουμε ούτε για να στρίψουμε…

    Για άλλη μία φορά ήμουν πολύ τυχερή γιατί με το που φύγαμε από την Ιταλία πέθανε ο πάπας και έβλεπα με αγωνία όλη μέρα στα έκτακτα δελτία τί χρώμα καπνός θα βγει από την Καπέλα Σιξτίνα…
    (Μάρτιος 2005)

    Επίσης για χρόνια η αγαπημένη μου λέξη ήταν: Καρδινάλιος.

    Αξέχαστη μέρα ήταν και όταν επισκέφτηκα την Πομπηία. Γιατί είναι ανατριχιαστικό να βλέπεις ανθρώπους που μουμιοποιήθηκαν κάπως όταν καλύφθηκαν με λάβα και έχουν μείνει τα καλούπια τους στις στάσεις  που τους βρήκε η έκρηξη.

    Το μέρος αυτό σου εξηγεί ακριβώς γιατί λέμε πως Ελλάδα και Ιταλία είμαστε ούνα φάτσα ούνα ράτσα.
    Οι τύποι εκεί είχαν εφεύρει τρόπο να βάφουν τις κολώνες σαν μάρμαρο και μέσα να είναι όλο τούβλο… Αυτό στο σπίτι του πλουσιότερου της Πομπηίας όχι αστεία.
    Οι πόρνες λέει άφηναν αποτύπωμα με τη σόλα του παπουτσιού τους στο χωμάτινο δρόμο ώστε να τις ακολουθούν μέχρι το «σπίτι», στο οποίο σπίτι θα συναντουσες πολλές φορές…θα σας το γράψω αυτολεξεί όπως το φώναξε ο Ιταλός ξεναγός και ο νοών νοείτω:
    – Γεια σου κύρ’ εισαγγελέα με τη Τζένη την ωραία!
    Οι τύποι έχουν στο αίμα τους την εξαπάτηση βρε παιδί μου, όπως στην Τουρκία έχουν το παζάρεμα.
    Και το καμάκι το χουν στο αίμα τους… Τι Γκρικ λόβερ και κουραφέξαλα! Εδώ ο Ιταλός σε κοιτάζει και σου λέει:

    – Μα κε Μπέλα Γκρέκα! και σου κόβονται τα πόδια…
    σε σερβίρει καφέ και νομίζεις ότι σου την πέφτει… . Είναι τέχνη!
    Καλού κακού κυκλοφόρηστε με ζώνη αγνότητος…

  • Μη λες, «ποτέ δεν θα τα βρούμε» – Κύθηρα

    Μη λες, «ποτέ δεν θα τα βρούμε» – Κύθηρα

    Αφήνεις πίσω σου τη μικρή ανηφόρα για τα Αρωνιάδικα, με το φως του απογεύματος να γλιστρά στις πέτρες των σπιτιών. Ο στενός δρόμος σου ψιθυρίζει “καλώς ήρθες”. Το χωριό είναι ήσυχο, με τον τρόπο που είναι ένα σπίτι το μεσημέρι, όταν όλοι κοιμούνται και μόνο οι τοίχοι θυμούνται ιστορίες.
    Βολεύεσαι σ’ ένα παλιό ενοικιαζόμενο, απ’ αυτά που έχουν αυλή με γιασεμί και μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Εδώ μένεις. Κέντρο του νησιού, μακριά από τη φασαρία, μα κοντά σε όλα. Δέκα λεπτά με το αμάξι και φτάνεις στον Μυλοπόταμο. Φαγητό κάτω από τον πλάτανο και σουβενίρ χειροποίητο απ’ το ζευγάρι που εγκατέλειψε την πρωτεύουσα για να έρθει εδώ, σ’ αυτό το μικρό κομμάτι του παράδεισου.
    Την επόμενη μέρα, πρωινό στο καφενείο του χωριού. Σπιτικά και όμορφα. Και φύγαμε για Φυρή Άμμο. Ο δρόμος γλιστρά ανάμεσα σε σκουρόχρωμα βράχια και θυμάρια. Η θάλασσα μπροστά σου καταγάλανη, κι από πάνω της ένας ήλιος που δεν βιάζεται. Η παραλία απέραντη και γοητευτικά άγρια. Αυτή την αγριάδα και την καθαρότητα, την προσεγγίζεις με τα πόδια στα τελευταία 400 μέτρα του δύσκολου δρόμου. Το ψιλό βοτσαλάκι σε ζεσταίνει και σε δροσίζει ταυτόχρονα. Τα νερά σε μαγεύουν. Δεν χρειάζονται πολλά. Μια σκιά κάτω από τον βράχο, δυο πετσέτες, μια αγκαλιά. Είναι όμορφα έτσι. Δεν θες τίποτα άλλο.
    Το μεσημέρι, μετά το κολύμπι, σε ταΐζει η Φιλιώ κοκκινιστό με χυλοπίτες. Το απόγευμα σε βρίσκει στον Αβλέμονα. Εκεί, στον κόλπο, που είναι σχεδόν λίμνη. Περπατάς τα σοκάκια με το παγωτό στο χέρι, κάθεσαι κάτω από μια δάφνη και βλέπεις τις βάρκες να κουνούν απαλά. Κλείνεις το μάτι στο κοντινό Καλαδί, και του δίνεις ραντεβού για την επόμενη μέρα. Κι όταν αυτή φτάνει, κατεβαίνεις χωρίς γκρίνια τα σκαλοπάτια προς την παραλία, γιατί σου κόβεται η μιλιά από τη θέα. Από το γαλάζιο και το πράσινο της θάλασσας, από τον βράχο που σε ταξιδεύει κάπου στο Βιετνάμ ή στην Ταϊλάνδη. Μα, τέτοιο φως δεν υπάρχει πουθενά, παρά μόνο εδώ! Στα Κυθηρα. Οι ώρες περνούν και δεν θες να φύγεις ποτέ. Όμως η νύχτα έρχεται χωρίς να σου κάνει τη χάρη να περιμένει λίγες ωρίτσες ακόμη.
    Το βράδυ σε φέρνει πίσω στα Αρωνιάδικα. Η αυλή είναι τώρα γεμάτη μυρωδιές. Ντομάτα, ρίγανη, και λίγη νύχτα. Το φως χαμηλό, τα τζιτζίκια σχεδόν κουρασμένα. Ανοίγεις ένα βιβλίο, δεν διαβάζεις. Κοιτάς. Ακούς. Και σκέφτεσαι πως δεν χρειάστηκε τίποτα περισσότερο για να είσαι καλά.
    Αρκεί που κάποτε έφαγες στην κυρά Μαρία στα Λογοθετιάνικα. Αρκεί που αγόρασες εκείνη την ζωγραφισμένη πετρούλα στο Καψάλι. Ίσως να μη βούτηξες στο Καλάμι. Δεν πειράζει. Την επόμενη φορά…

  • Η μεγάλη έξοδος των Αθηναίων

    Η μεγάλη έξοδος των Αθηναίων

    Γράφει η Ελευθερία Μακρυγιάννη

    Έχω τόσες ώρες άπραγη στο κάθισμα του συνοδηγού ακούγοντας τα παιδιά να τσακώνονται για έναν ροζ μαρκαδόρο… 

    Και σκέφτομαι σκέφτομαι…

    Κι αναρωτιέμαι εάν όλοι αυτοί που αποφάσισαν να περάσουν το Πάσχα κάτω από το αυλάκι για να πάνε στα χωριά τους, είναι πράγματι Αθηναίοι!

    Τι θα συνέβαινε στη χώρα εάν έμεναν ακόμη στις γενέτειρες τους; Πώς τους αρέσει αυτή η χωρίς χρόνο ζωή; Και γιατί υπάρχουν διόδια;

     Το ταξίδι από Βόλο για Άργος δεν είναι μεγάλο, μα έγινε, εξαιτίας αυτής της ασυνήθιστης για μας κίνησης. 

    Μα γιατί τη λένε κίνηση εφόσον δεν κινείται κανείς;

    Το Άργος λοιπόν είναι ένα μέρος αδικημένο. 

    Δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από άλλες πόλεις και το λέω εγώ που ήμουν τοπικίστρια. 

    Είναι από τις παλαιότερες, συνεχώς κατοικούμενες πόλεις στον κόσμο. Χαζοί ήταν όλοι αυτοί που την κατοίκησαν λοιπόν;

    Το κάστρο της, που φωτίζεται πανέμορφα τη νύχτα, ονομάζεται Λάρισα. Ούτε αυτό δε με πείραξε σαν Βολιώτισσα…

    Και είναι ίδιο με το κάστρο του Ναυπλίου, το Παλαμήδι. Λίγο πιο κάτω από το κάστρο υπάρχει το μοναστήρι της Παναγιάς Πορτοκαλούσας το οποίο ερωτεύτηκαν τα παιδιά μου και κάτω από το μοναστήρι, στο υπόγειο σα να λέμε, είναι το Κρυφό Σχολειό όπου το 1798  φοίτησε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Βλέποντας τη θέα απο εκεί συνειδητοποιείς ότι το μυαλό των προγόνων μας  έπαιρνε άλλες στροφές. Από το Άργος βλέπεις καθαρά το κάστρο του Ναυπλίου και το αντίθετο. Και από τις Μυκήνες βλέπεις και τα δύο κάστρα. Σχηματίζουν κάτι σαν τρίγωνο φαντάζομαι. Μα τις Μυκήνες δεν τις βλέπεις από πουθενά. 

    Αυτή ήταν η τέταρτη φορά που επισκέφτηκα τις Μυκήνες (12 χιλιόμετρα από το Άργος).

    Ο καιρός ήταν υπερβολικά ζεστός για Απρίλιος, ότι πρέπει για αρχαιολογικό χώρο, για εγκαύματα και γρανίτα καρπούζι…

    Οι εκατοντάδες τουρίστες με τιραντάκια και σορτς, εμείς με τζίν και φούτερ… το σύνδρομο της Ελληνίδας μάνας… 

    Ο Δημήτρης ήρθε τρέχοντας 

     – Μαμά ένας κύριος εκεί στο γκρουπ με είπε Μητσάκο! Πώς ήξερε το όνομά μου;

    – Τί λες μωρέ Μήτσο; Τί σου είπε δηλαδή;

    – Μπουένος Ντίας Μητσάκο!

    – Μήπως σου είπε, Μπουένος Ντίας Μουτσάτσο;…

    -Μαμά βγάλε φωτογραφία το θησαυρό του Ατρέα να το δείξω στην κυρία μου… Μαμά βγάλε το σπαθί του Αγαμέμνονα να το δείξω στην κυρία μου… Μαμά βγάλε τον τάφο της Κλυταιμνήστρας και στείλτο στην κυρία μου…

    Και εγώ που ξέχασα τη φωτογραφική μου στο Βόλο… έχω ανοίξει Instagram και στέλνω στις φίλες μου..  κοίτα εδώ είναι ο Μιχάλης Ρέππας που κοιτάζει το θησαυρό του Ατρέα και εδώ ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος μπροστά στο σπαθί του Αγαμέμνονα… 

    Ιστορικές στιγμές!

    Λοιπόν η είσοδος στις Μυκήνες είναι στα 20€ όμως στις 19/4 ημέρα μνημείων ήταν δωρεάν. Το λες και κωλοφαρδία… (συγνώμη για τα γαλλικά)

    Επίσης όποιος γκουγκλάρει και δει ότι η είσοδος στο Παλαμήδι είναι 4€ να μη το πιστέψει… 20€ και αυτό! 

    Να θέλεις να δείξεις στα παιδιά σου την ιστορία τους και να πεινάσεις μία εβδομάδα. Εμ, φυλάκισαν τον Κολοκοτρώνη και τώρα θέλουν να το κρύψουν κατάλαβες; 

    Μετά τις Μυκήνες λοιπόν επισκεφτήκαμε μια ταβέρνα στο Άργος διότι ήσαν Μεγάλη Παρασκευή και θέλαμε καλαμαράκια τηγανητά… και τσουπ ακριβώς δίπλα, το αρχαίο θέατρο Άργους… 

    Παλαιότερο και μεγαλύτερο από της Επιδαύρου με χωρητικότητα που έφτανε τους 20.000 θεατές και παρόλο που λείπουν τα ακριανά του καθίσματα η ακουστική του  είναι σοκαριστική.  Έμεινα στο κέντρο της σκηνής και άκουσα τη φωνή μου σαν να μιλούσα σε μικρόφωνο. 

    Εκνευρίστηκα και με ένα ζευγάρι Αυστριακών που νόμιζαν ότι είναι ρωμαϊκό! Ξεστραβώσου, γράφει 320 π.Χ.

    Βαριά τα καλαμαράκια…φφφφ! 

    Μισό λεπτό να πάω στη σκιά… 

    Όπως είπα στην αρχή είναι μία αδικημένη πόλη γιατί παρόλο που διαθέτει από ενετικά (βλ. στρατώνες Καποδίστρια), βυζαντινά, οθωμανικά, ελληνιστικά κτίσματα και πάρα πολλά να δεις, αμπελώνες, πορτοκαλεώνες μυρωδιές, γεύσεις… όλοι έχουμε πάει στο πανέμορφο – δε λέω- Ναύπλιο, μα λίγοι στο Άργος. Η απόσταση μεταξύ τους είναι γύρω στα δώδεκα χιλιόμετρα και ο δρόμος καταπληκτικός. Κάνε το βήμα την επόμενη φορά εσύ Αθηναίε… εσύ ναι κατάλαβες… ο Θεός να σε κάνει Αθηναίο!

  • Πήλιο: 31 ++ παραλίες και μια φασολάδα

    Πήλιο: 31 ++ παραλίες και μια φασολάδα

    Γράφει η Ελευθερία Μακρυγιάννη

    Μια συνηθισμένη συζήτηση την ώρα του πρωινού καφέ.

    -Τελικά το Σου Κου θα πάμε πίσω; Να πάρω μπύρες;

    Εάν δεν έχεις ζήσει στο Βόλο δε μπορείς να νιώσεις το συναίσθημα να ανεβαίνεις στην κορυφή του βουνού κατακαλόκαιρο, να περνάς μέσα από τις πίστες του Χιονοδρομικού Κέντρου και να φτάνεις στις πιο όμορφες παραλίες της Ελλάδας.

    Χορευτό, Άγιοι Σαράντα, Άγιος Ιωάννης, Παπά Νερό, Νταμούχαρη, είναι οι γνωστές…

    Παρίσαινα, Οβριός, Τουρκοπηγή, Ελίτσα οι βορειότερες.

    Καταπράσινη βλάστηση που ακουμπάει τη θάλασσα , δροσερά βαθιά νερά. (Αυτό είναι το πίσω! Χα χα 😁)

    Στην επιστροφή φοράς ζακέτα και τρως φασολάδα στα Χάνια. Τρελό, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα του Πηλίου.

    Από την άλλη μεριά, προς το νότιο Πήλιο, ακολουθείς παραθαλάσσια σχεδόν ολόκληρη την εσωτερική ακτογραμμή κατά μήκος του Παγασητικού κόλπου και απλά αποφασίζεις αν θα κολυμπήσεις από μέσα ή απ’ έξω. Οι επιλογές σου μπορεί να είναι περισσότερες από 50!

    Κοντινές οργανωμένες παραλιες; Κάτω Γατζέα, Καλά νερά, Άφησσος.

    Οργανωμένα κάμπινγκ δεκαπέντε λεπτά από την πόλη του Βόλου μέσα στους ελαιώνες, και λιγάκι πιο μακριά, μικροί κολπίσκοι κολλητά ο ένας με τον άλλο στο Λεφόκαστρο και στο Χόρτο. Olive bay, Βαθιά σπηλιά, Καζαμπλάνκα, Περιγιάλι, Πάου, Μπελιάν, Κάλαμος, είναι η μία παραλία ομορφότερη από την άλλη. Κοσμοπολίτικη Μηλίνα, Μαραθιάς κ.α.

    Η δεύτερη πιο συχνή ερώτηση καλοκαίρι στον καφέ είναι:

    -Πάμε για καραβιδομακαρονάδα στον Κατηγιώργη;

    Νότιο Πήλιο, Αιγαίο αυτή τη φορά.

    Εκεί έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στην ηρεμία της φύσης, Πανταζή άμμο, Ποτόκι, Πάλτση, και στην αγαπημένη μου παραλία τη Μελανή, στην οποία αποκτάς το τέλειο μαύρισμα. Ή να πιείς κοκτέιλ στα Ποτιστικά που είναι ακριβώς δίπλα. Ή να πάρεις το καραβάκι από τον Πλατανιά ή το Μικρό να πεταχτείς λίγο στη Σκιάθο για σφηνάκια.

    Οργανωμένο κάμπινγκ αγαπημένο των Σκανδιναβών το λατρεμένο Καστρί. Δεν σταματάει πουθενά αυτό το κείμενο όπως δεν σταματούν πουθενά αυτές οι παραλίες του Πηλίου. Κάθε χρόνο βρίσκεται κάποιος να μου εμφανίζει και μία. Έτσι από το πουθενά…

  • Η Σκύρος μιας Σκυριανής

    Η Σκύρος μιας Σκυριανής

    Δεν είναι πολύ τουριστική, αλλά είναι τόσο ζωντανή. Μοιάζει με Κυκλάδες, αλλά μοιάζει και με Σποράδες. Η μισή είναι καταπράσινη με πυκνό πευκοδάσος, κι η άλλη μισή είναι άγρια και μυστηριώδης. Ανεξερεύνητη σαν την καρδιά της γυναίκας.

    Οι περισσότεροι την έχουν ακουστά για τα αλογάκια της, για τα σκυριανά ξυλόγλυπτα έπιπλα και για τα κεραμικά της. Πολλοί την θεωρούν ήσυχη και ίσως αδιάφορη. Κι έτσι, όταν πρωτοπατούν το πόδι τους στο νησί μου, είναι απροετοίμαστοι. Και συνήθως όταν δεν το περιμένει κανείς, τότε δεν είναι που ερωτεύεται κεραυνοβόλα;

    Γιατί, αν ένα στοιχείο έχει σίγουρα η Σκυρος, αυτή είναι η σαγήνη της.

    Αυτή η ατμόσφαιρα που σε κυριεύει όταν περπατάς στα καλντερίμια της, όταν ανηφορίζεις προς το Κάστρο ανάμεσα σε μικροσκοπικές αυλές, σε πολύχρωμα παντζούρια και βουκαμβίλιες. Η ανάσα που σου κόβεται από τον ανήφορο αλλά και την ξαφνική εμφάνιση του Αιγαίου κάτω από τα πόδια σου, που τα ξεκουράζεις στο παγκάκι της πλατείας Καμαντού, ενώ βυθίζεις το βλέμμα σου στο μπλε του πελάγους υπό την προστασία του Άι Γιώργη του Σκυριανού. Κι όταν κατηφορίσεις, περάσεις κάτω από τις Καμάρες και καταλήξεις στην πλατεία του Μπρουκ, εκεί που στα νιάτα μας δίναμε κρυφά ραντεβού με τους πρώτους μας έρωτες, τότε συνειδητοποιείς ότι ερωτεύτηκες κι εσύ, το απέραντο γαλάζιο που σε κυριεύει, τις μυρωδιές και τις καλημέρες των ντόπιων.

    Και πια δεν βαστάς, θέλεις να βουτήξεις σ’ αυτά τα κρυστάλλινα νερά, και κινάς να συναντήσεις τις παραλίες του νησιού. Κατεβαίνοντας προς τη Χώρα, κάνεις μια στάση στο «Καλυψώ» ή στο «Νεοπτόλεμο», για ένα καφεδάκι σε ένα από τα πιο γραφικά σημεία της. Και κάπου εκεί, πιάνεις κουβέντα με τους ντόπιους και τους ρωτάς:

    ποια παραλία να διαλέξεις;

    Το Μώλος – ναι, έτσι το λέμε εμείς οι σκυριανοί – και τα Μαγαζιά, με την απέραντη αμμουδιά και τη νεολαία που διασκορπίζεται στα λογής λογής beach bars, τον καταπράσινο Πεύκο, με τα δροσερά νερά και το πευκοδάσος που σ’ αγκαλιάζει ενώ κολυμπάς, ή μήπως την Κυρά Παναγιά που κι αυτή σε καλοδέχεται ντυμένη στα πράσινα; Δεν σε τραβάει το πράσινο και είναι του γούστου σου τα πιο «άγρια» τοπία; Εντάξει τότε, τράβα κατά την Καλαμίτσα, ή την Κολυμπάδα, κι αν θες λίγη περιπέτεια αναζήτησε το Ναυάγιο και την Αγαλίπα. Όχι περιπέτεια; Εντάξει τότε. Το Λιμανάκι ή Μαρκέσι σε περιμένει και φυσικά η απέραντη και μυστηριακή Καρεφλού και βεβαίως τα Γυρίσματα με τα βαθιά πεντακάθαρα νερά τους. Θέλεις να το παίξεις εξερευνητής; Είσαι στο στοιχείο σου. Ακολούθησε χωματόδρομους και μονοπάτια, χώσου στο δάσος και προσανατολίσου. Οι μικροί κολπίσκοι είναι κρυμμένοι παντού και σε περιμένουν για να σε πλανέψουν και να σε γεμίσουν με αναμνήσεις.

    Σε ταλαιπώρησα και πείνασες λιγάκι; Μην ανησυχείς. Βρίσκεσαι στο σωστό μέρος. Είτε στη Χώρα, είτε στο λιμάνι μας, τη γραφική κι αγαπημένη Λιναριά, είτε στις παραλίες που ήδη απόλαυσες, εδώ που τα λέμε παντού στο νησί, δεν υπάρχει ταβερνάκι που δεν θα σε περιποιηθεί. Αν κάτι είναι αδιαπραγμάτευτο στη Σκύρο, είναι το καλό φαγητό που προσφέρει.

    Και μετά το φαγητό, ένα καφεδάκι κι ένα γλυκό στον «Κάβο» θα σε γεμίσει με τα κόκκινα χρώματα του δειλινού, την θαλασσινή αύρα και μια γλυκιά ηρεμία. Για να πάρεις δύναμη για την βραδινή σου εξόρμηση.

    Πάλι στη Χώρα λοιπόν, στο κεντρικό καλντερίμι. Να ξεκινήσουμε ξανά από πάνω και να κατεβαίνουμε. Να πιούμε ποτάκι στο «Ρόδον», να θαυμάσουμε την όμορφη τοιχογραφία του Στάθη, που δεν είναι πια μαζί μας, και να συνεχίσουμε προς το «Οινώ», για να δοκιμάσουμε τα ξεχωριστά Cocktails και την μοναδική φιλοξενία και ατμόσφαιρα που προσφέρει τόσα χρόνια. Κι έπειτα, λίγο πιο κάτω, στο «Καλλιτεχνικόν» – εμείς το λέμε Artistico, ή λέμε απλά, «πάμε στον Σάκη» – για ελληνικά αγαπημένα έντεχνα. Κι όσο περνάει η νύχτα, όλο και κατηφορίζουμε. Περνάμε για ένα ποτό ακόμη από το «Τζώγια», και μετά κατηφορίζουμε κι άλλο. Τόσο όσο αντέχουμε, μέχρι να μας βρει η αυγή στα μπαράκια γύρω από την κεντρική πλατεία, στο «Αγορά» με τη ρομαντική ταράτσα ή στο «Aeolia», και τελικά στο «Ηρώων», το άφτερ του νησιού. Πίνουμε και χορεύουμε, χορεύουμε και πίνουμε. Κι αν φλερτάρουμε κιόλας, ε, σίγουρα πεινάσαμε πάλι. Εύκολα διορθώνεται αυτό. Η «Κυρά Μαρία» είναι εδώ, αλλά κι ο Φούρνος του Γρηγόρη – όχι ο γνωστός, με τα μικρογεύματα, ο δικός μας Γρηγόρης με τις πάντα γελαστές κοπέλες που σε εξυπηρετούν όταν έρθει η πείνα πολύ αργά τη νύχτα ή πολύ νωρίς το πρωί.

    Πρωί είπα; Τί χαρά! Ξημέρωσε πάλι κι έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε την περιήγηση. Να ξεναγηθούμε σ’ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα λαογραφικά μουσεία της Ελλάδας, το καταπληκτικό Μουσείο Φαλτάιτς, να ανέβουμε πιο ψηλά από τον Άγιο Γεώργιο για να δούμε το Κάστρο του Λυκομήδη με την απίθανη θέα, να επισκεφτούμε γραφικά ξωκκλήσια, να κάνουμε ιππασία στο βουνό, να χαϊδέψουμε ένα αλογάκι σε μία από τις φάρμες, να θαυμάσουμε τον προϊστορικό οικισμό στο Παλαμάρι, να κάνουμε καταδύσεις στον πλούσιο βυθό του νησιού και να ανακαλύψουμε άλλη μία δική μας κρυμμένη παραλία, που θα κάνουμε μπάνιο γυμνοί, μακριά από τα βλέμματα του κόσμου, σαν ναυαγοί, που είχαν την τύχη να επιβιώσουν, προσεγγίζοντας αυτόν τον μυστικό Παράδεισο της μοναδικής, ανεξερεύνητης Σκύρου

  • Κωνσταντινούπολη: όσα Βλέπεις και όσα Δεν βλέπεις Istanbul

    Κωνσταντινούπολη: όσα Βλέπεις και όσα Δεν βλέπεις Istanbul
    1. Στο νούμερο ένα των «Βλέπεις», δεν θα μπορούσε να βρίσκεται τίποτα άλλο από τις γάτες! Οι γάτες στην Πόλη είναι παντού! Στους δρόμους, στα καφέ, στα εστιατόρια, στις βιτρίνες των καταστημάτων. Ναι στις βιτρίνες! Αληθινές γατούλες περιφέρονται ακόμη και στις βιτρίνες, ανάμεσα σε βάζα και πορσελάνες! Κάθονται στο καναπεδάκι της καφετέριας που θες να καθίσεις και τις μετακινείς για να πάρεις τη θέση τους. Κι εκείνες, ή που θα συνεχίσουν τον ύπνο τους αμέριμνες, ή που θα σε στραβοκοιτάξουν ενοχλημένες. Γιατί αυτή είναι η Δική τους πόλη – αφού ο Προφήτης τις αγαπούσε τόσο ώστε να τις αναφέρει στο Κοράνι – , κι εσύ δεν έχεις καμία δουλειά να τους χαλάς την ησυχία!
    2. Να τους πω μικροπωλητές; Δεν ξέρω αν ταιριάζει η λέξη, αφού είμαι σίγουρη ότι ο οποιοσδήποτε στην Κωνσταντινουπολη μπορεί να βγει στο δρόμο και να πουλήσει οτιδήποτε σκεφτεί. Έτσι, σε κάθε γωνιά της πόλης Βλέπεις:
      • έναν παππού με μια οικιακή ζυγαριά, σαν αυτή που έχεις στο μπάνιο σου, να πουλάει το … ζύγισμά σου – να ξέρεις βρε αδερφέ πόσα μπακλαβαδάκια μπορείς να φας ακόμη!
      • δύο φίλους με οικιακά θερμός, πλαστικά ποτηράκια και ζάχαρη σε βάζο, να πουλάνε ζεστό τσάι στους περαστικούς, καθώς ανταλλάσσουν τα νέα τους, καθισμένοι στο παγκάκι
      • έναν μοναχικό κύριο έξω από ένα γκαράζ να πουλάει φιστίκια αράπικα σε σακουλάκια που έχει στοιβαγμένα στο παλιό του σακβουαγιάζ
      • φυσικά, τον οποιονδήποτε, οπουδήποτε, να πουλάει εμφιαλωμένα νεράκια
      • και τον οποιονδήποτε, οπουδήποτε, να πουλάει οτιδήποτε. Πλαστικά παιχνίδια, σφυρίχτρες, βραχιολάκια, γυαλιά, σκουφιά, γάντια, ομπρέλες, τσατσάρες, καπέλα, κουμπιά, βελόνες και κλωστές και ό,τι άλλο βάζει ο νους σου.
    3. Οι ψαράδες της Γέφυρας του Γαλατά, δεν μπορεί να λείπουν απ’ αυτή τη λίστα. Γιατί είναι αμέτρητοι, γιατί είναι γραφικοί, γιατί είναι αφοσιωμένοι. Με ήλιο και με ζέστη, με κρύο και με βροχή, οι ψαράδες είναι εκεί! Τους Βλέπεις μέρα νύχτα.
    4. Βρίσκονται στο νούμερο τέσσερα παρόλο που είναι άπειρες! Ρωτάτε ποιές; Οι πλαστικές επεμβάσεις μύτης! Δεν υπάρχει περίπτωση να κυκλοφορήσεις στον Γαλατά και στην ευρύτερη περιοχή και να μην συναντήσεις τουλάχιστον πέντε-έξι άτομα τη μέρα με μπαταρισμένη μυτούλα! Κι αν προσθέσουμε και τις εμφυτεύσεις μαλλιών, τότε σίγουρα θα έπρεπε να μιλάμε για δεκάδες «κρούσματα» που Βλέπεις καθημερινά! Εμείς αρχίσαμε να μετράμε, έτσι, σαν παιχνίδι. Σε οχτώ μέρες μετρήσαμε 44 μυτούλες και 29 εμφυτεύσεις!!!
    5. Αυτές που δεν μετρήσαμε, ήταν οι φωτογραφίες του Κεμάλ Ατατούρκ και οι Τούρκικες σημαίες! Ο Κεμάλ έφηβος, ο Κεμάλ νεαρός, ο Κεμάλ τριαντάρης. ο Κεμάλ σαραντάρης, ο Κεμάλ πενηντάρης. Μόνο στη βρεφική κούνια δεν τον Βλέπεις!
    6. Οι μαντήλες και οι μπούρκες είναι κάτι ακόμη που Βλέπεις πολύ συχνά στην Κωνσταντινούπολη. Όπου κι αν βρίσκεσαι οι γυναίκες με τις μαντήλες είναι γύρω σου, ντυμένες σεμνά – πολλές φορές με φόρμες, και με κυρίαρχο πανωφόρι την καμπαρντίνα. Ευτυχώς, η ολόσωμη μπούρκα είναι κάτι που το Βλέπεις μεν αλλά όχι τόσο πολύ.
    7. Πολύ όμως, μα πάρα πολύ συχνά, Βλέπεις σκουπίδια! Χαρτιά, σακούλες και κάθε είδους σκουπιδομάνι, πλημυρίζουν τους δρόμους, τους χώρους του Μετρό, τις όχθες του Βόσπορου, τα πεζοδρόμια, τις σκάλες, τα παρτέρια. Μόνο γύρω-γύρω από τα Τζαμιά δεν βλέπεις σκουπίδια και γύρω από τα τουριστικά αξιοθέατα. Αν ξεμακρύνεις όμως έστω και λίγο από τους τουριστικούς δρόμους, τα σκουπίδια σε περιμένουν στη γωνία…
    8. Όπως σε περιμένουν σε πολλά σημεία οι τούρκικες τουαλέτες. Ειδικά στα φέρυ του Βοσπόρου, οι τούρκικες τουαλέτες είναι σχεδόν βεβαιότητα. Δεν ξέρω αν είναι καθαρές. Δεν το τόλμησα. Αυτό που τόλμησα όμως, είναι οι τουαλέτες κάτω από τη γέφυρα του Γαλατά, όπου μπαίνεις πληρώνοντας, είτε με πιστωτική κάρτα, είτε με το εισιτήριο των μέσων μαζικής μεταφοράς, και ομολογώ ότι ήταν καθαρές και εξοπλισμένες. Εκεί, επιλέγεις τούρκικη ή ευρωπαϊκή.
    9. Και τέλος, αυτό που Βλέπεις σε κάθε σου βήμα στην Πόλη, είναι τα φαγητά και τα γλυκά! Μπαλίκ εκμέκ (σάντουιτς με ψάρι), Σιμίτ (κουλούρι), Κουμπίρ (γεμιστή ψητή πατάτα), Μαντί (γεμιστά ζυμαρικά σαν μεγάλα τορτελίνια), Μύδια, Πιλάφια, Κεμπάπ, Γύρους από αρνί και από κοτόπουλο (όχι από χοιρινό, αφού οι Μουσουλμάνοι δεν τρώνε χοιρινό), Ντολμάδες, Κεφτέδες, Αυγά μαγειρεμένα με ντομάτες, λουκάνικα και καυτερές πιπεριές, αλλά και Μπακλαβάδες, Καζάν Ντιπί, Κιουνεφέ, Σουτζούκ Λουκούμ, Λουκουμάκια απλά, Κρέμες, Πάστες, Παγωτά και κάθε είδους γλυκά και αλμυρά, που, αν δεν συγκρατηθείς, θα γυρίσεις στο σπίτι σου με δέκα κιλά επιπλέον για σουβενίρ!
    10. Στο νούμερο δέκα, έρχεται η στιγμή του «Δεν βλέπεις». Και νομίζω ότι δικαίως θα ξεκινήσω με τους κάδους σκουπιδιών. Δεν βλέπεις κάδους και καλαθάκια σκουπιδιών πουθενά (είπαμε, στους χώρους λατρείας και στα αξιοθέατα έχει απ’ όλα). Στο τσακίρ κέφι, εμφανίζεται καμιά σακούλα σκουπιδιών στηριγμένη κακήν κακώς σε κάποιο κάγκελο ή στα σκαλιά του Μετρό, με τα σκουπίδια στο πάτωμα γύρω της να κάνουν πάρτι ανενδοίαστα!
    11. Επειδή οι ποδηλάτες αγαπούν τη ζωή τους, Δεν βλέπεις πουθενά ποδηλάτες! Οι ποδηλατόδρομοι στην Κωνσταντινούπολη είναι ανύπαρκτοι. Οι ανηφόρες, οι λακκούβες και τα σαμαράκια είναι παγίδες ακόμα και για τους πεζούς. Σκέψου να έχεις και ποδήλατο!
    12. Τί άλλο δεν βλέπεις στην Ιστανμπούλ; Τιμές! Είναι μάλλον στην κουλτούρα τους να προκαλείται συζήτηση για την τιμή των προϊόντων, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται το κλασσικό παζάρεμα.
    13. Σάββατο βράδυ, βγείτε μια βόλτα στις καφετέριες γύρω από τον Πύργο του Γαλατά, στην οδό Büyük Hendek και ψάξτε στο μενού για αλκοόλ! Ψάξε, ψάξε, δεν θα το βρεις. Αυτή ήταν η πρώτη έκπληξη για μένα, γιατί έφτασα Σάββατο βράδυ στην πόλη και βγήκα για ένα γρήγορο ποτάκι. Κάθομαι σε ένα συμπαθητικό καφέ και πάω να παραγγείλω. Όμως μάταια! Όλοι γύρω μου έπιναν τσάι – στις έντεκα το βράδυ! – και έτρωγαν Σαν Σεμπαστιάν. Όπως καταλαβαίνετε, το ίδιο έκανα κι εγώ! Σαν Σεμπαστιάν περιχυμένο με σοκολάτα! Δοκιμάστε το!
    14. Κι έτσι γλυκά, θα βάλω τελεία. Περιμένω τα δικά σας «Είδα» και «Δεν είδα» για την Κωνσταντινούπολη, και θα κάνω επίλογο με κάτι ακόμη που Δεν είδα στην επιστροφή από την Πόλη. Δεν είδα να κατεβαίνει το νούμερο των κιλών μου στη ζυγαριά, ούτε γραμμάριο! Τελικά, μάλλον έπρεπε να ανεβαίνω καθημερινά στη ζυγαριά του γλυκύτατου παππού στη λεωφόρο Kemeraltı…

    #Istanbul

  • Στις γειτονιές του Παρισιού: Marais

    Στις γειτονιές του Παρισιού: Marais

    Ξημέρωσε και είσαι στο Παρίσι ξανά. Ο ουρανός είναι μαβής, η ομίχλη σου κρύβει σχεδόν ολόκληρο τον Πύργο του Άιφελ, η θερμοκρασία έχει πέσει στους -2 βαθμούς Κελσίου. Δεν πτοείσαι όμως. Βάζεις σκούφο και γάντια, παίρνεις το Μετρό και κατεβαίνεις στο Marais (στάση Hôtel de Ville). Περπατάς στους γνωστούς δρόμους, ανεβαίνεις την οδό Vieille du Temple, κάνεις μια στάση για ένα καφεδάκι στα όρθια στο οβάλ ξύλινο μπαρ του λιλιπούτειου «Au Petit Fer à Cheval» και μετά συνεχίζεις προς την οδό των τριανταφυλλιών, την Rue des Rosiers και την Εβραϊκή συνοικία.

    Χαζεύεις τα όμορφα μαγαζάκια, χάνεσαι στα γύρω στενά, φωτογραφίζεις από μακριά τον εντυπωσιακό ναό με την κόκκινη πόρτα (τον Saint-Paul Saint-Louis), κάνεις μια στάση στην γοητευτική πλατειούλα du Marché Sainte-Catherine, για να σου ανοίξει την όρεξη, λίγο πριν βρεθείς στην άλλη, την ωραιότερη ίσως πλατεία της πόλης: την κεντρική πλατεία του Μαρέ, Place des Vosges που σε μεταφέρει στον 17ο αιώνα και σε μεταμορφώνει σε ηρωίδα παραμυθιού. Στέκεσαι στο κέντρο της και στριφογυρίζεις, χαζεύοντας τον άψογα φροντισμένο κήπο, τα δέντρα με τα χειμωνιάτικα ξερά κλαδιά που τρυπούν το σκούρο μπλε του ουρανού, τα καφεκόκκινα κτίρια με τις μαύρες στέγες, που σε περιβάλουν και σε κλείνουν μέσα σ’ ένα μαγικό κουτί. Από το οποίο σε βγάζει απότομα το κρύο, που έχει θρονιαστεί στα μάγουλα και στη μύτη σου, απειλεί τις πατούσες σου και ενεργοποιεί το στομάχι σου!

    Έτσι, κατευθύνεσαι χωρίς καθυστέρηση προς την καμάρα που σε βγάζει στην Rue de Birague, και μπαίνεις μέσα στο πάντα ζωντανό και φιλικό «Café L’Arsenal». Λίγες θέσεις είναι ελεύθερες. Μία στον καναπέ, δίπλα στον ασπρομάλλη κύριο που διαβάζει την εφημερίδα του. Μία μπροστά στη τζαμαρία, ανάμεσα στο ερωτευμένο ζευγαράκι και στους συνταξιούχους που πίνουν το καφεδάκι τους συζητώντας ζωηρά. Μία μπροστά στον καλλιτέχνη που διαβάζει ένα βιβλίο ενώ περιμένει τον φίλο του. Και πράγματι, αυτός δεν αργεί να φτάσει. Μέχρι να στριμωχτείς στο τραπεζάκι της τζαμαρίας, έχει έρθει και κάθεται μαζί με τον καλλιτέχνη, πίσω σου. Παραγγέλνεις μια ομελέτα με τα όλα της και μια ζεστή κρεμμυδόσουπα και, μέχρι να τα παραλάβεις και να αφοσιωθείς στην κατανάλωσή τους, παρατηρείς την γνωστή παρέα των νεαρών που είδες και την προηγούμενη φορά που ήσουν εδώ, να στέκεται στη μπάρα πίνοντας μπύρες και κουβεντιάζοντας γελώντας με την μπαργούμαν, χωρίς να έχουν βγάλει τις καμπαρντίνες και τα παλτό τους, έτοιμοι να ξαναβγούν στο κρύο μόλις αδειάσουν τα ποτήρια τους.

    Κάπως έτσι συνεχίζεται η μέρα και για σένα. Με μεζεδάκια, καφέδες και κρουασάν, περιπάτους και αξιολόγηση βιτρινών! Δεν παραλείπεις, μόλις κάνει την εμφάνισή της η νύχτα κι ανάψουν οι φανοστάτες, να περπατήσεις την ατμοσφαιρική Rue Saint-Antoine προς την Ριβολί. Και τελικά, η νύχτα σε βρίσκει στο ευχάριστα φασαριόζικο «Le Pick Clops», να απολαμβάνεις τα κόκκινα κρασιά του, την κις λοραίν της ημέρας και το ασταμάτητο πήγαινε-έλα των περαστικών έξω απ’ την τζαμαρία, που σε κάνει να μαντεύεις κάθε φορά τον προορισμό και τις ζωές τους…

    #paris #marais #iloveparis #parisjetaime #france #vacation

  • Πρέσπες: ένας ονειρικός κόσμος

    Πρέσπες: ένας ονειρικός κόσμος

    Έχεις αποδράσει από την πολύβουη πόλη και ξυπνάς την πρώτη σου μέρα στον πέτρινο ξενώνα. Ανοίγεις τα μάτια σου και αφουγκράζεσαι. Την ησυχία. Είναι τόση η ησυχία, που μοιάζει σχεδόν απόκοσμη. Το φως που μπαίνει από το παράθυρο είναι ένα ιδιαίτερο φως, πλούσιο, κινηματογραφικό. Ανοίγεις την κουρτίνα και βλέπεις μικρές απαλές νιφάδες χιονιού να πέφτουν αργά στη γη. Σηκώνεσαι από το κρεβάτι, ντύνεσαι και βγαίνεις έξω, στο φρέσκο πρωινό. Περπατάς στο χωριό, μπαίνεις μέσα στα στενά δρομάκια, ανασαίνεις τον καθαρό αέρα, χαζεύεις τα πανέμορφα κτίσματα. Φτάνεις στη μικρή γραφική πλατεία, ανηφορίζεις προς την εκκλησία και ήδη τα μάγουλα κι η μύτη σου έχουν παγώσει. Και το στομάχι σου διαμαρτύρεται διακριτικά. Με μια χαρά και μια αναζωογονημένη διάθεση, επιστρέφεις στον ξενώνα, στη ζεστασιά του τζακιού και τις μυρωδιές του πρωινού. Στο τραπέζι σου έρχεται ένα μπολ με ζεστή τραχανόσουπα, ψωμάκι με σπιτική μαρμελάδα, αυγουλάκια από αλανιάρες κότες και χυμός πορτοκάλι. Τί άλλο να ζητήσεις; Τα έχεις όλα! Εδώ, στον Άγιο Γερμανό Πρεσπών.

    Ανασκουμπώνεσαι και παίρνεις τον δρόμο για τον άλλο Άγιο της περιοχής. Τον γνωστό Άγιο Αχίλλειο, αυτό το νησάκι των 21 κατοίκων, που φωλιάζει μέσα στη Μικρή Πρέσπα. Δεκαπέντε λεπτά οδήγησης και φτάνεις στην αξιοζήλευτη πλωτή γέφυρα. Γύρω γύρω, στις όχθες της λίμνης, φυτρώνουν καλαμιές, τόσο πυκνές και ατίθασες που σε συνδυασμό με την ομίχλη που έρχεται από το ορεινό τοπίο, δημιουργούν ένα απόκοσμο σκηνικό σαν ταινία του Θόδωρου. Διασχίζεις τη γέφυρα περπατώντας, παίζεις σαν παιδί με το απαλό τραμπάλισμά της στο νερό, στρέφεις το κορμί σου δεξιά κι αριστερά, να μη χάσεις ούτε μια εικόνα, ούτε ένα στιγμιότυπο. Το χιόνι των προηγούμενων ημερών έχει καθίσει αρχοντικά στην πλάτη των γύρω βουνών, κι έτσι λευκά, καθρεφτίζονται στην κρυστάλλινη λίμνη και δημιουργούν ένα υπερθέαμα που διεγείρει τη φαντασία. Πατάς στο έδαφος του νησιού, που δεν πατάει ρόδα αυτοκινήτου, και κατευθύνεσαι προς τον παλιό ναό, που σε περιμένει με τις νωχελικές αγελάδες φρουρούς του. Ανηφορίζεις για να δεις τη θέα από ψηλά, φτάνεις – με λίγο κόπο παραπάνω – στον Σταυρό του Αγίου Αχιλλείου, κι εκεί, μοιάζει πράγματι η γη με ζωγραφιά. Επιστρέφεις πάλι πεινασμένη, κάνεις μια στάση στο μοναδικό καφέ – εστιατόριο του νησιού, απολαμβάνεις τη φιλοξενία, τις όμορφες ζωγραφιές κι ένα ζεστό τσαγάκι, και απομακρύνεσαι ανυπόμονα, γιατί ξέρεις, ότι στη Μικρολίμνη σε περιμένει το καταπληκτικό τηγανητό γριβάδι που σου πρότειναν οι ντόπιοι. Και πραγματικά, εκεί στου Χάσου, η απολαυστική σου μέρα έχει συνέχεια.

    Το απόγευμα επιστρέφεις στον Άγιο Γερμανό, όπου γνωρίζεσαι με τους τόσο φιλικούς και φιλόξενους ντόπιους, πίνοντας καφεδάκι στο καφενείο του χωριού. Και κάπως έτσι, έρχεται η πρόσκληση για το επόμενο βράδυ, να παρευρεθείς στο καζάνι απόσταξης τσίπουρου. Πριν απ’ αυτό όμως, σε περιμένει η δεύτερη μέρα στον μαγικό αυτό κόσμο των Πρεσπών, σε περιμένει μια βαρκάδα στη Μεγάλη Πρέσπα, μια ανάβαση στο Ασκηταριό της Παναγίας της Ελεούσης, με τη μοναδική θέα σαν από το μάτι του σύμπαντος προς τη λίμνη, προς το νερό, προς τη γαλήνη. Σε περιμένει μια ζεστή φασολάδα στους Ψαράδες, να σε συνεφέρει από την παγωνιά της επιστροφής με τη βάρκα, σε περιμένει ένας αχνιστός ελληνικός καφές δίπλα στο τζάκι, σε περιμένουν τα κόκκινα και τα μωβ του ουρανού το σούρουπο, και μερικές ακόμα αφράτες νιφάδες χιονιού. Κι έτσι γλυκά, το δεύτερο βράδυ φτάνει, κι αφού ψωνίσεις τα αγαπημένα φασόλια Πρεσπών για να σε συντροφεύουν στα χειμωνιάτικα γεύματα, ανηφορίζεις προς τον χώρο που βρίσκεται το καζάνι απόσταξης. Κι εκεί, σε περιμένει μια γιορτή αποτελούμενη από γελαστούς ανθρώπους που διηγούνται ιστορίες, δίπλα στη φωτιά που ανάβει μέσα στο παλιό βαρέλι έξω απ’ το αποστακτήριο, σε περιμένουν σπιτικά λουκάνικα ψημένα στα κάρβουνα, αγνό κρασάκι, αστεία, πειράγματα και οι πρώτες δοκιμαστικές γουλιές από το τσίπουρο που ζεσταίνουν αυτομάτως σώμα και ψυχή. Στο τέλος της νύχτας, προμηθεύεσαι κι ένα μπουκαλάκι απ’ αυτό το αρωματικό ποτό για να το κάνεις δώρο σε αγαπημένους σου ανθρώπους και παραδίνεσαι σε έναν τόσο γαλήνιο ύπνο, που σου δίνει όση ενέργεια θα χρειαστείς για να επιστρέψεις στην καθημερινότητα. Που, χρωματισμένη από τις εικόνες αυτού του ταξιδιού, θα είναι πιο γλυκιά και πιο απλή, με έμφαση στα σημαντικά, ανεκτίμητα δώρα της ζωής…