Home

  • Οδοιπορικό στην Κένυα – Μέρος Τρίτο … και τελευταίο

    Οδοιπορικό στην Κένυα – Μέρος Τρίτο … και τελευταίο

    Γράφει ο Δημήτρης Χαρλαύτης

    Συνεχίζουμε αυτή την μοναδική εξερεύνηση στην Κένυα.

    Με αφετηρία το Ναϊρόμπι, ξεκινήσαμε προς τη λεκάνη της λίμνης Naivasha, κάπου εκατό χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας. Ο δρόμος, στην αρχή φαρδύς, με πολλές λωρίδες σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας στένευε ολοένα και περισσότερο καθώς απομακρυνόσουν από το κέντρο.Τα σπίτια και οι οικοδομές σταδιακά ξέφευγαν από το πρότυπο των μοντέρνων πανύψηλων και επιβλητικών κτιρίων και έδιναν θέση σε χαμηλότερες, σχεδόν αυτοσχέδιες κατασκευές, φτιαγμένες από λαμαρίνα και τσιμεντόλιθο. Μικρά μαγαζάκια φτιαγμένα από ντόπιους και χτισμένα κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο, πουλούσαν διάφορα προϊόντα Β’ διαλογής σε αλλόκοτους συνδυασμούς μεταξύ τους, χωρίς καμία ιδιαίτερη έγνοια ή πρόνοια κατηγοριοποίησης. Είναι ένα τεράστιο παζάρι σαν και αυτό στον Ελαιώνα, αλλά σε τεράστια κλίμακα και με μεγαλύτερη ποικιλία. Εδώ, μέσα σε ένα μικρό τσίγκινο  μαγαζάκι μπορείς να βρεις ταυτόχρονα, από παλιές ηλεκτρονικές συσκευές, μεταχειρισμένα ρούχα και παπούτσια, μέχρι φρούτα pow pow και κομμάτια κρέατος, αμφιβόλου φυσικά ποιότητος.Λίγο πριν βγούμε από τη διοικητική περιφέρεια του Ναϊρόμπι, καθώς το αμάξι ανέπτυσσε ταχύτητα πάνω στις πολλαπλές λωρίδες της Εθνικής οδού, έβλεπες στο πλάι να περπατάνε αμέριμνοι και σχεδόν πάνω στην άσφαλτο οι κάτοικοι των φτωχών προαστείων λόγω έλλειψης πεζοδρομίων. Αυτό είναι ένα σύνηθες φαινόμενο σε ολόκληρη τη χώρα. Οπουδήποτε και να κινείσαι θα δεις άπειρο κόσμο να περπατάει αμέριμνος για πολλά χιλιόμετρα στο πλάι της ασφάλτου, δίπλα σε αυτοκίνητα που κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η διάνυση μεγάλων αποστάσεων είναι το εθνικό σπορ της Κένυας, γεγονός που αποδεικνύουν ένα σωρό μετάλλεια των ντόπιων σε διεθνείς μαραθωνίους. Το πράγμα όμως γίνεται ακόμα χειρότερο όταν, όντας μέσα στο αυτοκίνητο και τρέχοντας στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας έβλεπες να ξεπετάγονται μέσα από τη διαχωριστική νησίδα ξαφνικά διάφοροι απερίσκεπτοι ή θαρραλέοι άνθρωποι αλλά και μηχανάκια (!), οι οποίοι ήθελαν να διασχίσουν ΚΑΘΕΤΑ την εθνική οδό, όπου και όπως βρουν ανάμεσα στα διερχόμενα οχήματα, ελλείψει διαβάσεων και φαναριών. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι τρομερά αναλώσιμη στην Αφρική. Αυτό οι ντόπιοι δείχνουν να το έχουν ενστερνιστεί βαθιά μέσα στην καθημερινότητα και την κουλτούρα τους.

    Λίγο πριν βγούμε από τη διοικητική περιφέρεια του Ναϊρόμπι, καθώς το αμάξι ανέπτυσσε ταχύτητα πάνω στις πολλαπλές λωρίδες της Εθνικής οδού, έβλεπες στο πλάι να περπατάνε αμέριμνοι και σχεδόν πάνω στην άσφαλτο οι κάτοικοι των φτωχών προαστείων λόγω έλλειψης πεζοδρομίων. Αυτό είναι ένα σύνηθες φαινόμενο σε ολόκληρη τη χώρα. Οπουδήποτε και να κινείσαι θα δεις άπειρο κόσμο να περπατάει αμέριμνος για πολλά χιλιόμετρα στο πλάι της ασφάλτου, δίπλα σε αυτοκίνητα που κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η διάνυση μεγάλων αποστάσεων είναι το εθνικό σπορ της Κένυας, γεγονός που αποδεικνύουν ένα σωρό μετάλλεια των ντόπιων σε διεθνείς μαραθωνίους. Το πράγμα όμως γίνεται ακόμα χειρότερο όταν, όντας μέσα στο αυτοκίνητο και τρέχοντας στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας έβλεπες να ξεπετάγονται μέσα από τη διαχωριστική νησίδα ξαφνικά διάφοροι απερίσκεπτοι ή θαρραλέοι άνθρωποι αλλά και μηχανάκια (!), οι οποίοι ήθελαν να διασχίσουν ΚΑΘΕΤΑ την εθνική οδό, όπου και όπως βρουν ανάμεσα στα διερχόμενα οχήματα, ελλείψει διαβάσεων και φαναριών. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι τρομερά αναλώσιμη στην Αφρική. Αυτό οι ντόπιοι δείχνουν να το έχουν ενστερνιστεί βαθιά μέσα στην καθημερινότητα και την κουλτούρα τους.

    Απομακρυνόμενοι από την οικιστική ζώνη της πρωτεύουσας, η λαμαρίνα και ο τσιμεντόλιθος έδιναν τόπο σε ένα πανέμορφο και πιο πράσινο τοπίο με πυκνή βλάστηση, τυπικό δείγμα της κενυάτικης επαρχίας. Ο επαρχιακός δρόμος γινόταν ολοένα και πιο στενός, με ένα και μοναδικό ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τόσο που εάν έπεφτες σε κανένα φορτηγό αναγκαζόσουν να το πάρεις «καρότσα» για αρκετά χιλιόμετρα, διότι δεν υπήρχε χώρος για προσπέραση. Έτσι θα σκεφτόταν ένας δυτικός σώφρων οδηγός δηλαδή, έως ότου ζήσει την εμπειρία των αφρικανών φορτηγατζήδων! Ανάλογα με το φορτίο τους, τα φορτηγά κινούνταν σε διαφορετικές ταχύτητες, και αν κάποιο από αυτά ήθελε να κάνει προσπέραση δε δίσταζε να κάνει τον ελιγμό και να μπει στο αντίθετο ρεύμα. Λόγω της πληθώρας των βαρέων οχημάτων, αυτό ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο στους επαρχιακούς δρόμους. Το ζήσαμε κι αυτό. Είδαμε φορτηγό με διπλή καρότσα να κάνει τριπλή (!) προσπέραση στο αντίθετο ρεύμα και να προσπερνάει εμάς και άλλα δύο φορτηγά, εκ των οποίων το ένα είχε επίσης διπλή καρότσα. Και φυσικά, λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, ένα άλλο φορτηγό κείτονταν ξάπλα πεσμένο στο πλάι σε κάποιο χαντάκι…

    Ανεβαίνοντας στην πλαγιά ενός βουνού φτάσαμε στο Rift Valley view point, ένα μέρος με τεράστια θέα κάτω στον κάμπο. Πού και πού έβλεπες μικρά κοπάδια από αιγοπρόβατα και βόδια να βοσκούν στο χορτάρι στην άκρη του δρόμου.

    To Rift Valley έχει τεράστια γεωλογική σημασία, διότι αποτελεί το μεγαλύτερο ρήγμα της αφρικανικής ηπείρου, χωρίζοντάς την τεκτονικά στα δύο: στο κυρίως σώμα της ηπείρου και στο αποκαλούμενο «Αφρικανικό κέρας», μια ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει την Κένυα, μέρος της Αιθιοπίας και του Τζιμπουτί και τη Σομαλία. Λόγω του ρήγματος στο Rift Valley το κέρας της Αφρικής σταδιακά απομακρύνεται από την υπόλοιπη ήπειρο και ταξιδεύει ανατολικά, έως ότου φτάσει και ενσωματωθεί με την ινδική υποήπειρο, σε μερικά εκατομμύρια χρόνια.

    Εκμεταλλευόμενο την ομορφιά του τοπίου το τοπικό τουριστικό οικο-σύστημα είχε αναπτυχθεί στην πλαγιά αυτή, με μικρά μαγαζάκια να πουλούν διάφορα μπιχλιμπίδια και προβιές. Μετά από δύο περίπου ώρες οδήγηση φτάσαμε στη λίμνη Naivasha. Το μέρος αυτό αποτελεί το χαμηλότερο σημείο μιας ευρύτερης λεκάνης απορροής, η οποία σχηματίστηκε μέσα σε μια τεράστια καλδέρα λόγω έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας εικοσιένα χιλιάδες χρόνια πριν. Αυτό υποδηλώνει περίτρανα το επιβλητικό ηφαίστειο Longonot, το οποίο δεσπόζει στη στέγη της καλδέρας.

    Η πρόσβαση στη λίμνη είναι πολύ εύκολη. Με ένα μικρό αντίτιμο για τους μόνιμους κατοίκους, αλλά πολύ πιο ακριβο για τους τουρίστες (αυτός ο διαχωρισμός ισχύει σε όλα τα εθνικά πάρκα στην Κένυα), μπαίνεις σε μία κατάφυτη πεδιάδα που θυμίζει μαγεμένο δάσος. Οι «ακακίες του κίτρινου πυρετού» δεσπόζουν εδώ. Είναι ένα δέντρο με χαρακτηριστική παρουσία και συχνότητα σε ολόκληρη την Κένυα, ένα σήμα κατατεθέν της εγχώριας χλωρίδας, κάτι δηλαδή σαν το πεύκο και την ελιά στην Ελλάδα.

    Πλησιάζοντας ολοένα και πιο κοντά στη λίμνη έβλεπες ψηλούς απογυμνωμένους κορμούς δέντρων, σημάδι ότι η στάθμη των υδάτων ήταν πιο ψηλά παλαιότερα αλλά υποχώρησε στη συνέχεια, πιθανόν λόγω της κλιματικής αλλαγής. Στη στροφή του δρόμου είδαμε την ταβέρνα με τίτλο «Pop up», όπου ο επισκέπτης μπορεί να παίρνει το γεύμα του καθήμενος στην κυριολεξία δίπλα σε αμέριμνα κοπάδια από γαζέλες και ζέβρες.

    Ο σουρεαλισμός δε σταματάει εδώ. Αφήνοντας το αυτοκίνητο λίγο παρακάτω μπήκαμε σε μια βάρκα για να περάσουμε στο Crescent island, ένα μικρό νησί μέσα στη λίμνη, το οποίο αποτελεί έναν από τους ωραιότερους εθνικούς δρυμούς της χώρας. Πηγαίνοντας προς τα εκεί με τη βάρκα, είδαμε πάμπολλα σμήνη από κορμοράνους να κάθονται στα κλαδιά των μαγκρόβιων δέντρων, τα οποία ενώ έχουν τις ρίζες τους μέσα στο νερό, στον πάτο της λίμνης, τα κλαδιά τους βρίσκονται πάνω από την επιφάνειά της, δίνοντας στέγη στα πανέμορφα αυτά πτηνά. Στα πιο ψηλά κλαδιά κάθονταν επιβλητικοί και με αρχοντιά οι ψαραετοί, τα μεγαλύτερα και τα ομορφότερα πτηνά της λίμνης, τα οποία τρέφονται αποκλειστικά με ψάρια και ζουν έως εξήντα χρόνια. Κοντά στην ακτή είδαμε και μια οικογένεια από ιπποπόταμους να ξεπροβάλλουν το κεφάλι τους λίγο πάνω από την επιφάνεια του νερού. Τα ζώα αυτά όλη την ημέρα κάθονται τεμπέλικα μέσα στο νερό, ενώ το βράδυ βγαίνουν στην ακτή να βοσκήσουν το χορτάρι. Συνολικά υπάρχουν περίπου τριακόσιοι ιπποπόταμοι στη λίμνη Νaivasha.

    Αποβιβαστήκαμε στο κοντινότερο προς την ακτή μέρος του Crescent island με στόχο να περπατήσουμε κατά μήκος του νησιού του οποίου το σχήμα μοιάζει με μισοφέγγαρο ή μπανάνα, για να μας πάρει πίσω ο βαρκάρης από το άλλο άκρο. Ένας νέος παράδεισος απλώθηκε μπροστά μας ευθύς με το που πατήσαμε πόδι στο νησί. Καθώς περπατούσαμε στο μονοπάτι, διάφορες αμέριμνες ζέβρες βοσκούσαν ακριβώς δίπλα μας, σημάδι ότι ήταν εξοικειωμένες με τους επισκέπτες του νησιού. Το τοπίο ήταν μοναδικό, θυμίζοντας σκηνές από Ηλύσια πεδία. Διάφορα είδη πτηνών συνέθεταν ένα πολύβουο τραγούδι, ενώ συνεχώς ανάμεσα στην οργιώδη βλάστηση ξεπρόβαλλαν κοπάδια από γαζέλες, οι οποίες στη θέα των ξένων έτρεχαν χοροπηδηχτά για να κρυφτούν. Σε ένα περιφραγμένο χωράφι είδαμε μερικές στρουθοκάμηλους να πλησιάζουν τους επισκέπτες με βλέμμα γεμάτο περιέργεια.
    Συνεχίζοντας παραλιακά τον περίπατό μας είδαμε μερικά gnu ή wildbeest, στη θέα των οποίων αρχικά παγώσαμε, διότι τα περάσαμε για βουβάλια. Ένας διερχόμενος τοπικός ξεναγός όμως μας ενημέρωσε ότι είναι άκακα και ότι φοβούνται τους ξένους. Ο περίπατός μας συνεχίστηκε μέχρι το σημείο της επιβίβασης στη βάρκα για το δρόμο της επιστροφής.

    Οικισμός Naivasha.

    Η λέξη οικοσμός για τα αφρικανικά δεδομένα είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με αυτά της Ελλάδας. Σε ολόκληρη την περιοχή της Naivasha ζουν περίπου διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, σε σπίτια διασπαρμένα σε μεγάλη έκταση γύρω γύρω από την υγρή λεκάνη. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού όμως βρίσκεται σχετικά δίπλα στη λίμνη, οριοθετώντας το κέντρο της «μικρής» πόλης. Οι κάτοικοι ζουν από τον τουρισμό και την αλιεία, αλλά και από μια πληθώρα άλλων επαγγελμάτων, συνθέτοντας ένα ντόπιο οικονομικό οικοσύστημα με πολύ χαμηλά εισοδήματα. Αυτό το βλέπεις στις φτωχικές υποδομές που βρίσκονται πέραν του κεντρικού δρόμου που χωρίζει κλασσικά και εδώ, όπως και σε ολόκληρη τη χώρα τους δύο κόσμους: τον κόσμο των πολυτελών ξενοδοχείων και εστιατορίων δίπλα στις όχθες της λίμνης που σερβίρουν αστακούς και τον φτωχικό κόσμο των ντόπιων που ζουν στα πλίθινα σπίτια ανάμεσα σε λασπόδρομους και κοπάδια από ισχνές αγελάδες που τρώνε σκουπίδια.

    Η φτώχεια όμως δεν δείχνει να πτοεί τους ντόπιους, των οποίων οι μικροσκοπικές επιχειρήσεις εσωτερικής κατανάλωσης φέρουν επιγραφές γεμάτες αυτοπεποίθηση. Πάνω από τις τσίγκινες εμπορικές καλύβες βλέπεις επιγραφές όπως:  «5 Star Hotel», «Pub Paradise», «Dream luxury guest house» κλπ. Μία σουρεαλιστική φανφάρα χωρίς προηγούμενο!

    Στη χώρα του καφέ αναζητήσαμε κάποια ντόπια καφετέρια να σερβίρει παραδοσιακό κενυάτικο καφέ ή τσάι. Με λύπη μας συνειδητοποιήσαμε ότι το μοναδικό είδος που σερβίρουν είναι συσκευασμένος Nescafe και βιομηχανικό τσάι. Το κόστος διανομής των αυθεντικών εγχώριων προϊόντων πιθανόν να είναι μεγαλύτερο από αυτό των πολυεθνικών. Σε αυτές τις τοπικές καφετέρειες βλέπεις ανθρώπους με φτωχικά ρούχα και σκισμένα σανδάλια να παίζουν με τα μεταχειρισμένα κινέζικα smartphones και να ανεβάζουν stories στο Instagram. Μία δυστοπική αντίθεση σε έναν πολυπολιτισμικό και ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο.

    Αναζητώντας κάποιο κατάστημα με τοπικά εδέσματα καταλήξαμε στο «Mamas kitchen», ένα ωραιότατο αφρικανικό εστιατόριο με νοστιμότατη κουζίνα σε πάμφτηνες τιμές. Αξίζει να δοκιμάσει εκεί κανείς Managu matoke (ψητή μπανάνα), arrow roots και κοκκινιστό ψάρι του γλυκού νερού tilapia.

    Tο επόμενο πρωί κατευθυνθήκαμε νότια, στους πρόποδες του ηφαιστείου Longonot. Εκεί βρίσκεται το τεράστιας έκτασης εθνικό πάρκο Hell’s gate (Η πύλη της Κολάσεως). Σε αντίθεση με την τρομακτική ονομασία του, πρόκειται για ένα μέρος με μοναδική ομορφιά, ιδιαίτερη μορφολογία και γεωλογικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την αφήγηση του David, του ξεναγού μας, η ο ομασία του πάρκου προήλθε ως εξής. Εξακόσια χρόνια πριν, η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα της περιοχής προκάλεσε εκρήξεις που καταπόντισαν με λάβα την περιοχή. Οι επόμενοι κάτοικοι που μετεγκαταστάθηκαν έβρισκαν συνεχώς σκελετούς θαμμένους κάτω από την πετρωμένη λάβα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έντονη γεωθερμία της περιοχής έδινε την εντύπωση ότι ο διάβολος κατοικούσε εδώ. Διασχίζοντας το φαράγγι μπορεί να δει κανείς πολύχρωμες στρώσεις από άργιλο, σημάδι των διαφορετικών γεωλογικών περιόδων που η ηφαιστειακή δραστηριότητα ανέδειξε από τα έγκατα της γης. Ανάμεσα σε μια μεγάλη ποικιλία φυτών μπορεί κανείς να δει την κλασσική ακακία του κίτρινου πυρετού, την «ακακία που σφυρίζει», ένα αγκαθωτό δέντρο με καρπούς σαν κεδρόμηλα και το φυτό kileleshwa, το οποίο δρα σαν απωθητικό κουνουπιών. Ανεβαίνοντας λίγα χιλιόμετρα προς τα πάνω, ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με το hell’s bathroom, το μπάνιο της Κολάσεως, το οποίο είναι ένας πανέμορφος καταρράκτης με το μοναδικό προνόμιο να ρίχνει καυτό και κρύο νερό ταυτόχρονα, ζωγραφίζοντας στους αργιλώδεις βράχους ιριδίζοντα σχέδια.

    Συνεχίζοντας με το αυτοκίνητο ή το ποδήλατο μπήκαμε στην περιοχή όπου συναντάει κανείς ζέβρες, καμηλοπαρδάλεις, αφρικανικού τύπου αγριογούρουνα, γαζέλες, gnu και λεοπαρδάλεις. Δυστυχώς δεν είδαμε τις τελευταίες. Ο οδηγός μας είπε ότι πρόκειται για πανέξυπνα ζώα, τα οποία την ημέρα την αράζουν στα δέντρα και το σούρουπο κατεβαίνουν για να κυνηγήσουν. Στη συζήτηση που είχαμε με τον David, τον οδηγό μας σχετικά με τους πληθυσμούς των ντόπιων, μας είπε ότι ο μέσος όρος παιδιών μιας τυπικής επαρχιακής Κενυάτικης οικογένειας είναι δέκα (!) στο πλήθος. Προς μεγάλη μας έκπληξη, μας ανέφερε ενδεικτικά ότι ο πατέρας του είχε πέντε γυναίκες και έκανε σαράντα παιδιά…
    Ένα δεδομένο του τρίτου κόσμου εντελώς έξω από δυτικά πρότυπα. Ο ίδιος ο David είχε μόλις τρία παιδιά και αυτό γιατί προσπαθεί να τα σπουδάσει. Στην Κένυα, ενώ το σχολείο είναι δωρεάν, πρέπει να πληρώσεις για να πας στο πανεπιστήμιο, μιας και είναι όλα ιδιωτικά. Τελειώνοντας την περιήγηση στο hell’s gate o επισκέπτης μπορεί να χαλαρώσει κάνοντας μπάνιο στα φυσικά θερμά λουτρά που μυρίζουν θειάφι. Ακριβώς δίπλα βρίσκονται τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τεράστια άσπρα σύννεφα θερμού ατμού ξεπροβάλλουν από τα έγκατα των καταπράσινων λόφων του πάρκου, δινοντας στο τοπίο ένα μοναδικό τόνο αφρικανικού σουρεαλισμού.

    Φωτογραφίες: Ioanna Malliou, Dimitris Charlaftis

  • Κωνσταντινούπολη: αναζητώντας την Πόλη – Μέρος Δεύτερο

    Κωνσταντινούπολη: αναζητώντας την Πόλη – Μέρος Δεύτερο

    Είμαστε ακόμα στην Κωνσταντινουπολη. Νυχτώνει, κι ο ουρανός γεμίζει αποχρώσεις του κόκκινου, λες κι οι μιναρέδες που ξεπροβάλλουν από το Τέμενος Σουλεϊμάνιγιε, τον πληγώνουν και ματώνει τόπους τόπους. Για να σιγουρευτούμε ότι δεν έχει γίνει καμία αιματοχυσία, το επόμενο πρωί επισκεπτόμαστε το Τέμενος.

    Είναι χτισμένο ψηλά – γι αυτό και φαίνεται από πολλές γωνιές της πόλης – και, για μένα, είναι το ομορφότερο τζαμί της. Σε μία προσπάθεια να αισθανθώ ντόπια, βγάζω τα πεδιλάκια μου, τυλίγω με το φουλάρι μου το κεφάλι μου, και μπαίνω μέσα. Στο πρώτο αβέβαιο βήμα, μού έρχονται αναμνήσεις από τον Καρδινάλιο που με κυνήγησε, και μια ανησυχία – πού πάω η Χριστιανή; Αλλά μόλις περνάω την ανοιχτή πόρτα, εκπλήσσομαι ευχάριστα. Πολύς κόσμος είναι μέσα, παρέες νέων κάθονται οκλαδόν στην πεντακάθαρη μοκέτα και συζητούν, επισκέπτες βγάζουν φωτογραφίες και γενικά υπάρχει μια γαλήνη και μια ηρεμία. Το εσωτερικό του ναού είναι πανέμορφο, ο τρούλος ένα κόσμημα, και τελικά, ενώ μπήκα φοβισμένη, βγήκα γελαστή. Χαιρέτησα τον Πύργο του Γαλατά που μας κοίταζε από απέναντι και συνέχισα την βόλτα μου.

    Από την ησυχία, πάμε προς την ευχάριστη, ζωντανή, πολύχρομη κι αρωματική ατμόσφαιρα του Kadınlar pazarı στην όμορφη γειτονιά του Φατίχ. Εδώ είναι το αγαπημένο μου παζάρι. Το προτιμώ και από το Καπαλί Τσαρσί και από την Αιγυπτιακή αγορά που πνίγονται στους τουρίστες. Εδώ θα δεις κυρίως ντόπιους, οι πωλητές δεν σε ενοχλούν ούτε σε πιέζουν, και βρίσκεις υπέροχα μπαχαρικά, τσαγάκια, γλυκίσματα αλλά και μεζεδάκια, πολύ πιο οικονομικά. Αφού ψωνίσεις τα καλούδια σου, ο ευγενικός κύριος σε κερνάει και μπισκοτάκι γεμιστό με μαρμελάδα. Μμμμμμμ όνειρο!

    Με ανεβασμένη διάθεση, κάθεσαι για ένα αρωματικό καφεδάκι κάτω από τα τείχη του παλιού υδραγωγείου (Υδραγωγείο του Ουάλη – Bozdoğan Kemeri ), βολεύεσαι στα χαμηλά σκαμνάκια και ρουφάς! Απόλαυση!   

    Το περπάτημα κι ο καφές μας άνοιξε την όρεξη και θα πάμε σ’ ένα μυστικό μέρος, να φάμε αυγά στραπατσάδα πικάντικη, ή όπως το λένε εδώ Μενεμέν, και αυγουλάκια μάτια με λουκάνικο ή χωρίς – όπως προτιμάει κανείς – κατευθείαν από το τηγανάκι, στο οικογενειακό, απολύτως τούρκικο «Yeşil Rize Büfe» ( Bereketzade, Kule Çk. No:11, 34421 Beyoğlu ), μια ανάσα από τον Πύργο του Γαλατά. Εδώ μιλάμε τούρκικα ή με τη γλώσσα του σώματος. Και μετά τα καταπληκτικά αυγουλάκια – λέμε ευχαριστώ στον κυριούλη στα Τούρκικα:»Teşekkürler» – Τεσσέκιουλερ, και μας απαντάει χαμογελαστός στα … Γαλλικά:»A bientôt» – Α μπιεντό! Πάντως, επικοινωνήσαμε. Σε μέρη σαν κι αυτό, που τα βρίσκουμε σε πιο ήσυχους δρόμους, τρώμε εξαιρετικά και στο ένα τρίτο της τιμής που πληρώνουμε οπουδήποτε αλλού.

    Μετά το φαγητό, ένα ακόμη καφεδάκι επιβάλλεται. Κι εφόσον είμαστε στην περιοχή του Γαλατά, έχουμε δύο αγαπημένες επιλογές. Το «Freddo Galata Cafe & Patisserie» στο πιο γραφικό δρομάκι της γειτονιάς που – ευτυχώς – δεν το έχουν ποδοπατήσει οι τουρίστες, είναι η μία επιλογή, και το «Kırmızı Kedi Pera» είναι η άλλη επιλογή. Στο δεύτερο, παίρνουμε και το βιβλίο μας μαζί, βουλιάζουμε σε μία από τις πολυθρόνες και ξεχνιόμαστε με τις ώρες.

    Τί κι αν δίπλα είναι η πολύβουη Ιστικλάλ. Εμείς βαδίζουμε σ’ έναν δικό μας κόσμο. Κι όταν πια έχουμε χορτάσει θαλπωρή, ανηφορίζουμε αυτόν τον καταπιεστικά γεμάτο από κόσμο πεζόδρομο, ραγισμένη ανάμνηση του παλιού Πέρα, και όταν φτάσουμε σχεδόν στα δύο τρίτα του, στρίβουμε δεξιά στην οδό Turnacıbaşı, κάνουμε ένα ευχάριστο ζιγκ ζαγκ και σε οχτώ λεπτά – αν δεν κάνουμε στάση να ψωνίσουμε κανένα φανταστικό κιλίμι -, φτάνουμε στο «Cihangir Mantıcısı«. Εδώ, νιώθεις σαν στο σπίτι σου, ένα σπίτι ανοιχτό στον κόσμο και χωρίς πολλά στοιχεία ντεκόρ, αλλά με ανοιχτή καρδιά επίσης, και με μαμαδίστικη κουζίνα. Οι πικάντικοι λαχανοντολμάδες με κόκκινη σάλτσα, τα ομοίως πικάντικα μπιφτεκάκια στο πυρέξ, με πατάτες και κόκκινη σάλτσα, κι η ανάλαφρη πιτούλα με τον κιμά ήταν πεντανόστιμα! Κι αν μετά απ’ αυτό θέλετε καφέ και τέλειο cookie, περνάτε απλώς τον δρόμο απέναντι – ε όχι στο μανάβικο βρε παιδιά, λίγο πιο δεξιά, στο «Mundo Novo Cafe Cihangir». Αν πάλι, ορέγεστε παγωτό, να σας φύγει η κάψα απ’ το τσίλι, στο «Freddo Dondurma», κάθε ντόπιος θα σας στείλει! (Ποίηση γράφω!!!) Όλα αυτά τα νόστιμα, σε απόσταση αναπνοής το ένα απ´το άλλο! Σε μία από τις πιο όμορφες, αυθεντικές και ενδιαφέρουσες γειτονιές της πόλης.

    Εδώ δεν βλέπουμε μαντήλες. Βλέπουμε νεολαία να γεμίζει τα καλόγουστα μαγαζιά, βλέπουμε εκκολαπτόμενους ηθοποιούς να διαβάζουν τους ρόλους τους, βλέπουμε χορευτές. Περπατάμε κι εξερευνούμε το Cihangir και το Çukurcuma, με τα αμέτρητα καφέ κι εστιατόρια, δοκιμάζουμε, γευόμαστε, επικοινωνούμε, γελάμε.  

    Και στην επιστροφή, περπατάμε στην οδό Boğazkesen, μέχρι να συναντήσουμε την τόσο ενδιαφέρουσα Karabaş Mektebi Sk. που γίνεται στη συνέχεια Lüleci Hendek Cd., για να την εξερευνήσουμε κι αυτή – με κατεύθυνση προς τον γνωστό Πύργο -, να δούμε έργα τέχνης, αντίκες, χειροποίητες κούπες, χαλιά, μεταχειρισμένα ρούχα, πορτατίφ και βίντατζ επιλογές.  Στην διαδρομή θα βρούμε επίσης μικρά κεμπαμπτζίδικα, από τα καλύτερα της πόλης. Και τελικά, θα πάρουμε μια ανάσα για μια τελευταία ανηφόρα, δεξιά στην Hoca Ali Sk., και θα βγούμε εκεί που ήπιαμε καφέ νωρίτερα. Στο «Freddo Galata Cafe & Patisserie».

    Μη μου πείτε ότι θέλετε κι άλλο;!…

  • Κωνσταντινούπολη: αναζητώντας την Πόλη – Μέρος Πρώτο

    Κωνσταντινούπολη: αναζητώντας την Πόλη – Μέρος Πρώτο

    Το πρώτο βράδυ, κοιμάσαι με το παράθυρο του δωματίου λίγο ανοιχτό, έτσι για τη δροσούλα. Και γύρω στις έξι το πρωί, μισοξυπνάς κι ακούς από μακριά τον Μουεζίνη να διαλαλεί με τον ξεχωριστό αμανεδιάρικο τρόπο του την πίστη του, και εκεί μέσα στον ύπνο σου το ξέρεις: βρίσκεσαι στην Κωνσταντινούπολη. Σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι και βγαίνεις – τρέμοντας απ’ την πρωινή δροσιά – στο μπαλκόνι, για ν’ αντικρύσεις στο λυκόφως τους τρούλους και τους μιναρέδες του Γιενί Τζαμί και του Σουλεϊμάνιγιε να ορίζουν το βλέμμα. Ξαναχώνεσαι χαμογελώντας μέσα στα παπλώματα, και συνεχίζεις τον υπνάκο σου, με μια ανυπομονησία στο πίσω μέρος του μυαλού σου.

    Κι έρχεται η καινούρια μέρα. Η πρώτη σου στην Πόλη.

    Και ψάχνεις την Πόλη, με αυτήν την αριστοκρατική ατμόσφαιρα που έχεις διαβάσει σε τόσα βιβλία, με το ρομαντικό ύφος που σου έχουν περιγράψει οι φίλοι, ψάχνεις την Κωνσταντινουπολη που δεσπόζει κυρά κι αρχόντισσα στον Βόσπορο, αλλά όσο κι αν ψάχνεις, δεν καταφέρνεις να την βρεις. Μα πού είναι η Πόλη, με το κεφαλαίο Π;

    Περνάς τη γέφυρα του Γαλατά, χαζεύεις τους αμέτρητους ψαράδες στις δυο πλευρές της, και το πλήθος ανθρώπων που την διασχίζει ασταμάτητα, γυναίκες με μίνι φουστίτσες, δίπλα σε άλλες με μαντήλες καλά δεμένες στο κεφάλι και, που και που, και κάποιες απάνθρωπα καλυμένες με μπούρκα! Τουρίστες που βγάζουν φωτογραφίές, ντόπιοι που βιάζονται και άλλοι που απλά κάνουν τη βόλτα τους. Στην απέναντι όχθη γίνεται χαμός! Μικροπωλητές σε κάθε γωνιά της περιποιημένης προβλήτας, άλλοι πουλάνε νερά, άλλοι κουλούρια με σουσάμι – σιμίτ – ή με ζύμη μπριός, άλλοι μπαλίκ εκμέκ ( σάντουϊτς με ψάρι ). Πολύ μπαλίκ εκμέκ όμως! Η γέφυρα του Γαλατά είναι η γέφυρα του balik ekmek! Σε κάθε όχθη αλλά και στα εστιατόρια του κάτω ορόφου της γέφυρας, το μπαλίκ εκμέκ δίνει και παίρνει! Όπως κι η ψαρίλα! Όπως κι οι κράχτες που προσπαθούν να σε πείσουν να το αγοράσεις.

    -Μα ηρεμήστε βρε παιδιά. Φυσικά και θα το αγοράσουμε. Γι αυτό ήρθαμε, για να τα δοκιμάσουμε όλα!

    Και το δοκιμάσαμε. Στο «Galata Sanat Restaurant Galata Köprüsü» ( https://galatasanatrestaurant.com/ ). Καλό ήταν, αλλά δεν τρελαθήκαμε κι όλας. Οι υπόλοιποι μεζέδες είχαν περισσότερο ενδιαφέρον. Πολύ ενδιαφέρον επίσης είχε η άμεση επαφή με τον Βόσπορο, με τα πλοιάρια που πήγαιναν κι ερχόντουσαν σφυρίζοντας, καθώς και με τις πετονιές των ψαράδων του πάνω επιπέδου, που αραιά και πού, ανέβαιναν προς τα πάνω με το άτυχο ψαράκι να κρέμεται στην άκρη τους. Αυτό που μας ξετρέλανε όμως, ήταν το κέρασμα στο τέλος του γεύματος. Τσαγάκι ζεστό και καταπληκτικό μπακλαβαδάκι με φυστίκι Αιγίνης. Ενθουσιαστήκαμε και ρωτήσαμε πού θα βρούμε τόσο ωραία μπακλαβαδάκια, πήραμε οδηγίες και όχι μόνο. Οι ευγενέστατοι άνθρωποι του μαγαζιού, μας έφεραν άλλα δύο υπέροχα μπακλαβαδάκια. Μας γλύκαναν με το κέρασμα, μας γλύκαναν και με τη μουσική: ακούσαμε την Πριγκιπέσσα από τη Μελίνα Ασλανίδου κατά τη διάρκεια του φαγητού και έναν Μιχάλη Χατζηγιάννη για επιδόρπιο!

    Στο τσακίρ κέφι φύγαμε από την ταβέρνα για να πάμε την πρώτη μας βόλτα στο Φανάρι. Κατεβαίνοντας από το τραμ, κι αφού γλυτώσαμε από την επέλαση των γλάρων στην προκυμαία – έχετε δει τα Πουλιά του Χίτσκοκ; – ανηφορίσαμε στις γραφικές συνοικίες Μπαλάτ και Φενέρ, είδαμε το Ελληνικό Πατριαρχείο και τη Μεγάλη του γένους σχολή, είδαμε τα χρωματιστά σπιτάκια και τα παιδιά να παίζουν στους γύρω δρόμους, αλλά είδαμε και τη βρωμιά, τα αμέτρητα σκουπίδια παντού, τα ερειπωμένα σπίτια, την εγκατάλειψη και τη φτώχια. Έτσι είναι άλλωστε ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη. Στρίβεις το κεφάλι σου από τη μία πλευρά και βλέπεις κάτι όμορφο και περιποιημένο, και μόλις το στρίψεις από την άλλη πλευρά βλέπεις τη μιζέρια, το σκουπιδομάνι και μια εγκατάλειψη που σε σοκάρει. Είναι ακατανόητο, πώς μια πόλη με τόσους τουρίστες, – τέτοιο πλήθος τουριστών μόνο στη Βενετία και στο κέντρο της Ρώμης έχω αντικρύσει  – είναι τόσο φτωχή και ρημαγμένη. Ποιοι καρπώνονται άραγε – ρητορική η ερώτηση – όλα αυτά τα χρήματα του τουρισμού;

    Βεβαίως, και σ´αυτή τη βόλτα , όπως και σε κάθε άλλη, αγαπήσαμε δρομάκια και στιγμές, όπως το σοκάκ Leblebiciler (σοκάκι εμείς, σοκάκ οι γείτονες ) καθώς και τα γύρω δρομάκια που έχουν μια αυθεντική φιλόξενη ατμόσφαιρα. Γεμίσαμε και εικόνες, όπως αυτή των οικογενειών, που έστηναν αυτοσχέδιες ψησταριές με κάρβουνα, στο κεντρικό πάρκο της γειτονιάς, έψηναν τα κεμπάμπ τους, και δίπλα, πάνω στο γκαζόν, είχαν στρώσει τα σεντόνια τους και καθόντουσαν τρώγοντας και χορταίνοντας ήλιο. Φανταστείτε δηλαδή, να περπατάτε στο Ζάππειο και να βλέπετε οικογένειες να έχουν μια θράκα πάνω στις πλάκες του πεζόδρομου, να ψήνουν το φαγητό τους και δίπλα, στο γκαζόν, να τρώνε, ενώ οι περαστικοί κατευθύνονται προς στη στάση του τραμ. Κάπως έτσι κι εμείς, ενώ πηγαίναμε να πάρουμε το τραμ αντικρύσαμε αυτό το παράδοξο στιγμιότυπο.

    Η επιστροφή μας στο κέντρο της πόλης κι η πρώτη μας γνωριμία με την Αγιά Σοφιά μας άφησε ανάμεικτα συναισθήματα, οπότε, για να γλυκαθούμε και να μελώσουμε, θα σας πάω – πριν κλείσω το πρώτο μέρος αυτού του ταξιδιού – για το ωραιότερο μπακλαβαδάκι με φυστίκι που δοκιμάσαμε. Αυτό θα το βρείτε στη ζωντανή και ίσως λίγο κιτς γειτονιά του Καρακόυ, στο «Mahizer Baklava Karaköy«. Μπορεί να τα πληρώσετε 34 ευρώ το κιλό, αλλά πραγματικά θα τα απολαύσετε και θα σας φερθούν ευγενικά και ανθρώπινα, σε αντίθεση με άλλα ξακουστά ζαχαροπλαστεία που γίνεται το αδιαχώρητο και σε αντιμετωπίζουν αποκλειστικά σαν πορτοφόλι. Στου Mahizer θα δοκιμάσετε και το πιο μαλακό και αρωματικό λουκούμι τριαντάφυλλο και ρόδι. Μόνο τα Συριανά λουκούμια μπορουν να τα συναγωνιστούν. 

    Και κάπου εδώ θα βάλω άνω τελεία και θα σας καληνυχτήσω προς το παρόν. Έρχονται πολλές ακόμη βόλτες και πληροφορίες στο δεύτερο και τρίτο μέρος της ανεξάντλητης Κωνσταντινούπολης. Ως τότε, να είστε καλά και να περνάτε όμορφα.

    Σας φιλώ γλυκά,

    Άννα.

    #Istanbul

  • Κέρκυρα Κέρκυρα με το Ποντικονήσι… Corfu

    Κέρκυρα Κέρκυρα με το Ποντικονήσι… Corfu

    50.000 αυτοκίνητα προς ενοικίαση βρίσκονται διαθέσιμα στο νησί της Κέρκυρας, όσες ακριβώς και οι λακούβες των δρόμων! Εντάξει, πλάκα κάνω. Στην πραγματικότητα, οι λακούβες μπορεί να είναι πολύ περισσότερες!!! Όμως τα πάντα μπορείς να συγχωρήσεις σ’ αυτό το ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ νησί!
    Ξέρετε, όσοι με διαβάζετε, ότι κάθε μέρος που επισκέπτομαι το ερωτεύομαι, άλλο λιγότερο κι άλλο περισσότερο, όμως η Κέρκυρα ίσως είναι το πιο όμορφο νησί που έχω γνωρίσει.

    Γιατί τα έχει όλα! Μια απίθανη Χώρα, με τα καντούνια και τα αρχοντικά της, τις υπέροχες πλατείες, το Λιστόν – λένε πως παλιά έπρεπε να είσαι στην ειδική λίστα των ευγενών για να περάσεις από κει – το Φρούριο που στέκει άγρυπνος φρουρός σε κάθε σου περίπατο, τον Άγιο – εννοείται τον Σπυρίδωνα – να βρίσκεται στο κέντρο όλων αυτών, και βεβαίως την ευγένεια και τη φιλοξενεία των ντόπιων. Και δεν μιλάω για την τυπική ευγένεια των ανθρώπων που δουλεύουν στην εστίαση, αλλά για μια φιλική διάθεση να σε γνωρίσουν, να σου μιλήσουν και φυσικά να σε εξυπηρετήσουν. Αν σε όλα αυτά προσθέσεις τις καταπράσινες διαδρομές, τα αγέρωχα κυπαρίσσια που στολίζουν τους λόφους, τις πανέμορφες παραλίες, τα γραφικά χωριά και το καλό φαγητό, δεν είναι να απορεί κανείς για την τεράστια προσέλευση επισκεπτών. Τόσο τουρισμό έχει το νησί, που όπου κι αν μπαίναμε, σε ταβέρνα, σε φαρμακείο, σε μάρκετ, παντού, η πρώτη καλημέρα που μας απηύθηναν ήταν στην αγγλική γλώσσα. Εμείς απαντούσαμε στα ελληνικά κι έτσι ξεκινούσε η κουβεντούλα. 

    Ήρθε η ώρα για τις βόλτες μας νομίζω, κι επειδή το νησί αυτό είναι ανεξάντλητο, θα σας πάω σε επιλεγμένα μέρη που απόλαυσα και τα νοσταλγώ. Ξεκινάω αμέσως με την αγαπημένη μου παραλία: Ροβινιά λέγεται, βρίσκεται βορειοδυτικά κι έχει λίγο περπάτημα – αφού μπείτε στον κατσικόδρομο, θα βρείτε τρία τέσσερα ιδιωτικά πάρκινγκ όπου μπορείτε να αφήσετε το αυτοκίνητό σας και να κάνετε μόνο λίγο περπατηματάκι. Κι αφού κατεβείτε τα σκαλάκια θα βρεθείτε τσουουουπ στην Ταυλάνδη ή στο Βιετνάμ με ένα μόλις βήμα! Η παραλία είναι ανοργάνωτη οπότε πάρτε μαζί σας άφθονο νεράκι, γιατί δεν θα θέλετε να φύγετε νωρίς από αυτόν τον επίγειο Παράδεισο!

    Όταν η μαγεία της Ροβινιάς σας επιτρέψει να αποχωρήσετε, μπείτε στο χωριουδάκι Γαρδελάδες και δοκιμάστε τα νόστιμα μεζεδάκια στο «Καφενές Αλλού» με κρύο κρασάκι και χαλαρή διάθεση.
    Κι αφού είμαστε σχετικά βόρεια, θα σας πάω για φαγητό σε ένα ακόμη αγαπημένο μέρος. Η Παλαιά Περίθεια είναι γνωστή και πιστέψτε με αξίζει την ανάβαση – με το αυτοκίνητο καλέ, μην τρομάζετε. Εδώ φαίνεται πως έχει σταματήσει ο χρόνος κι όταν κατηφορίσετε στη μικρή πλατεία για να καθίσετε στον «Φόρο» – μα είναι όνομα αυτό για ταβέρνα; – και να δοκιμάσετε την μαμαδίστικη μαγειρική και τη φιλοξενία της Βάσως και – αν θυμάμαι καλά – του Θωμά, θα το καταλάβετε. Όλα ήταν όπως έπρεπε, η ήσυχη πλατειούλα, η φιλική διάθεση, το χαμόγελο, και φυσικά το φαγητό κι αυτή η καρυδόπιτα στο τέλος με έχουν όλα στοιχειώσει! Σκέφτεστε καμιά φορά, «θα κλείσω τα μάτια μου και όταν τα ανοίξω θέλω να βρίσκομαι…εκεί»; Αυτό ακριβώς. Μετά από ένα δροσερό μπάνιο σε κρυστάλλινα νερά, θα ήθελα να βρίσκομαι στην καρέκλα αυτή, στο τραπεζάκι κάτω από το δέντρο, με τη Βάσω δίπλα μου να μου εξηγεί γελαστή και γαλήνια τί μαγείρεψε για χάρη μου!

    Και μετά απ’ αυτό το θείο μέρος θα σας πάω πάλι κάπου όπου δεν συρρέουν οι τουρίστες. Στο νότιο τμήμα του νησιού, που αγάπησα δύο σημεία. Το ένα είναι το ορεινό χωριό Χλωμός! Και βέβαια ο δρόμος είναι χλωμός και θέλει προσοχή, (πηγαίνετε ή από Λίνια ή από Άγιο Δημήτριο. Οποιαδήποτε άλλη διαδρομή βγάζει το GPS είναι μόνο για αιγοπρόβατα!) αλλά μόλις φτάσετε στον «Μπαλή» και αγναντέψετε αυτή την απίστευτη θέα, θα ξεχλωμιάσετε! Τριγυρίστε στα στενάκια του χωριού και χαρείτε τις γωνιές του.
    Και θα τελειώσω τις βόλτες εκτός πόλης, με το δεύτερο σημείο – στην πόλη θα σας πάω για φινάλε. Κατευθυνθείτε νότια και πάλι, περάστε από τα Μωραΐτικα και τον Ψαρά και θα φτάσετε στην παραλία Μπουκάρη και το ταβερνάκι που μου έκλεψε την καρδιά λόγω της απίθανης θέσης του πάνω στο κύμα: «Boukari Beach Restaurant». Εδώ καθίσαμε κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό και ήπιαμε μπυρίτσα με χταποδάκι, βγάλαμε φωτογραφίες και βυθιστήκαμε στο μπλε της θάλασσας.

    Αν είστε τυχεροί και πετύχετε ανοιχτό, φεύγοντας από την πόλη προς το νότο, το ταβερνάκι/καφέ  «Aegli Restaurant» απέναντι από το Ποντικονήσι, πιείτε μια τζιτζιμπίρα πριν τις εξορμήσεις σας. Η θέα είναι τέλεια, τα αεροπλάνα απλώνεις το χέρι και τα πιάνεις σχεδόν, πριν προσγειωθούν, οι άνθρωποι είναι ευγενέστατοι, και έχω μείνει με την απορία: γιατί υπολειτουργεί αυτό το όμορφο μέρος;

    Ξέρω, είπα πολλά και σας κούρασα. Γι’ αυτό θα σας πάω μια τελευταία βόλτα στην κούκλα πόλη της Κέρκυρας. Θα σας κεράσω έναν καφέ στο «Mikro Café», θα σας κεράσω παγωτό Πάβλοβα στον καταπληκτικό «Παπαγιώργη», θα σας πάω για ένα ξεχωριστό δείπνο στο εστιατόριο που φάγαμε φανταστικά, το «Restaurant Anthos» και τελικά θα σας περάσω από την αγαπημένη μου πλατεία, την πλατεία Δημαρχείου, θα σας αφήσω να τριγυρίσετε λίγο – θέλετε ένα σουβλάκι ή λίγους λουκουμάδες; – και τελικά θα σας πάω για ποτό στον ωραιότερο πεζόδρομο της πόλης, την οδό Γκύλφορδ και το καφέ/μπαρ που παίζει μέσα στη μέρα από κλασσική μουσική έως τζαζ και που όταν πίνετε ποτό στα τραπεζάκια του, σας κάνει να νοιώθετε ότι είστε ντόπιος που συνάντησε την παρέα του και χαλαρώνει ανέμελα συντροφιά με τον Κάρολο Κουν και τον γλυκύτατο Δημήτρη. Εδώ λοιπόν, στο «Cale Larga» θα σας αποχαιρετήσω, με μια συμβουλή: μείνετε μέσα στην πόλη για να είστε κεντρικά για τις εξορμήσεις σας αλλά και για να την χαρείτε μέρα και νύχτα, έχετε στο μυαλό σας τις καθημερινές διακοπές νερού από τον Δήμο, και φυσικά, αν μπορείτε, επισκεφθείτε το νησί τον Μάιο ή στο τέλος Σεπτέμβρη. Μ’ αυτήν τη μία συμβουλή που ήταν τελικά τρεις, σας φιλώ, σας ευχαριστώ για την παρέα σας και ανυπομονώ για την επόμενη βόλτα μας.
    Να είστε όλοι καλά,
    Άννα.

  • Σπολέτο, Ούμπρια – λίγη περιπέτεια δεν έβλαψε ποτέ κανέναν

    Σπολέτο, Ούμπρια – λίγη περιπέτεια δεν έβλαψε ποτέ κανέναν

    Όλα τα ταξίδια έχουν σαν συστατικό τους την περιπέτεια. Ειδικά σε κάποια όμως, νοιώθεις να σε ακολουθεί σε κάθε σου βήμα ένας πονηρός καλικάντζαρος με σκοπό να σου προκαλέσει προβλήματα. Όχι σοβαρά. Έτσι απλώς για να σπάσει πλάκα μαζί σου. Τελικά, όμως, χωρίς να το συνειδητοποιεί, αυτό που κάνει – ο καλικάντζαρος – στην πραγματικότητα, είναι να σου φτιάχνει ξεχωριστές αναμνήσεις.

    Κάπως έτσι νοιώθαμε σε όλο το ταξίδι στην Περούτζια, που ξεκίνησε όχι με τους καλύτερους οιωνούς, όπως έχω ήδη περιγράψει ( για λεπτομέρειες πατήστε εδώ). Μετά, λοιπόν, τις χιονοπτώσεις που ζήσαμε τις πρώτες μέρες στην αγαπημένη πόλη, βγήκε ένας γλυκός ήλιος που μας ενθάρρυνε να πάμε μια ημερήσια εκδρομή μέχρι το Σπολέτο.

    Πήραμε το τρένο αργά το πρωί, και σε μία ώρα και δέκα λεπτά, αφού προσπεράσαμε την Ασίζη, το Φολίνιο και το Τρέβι, φτάσαμε στον προορισμό μας. Ανηφορίσαμε λοιπόν προς το κέντρο του Σπολέτο, χαρούμενοι και με εξερευνητική διάθεση. Ο ήλιος μια έκανε την εμφάνισή του και μια κρυβόταν πίσω από κάτι μαβιά σύννεφα. Κάναμε μια στάση για να ξεδιψάσουμε στο «απειλητικό» συντριβάνι Fontana del Mascherone (δίπλα στο μνημειακό σιντριβάνι υπάρχει ένα μικρότερο με πόσιμο νερό με μια επιγραφή σε μάρμαρο που γράφει «Bibe Viator» και καλεί κάθε ταξιδιώτη που τυχαίνει να περάσει από εκεί να ξεδιψάσει) και συνεχίσαμε να διασχίζουμε τα πλακόστρωτα δρομάκια μέχρι το κέντρο της μικρής πόλης.

    Τελικά φτάσαμε, θαυμάσαμε και το συντριβάνι της πλατείας Fontana con l’Orologiο – στην Ιταλία είμαστε άλλωστε – και συνεχίσαμε για να δούμε το γεφυράκι που είχα βάλει στο μάτι από το ξεκίνημα. Έχω μια αγάπη για τις γέφυρες και αυτό με σπρώχνει να διαλέγω τους προορισμούς μου, και με αυτό το κριτήριο. Πλησιάσαμε λοιπόν όσο μπορέσαμε το όμορφο Ponte delle torri, το αγναντέψαμε πίνοντας καφεδάκι πακέτο στο απέναντι παγκάκι, το φωτογραφίσαμε, κι αφού το χορτάσαμε, κινήσαμε πάλι προς το χωριό, για να χορτάσουμε και τα στομάχια μας!

    Αυτό το καταφέραμε στο «Il Tempio Del Gusto», και με την μπουκιά στο στόμα, φύγαμε βιαστικοί βιαστικοί, για να προλάβουμε το πρότελευταίο τρένο για Περούτζια – είπαμε να μην καθυστερήσουμε πολύ, ως την ώρα που θα περνούσε το τελευταίο τρένο, μη συμβεί τίποτα και το χάσουμε.

    Φτάσαμε, λοιπόν, στην αποβάθρα γύρω στις οχτώ και είκοσι το βραδάκι και βγάλαμε εισιτήρια για το τρένο που περνούσε στις οχτώ και τριάντα τρία. Και πράγματι, ακριβώς στις οχτώ και τριάντα τρία έφτασε το τρένο! Τόσο εντυπωσιαστήκαμε με την ακρίβεια της ώρας, που πηδήξαμε στο βαγόνι με το που άνοιξαν οι πόρτες! Στρογγυλοκαθίσαμε στις θέσεις μας ικανοποιημένοι και συζητούσαμε για τα μέσα μεταφοράς της Ιταλίας που είναι τόσο συνεπή σε σχέση με αυτά της Ελλάδας. 

    Είκοσι λεπτάκια αργότερα εμφανίζεται ο ελεγκτής. Ένας κύριος γύρω στα εξήντα, ψηλός με πλούσιο στριφογυριστό μουστάκι. Του δίνουμε τα εισιτήριά μας και βλέπουμε το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει, ενώ ταυτόχρονα λέει τραβώντας το «ο» : «Νοοοοο»

    – «Τί «Νο»? Μια χαρά είναι τα εισιτήριά μας»

    – «Νοοοο», ξαναλέει εκείνος και συνεχίζει με έναν χείμαρο ιταλικών από τα οποία δεν καταλάβαμε λέξη!

    Για να μην τα πολυλογώ, βρέθηκε ένας συνταξιδιώτης μας – τρόπος του λέγειν – που ήξερε και ιταλικά και αγγλικά και μας εξήγησε:

    – «Αυτό το τρένο πηγαίνει στην Ανκόνα!»

    Τραγικό!

    Τόση χαρά είχαμε που ήρθε Νταν στην ώρα του, ώστε δεν κοιτάξαμε πού πήγαινε!

    – Και τώρα; Ας σταματήσει στον επόμενο σταθμό να κατέβουμε και να πάρουμε το τρένο για Περούτζια από κει.

    – Δεν γίνεται αυτό, γιατί έχει μια διακλάδωση στην διαδρομή, την οποία την έχουμε περάσει, κι έτσι δεν περνάει πια από δω το τρένο για Περούτζια!

    Αλήθεια σας το λέω, εκείνη τη στιγμή πέρασε από το μυαλό μου: διανυκτέρευση στην Ανκόνα … χωρίς τα πυτζαμάκια μου!!!

    Αφού μάθαμε σε τί δεινή κατάσταση βρισκόμασταν, ο ελεγκτής εξαφανίστηκε χωρίς να μας πει άλλη κουβέντα. Μείναμε εκεί με τις απορίες μας να αιωρούνται στο κενό, με τον – τρόπος του λέγειν – συνταξιδιώτη να μην μπορεί να μας δώσει άλλες πληροφορίες και με τα κινητά ανά χείρας να μας ενημερώνουν ότι το τελευταίο τρένο για Περούτζια, ξεκινάει από το Σπολέτο …τώρα!

    Πέρασε έτσι ένα δεκάλεπτο που μας φάνηκε αιώνας! Και ξαφνικά, εμφανίζεται ο ψηλός μουστάκιας – καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται – και μας κάνει νόημα να τον ακολουθήσουμε. Ταυτόχρονα φρενάρει το τρένο και σταματάει. Ο μουστάκιας μας, ανοίγει την πλαϊνή πόρτα ανάμεσα στα βαγόνια, μας παίρνει από το χέρι και μας κατεβάζει από το τρένο, για να διαπιστώσουμε ότι στις διπλανές γραμμές έχει σταματήσει άλλο ένα τρένο που πηγαίνει αντίθετα μ’ εμάς. Εκεί, σε μια άλλη πλαϊνή πόρτα, περιμένει ένας άλλος ελεγκτής, που μας βάζει μέσα και μας εξηγεί, με τη γλώσσα του σώματος, ότι θα μας αφήσει στο Φολίνιο για να πάρουμε το τρένο για Περούτζια. Τα αμέτρητα «Γκράτσιε σενιόρε» που φωνάζαμε στον υπέροχο μουστάκια, δεν ξέρω αν του έδωσαν να καταλάβει πόσο ευγνώμονες ήμασταν!

    Και εν τέλει, ήμασταν ευγνώμονες και για τα μέσα μεταφοράς της Ιταλίας, που κι εκείνα καθυστερούν τόσο πολύ, που τελικά προλάβαμε το τελευταίο τρένο για Περούτζια!!!

                                                                                

  • Κένυα: στο Diani, στο Wasini και στις Σπηλιές των σκλάβων

    Κένυα: στο Diani, στο Wasini και στις Σπηλιές των σκλάβων

    Γράφει ο Δημήτρης Χαρλαύτης

    Βρισκόμαστε ακόμη στην Κένυα και όπως το υποσχεθήκαμε, θα συνεχίσουμε την περιήγησή μας εκτός Ναϊρόμπι. Για την ακρίβεια πάνω από 500 χιλιόμετρα μακριά!

    Diani

    Στα νοτιοανατολικά παράλια της Κένυας, λίγο πιο κάτω από τη Μομπάσα, κοντά στα σύνορα με την Τανζανία βρίσκεται ένας επίγειος παράδεισος με θέα τον Ινδικό ωκεανό. Μια απέραντη παραλία πολλών χιλιομέτρων με κατάλευκη άμμο, κάτω από έναν καυτό ήλιο που δεν αστειεύεται, στη γραμμή του Ισημερινού. Η ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία της παραλίας κάνει την παραμονή στη θάλασσα λιγότερο βιώσιμη. Η θερμοκρασία του νερού είναι γύρω στους 30 βαθμούς κελσίου, αναγκάζοντας πολλούς ξένους τουρίστες να παραμένουν στις πισίνες των πολυτελών ξενοδοχείων που βρίσκονται πάνω στην παραλία.

    Ένας μικρός επαρχιακός δρόμος χωρίζει τους δύο κόσμους. Τον κόσμο των λευκών Mzungu, που διαμένουν στα ξενοδοχεία με τις πισίνες, και τις γειτονιές με τις παράγκες και τα μικρά αυτοσχέδια μαγαζάκια που πουλάνε αυτοσχέδια βραχιολάκια και μπανάνες δίπλα σε σωρούς από σκουπίδια που βρωμάνε σάπιο πτώμα. This is Africa. Οι φτωχοί εξαθλιωμένοι ντόπιοι, ξένοι μέσα στην ίδια τους τη χώρα, δεν έχουν πρόσβαση στη μαγευτική παραλία του τόπου τους, την οποία ο αχαλίνωτος νεοφιλελευθερισμός υφάρπαξε και παρέδωσε στα δόντια των επενδυτών. Σας θυμίζει κάτι αυτό;

    Πασχίζοντας να επιβιώσουν μέσα σε αυτό το τουριστικό οικοσύστημα οι κάτοικοι του Diani παρέχουν φτηνά προϊόντα π.χ. καρύδες και υφάσματα, ή υπηρεσίες μετακίνησης με αυτοσχέδια τρίκυκλα, τα επονομαζόμενα Tuk Tuk.
    Λίγο πιο πίσω, μερικοί καλλιεργούν τα μποστάνια τους και έχουν οικόσιτα ζώα.

    Καθισμένοι σε ένα ξενοδοχείο – των λευκών -, παρατηρήσαμε την θλιβερή εξέλιξη του τουριστικού οικοσυστήματος. Μερικές ομάδες αρκετά ταλαντούχων ακροβατών έρχονταν μπροστά στην παραλία κάνοντας την παράστασή τους ενώ στο τέλος έβγαζαν καπέλο ζητώντας ένα μικρό φιλοδώρημα από τους τουρίστες. Αμέσως μετά ο μηχανισμός μπήκε σε λειτουργία. Ντόπιοι ένστολοι φύλακες του ξενοδοχείου άρχισαν να επιδεικνύουν τα γκλομπ τους, να τους προπηλακίζουν ώσπου να τους κάνουν να τραπούν σε φυγή.

    Wasini

    Ταξιδεύοντας ακόμα πιο νότια, κατευθυνθήκαμε προς τα σύνορα με την Τανζανία. Διασχίσαμε πολλά χιλιόμετρα πράσινου τοπίου με πολλαπλές εναλλαγές μεταξύ φοινικόδασους, φυτειών ζαχαροκάλαμου και βοσκοτόπων.
    Πού και πού ξεπρόβαλλαν μικρά χωριά με αυτοσχέδιες καλύβες με σκεπές από φύλλα φοίνικα. Η αυτοσχέδια πατέντα είναι σήμα κατατεθέν στην Αφρική. Τη συναντάς στις κατασκευές, στις μηχανές, στα επαγγέλματα, στα φάρμακα, παντού.

    Στα παραθαλάσσια σύνορα με την Τανζανία βρίσκεται το πάρκο του νησιωτικού συμπλέγματος του Wasini, ενός τόπου ξεχασμένου από το χρόνο. Εδώ το μουσουλμανικό στοιχείο είναι πιο έντονο, σε αντίθεση με το καθολικό της υπόλοιπης ενδοχώρας. Οι ντόπιοι βαρκάρηδες, ο Αλί και ο Μουσταφά, αφού μας φόρτωσαν στα καΐκια, μας μετέφεραν στο Kisite, την τελευταία βραχονησίδα στα σύνορα με την Τανζανία, στην οποία υπάρχει ένας πανέμορφος κοραλλιογενής ύφαλος με αμέτρητα είδη πολύχρωμων ψαριών και κοραλλιών. Εκεί οι επισκέπτες μπορούν να βουτήξουν και να κάνουν snorkeling, βλέποντας με τη μάσκα τον πανέμορφο βυθό. Είναι ένας υποβρύχιος παράδεισος στη μέση του πουθενά, ξεχασμένος (ακόμα) από τα δόντια της υπερανάπτυξης.

    Μέσα στο καΐκι οι ψαράδες τραγουδούν ντόπια τραγούδια και παίζουν με αυτοσχέδια κρουστά. Στη συνέχεια ζητάνε και από τους τουρίστες να τραγουδήσουν τραγούδια του τόπου τους. Συνεχώς μας λένε τη φράση «Akuna Matata», δηλαδή «άστο να γίνει», «χαλάρωσε βρε παιδάκι μου»… Είναι το διεθνές τσιτάτο τους. Κάτι σαν το δικό μας «Γεια μας» ή «Ώπα» που λέμε στους τουρίστες που επισκέπτονται την Πλάκα. Ο τουρισμός έχει και τη διεθνή του ορολογία…
    Στην επιστροφή οι ψαράδες μας άφησαν στο νησί τους, το Wasini, όπου δοκιμάσαμε τοπικά νοστιμότατα εδέσματα, όπως λιθρίνια, καβούρια, αστακούς, kasawa και passion fruit.

    Το Wasini είναι ένα νησί 3500 κατοίκων, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία, την αλιεία και τον τουρισμό, ενώ μερικοί δουλεύουν απέναντι στο μικρό λιμάνι του χωριού Shimoni. Είναι μια κοινωνία με έντονο το μουσουλμανικό στοιχείο, με τις γυναίκες να φορούν μαντήλες και να ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού, σκληρό κατάλοιπο ενός αυστηρού παρελθόντος.
    Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των ψαράδων, στο νησί δεν υπάρχει αστυνομία διότι δεν υπάρχει εγκληματικότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί όλο το νησί είναι μια μεγάλη οικογένεια, αφού θεσμικά επιτρέπεται ο γάμος πρώτων εξαδέλφων. Δηλαδή γίνεται της αιμομιξίας…

    Οι σπηλιές των σκλάβων

    Λίγο πριν την αποχώρησή μας από το Shimoni επισκεφτήκαμε τις σπηλιές των σκλάβων, ένα μέρος με σκοτεινή ιστορία. Σε αυτό το μέρος οι Άραβες στοίβαζαν και τιμωρούσαν τους σκλάβους που προορίζονταν να πουληθούν στη Ζανζιβάρη αλλά και στη Μέση Ανατολή. Ο επισκέπτης μπορεί να δει ακόμα τις σκουριασμένες αλυσίδες καρφωμένες στους σταλακτίτες του σπήλαιου.

    Το δουλεμπόριο Αφρικανών ήταν συνήθης πρακτική όχι μόνο για τους λευκούς, αλλά και για τους Άραβες και μάλιστα με πιο σκληρούς όρους, αφού οι τελευταίοι τους ευνούχιζαν, ώστε να μην μπορούν να αναπαραχθούν και να γίνουν ανεξέλεγκτοι. Αυτό δικαιολογεί την απουσία εκτεταμένων μαύρων πληθυσμών στη Μέση Ανατολή, σε αντίθεση με την Αμερικανική ήπειρο, όπου η μαύρη φυλή, όντας απόγονοι μεταφερόμενων εκεί σκλάβων από τους λευκούς αποικιοκράτες, έχει σήμερα πρόδηλη παρουσία.

    Παρόμοια σπηλιά είναι και η σπηλιά του Ali Barbour στο Diani, αλλά αντί για μουσείο έχει γίνει πολυτελές εστιατόριο που σερβίρει αχνιστά μύδια, αστακό, καβούρια και άλλα υπερεκτιμημένα εδέσματα και μπαγιάτικα γλυκά (στον Κολωνό έχω βρει πιο φρέσκα) πάνω σε πολυτελή υφάσματα και κάτω από κρυφούς φωτισμούς με ελάχιστη κατανάλωση 20 ευρώ ανά άτομο. Μην πάτε εκεί. Τα εδέσματα των ψαράδων στο Wasini είναι πολύ πιο αυθεντικά και νόστιμα και ας κυκλοφορούν στο τραπέζι της ταβέρνας μυρμήγκια (tungu tungu).

    Και μ΄ αυτή τη… γραφική εικόνα θα κάνουμε ένα ακόμη διάλειμμα πριν περάσουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος αυτού του εκπληκτικού ταξιδιού. Σε λίγες μέρες, τα ξαναλέμε.

    Φωτογραφίες: Ioanna Malliou, Dimitris Charlaftis

  • Κένυα Πρώτο Μέρος: Στο Ναϊρόμπι, να ζει κανείς ή να μη ζει;

    Κένυα Πρώτο Μέρος: Στο Ναϊρόμπι, να ζει κανείς ή να μη ζει;

    Γράφει ο Δημήτρης Χαρλαύτης

    Στα 1700 μέτρα υψόμετρο και σχεδόν πάνω στη γραμμή του Ισημερινού βρίσκεται μια από τις περισσότερο ανεπτυγμένες πόλεις της Αφρικής. Το Ναϊρόμπι, με τα σχεδόν πέντε εκατομμύρια κατοίκων του, είναι αδιαμφισβήτητα μια από τις περισσότερο ενδιαφέρουσες Αφρικανικές πρωτεύουσες για πολλούς λόγους.

    Ο σημαντικότερος ίσως απο αυτούς είναι το πολύ φιλικό και ιδιαίτερο κλίμα που επικρατεί σχεδόν το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου, με εξαίρεση την περίοδο των βροχών από Απρίλιο έως τέλη Ιουνίου. Το μεγάλο υψόμετρο, σε συνδυασμό με την τροπικότητα των συντεταγμένων του, δίνει μέσες θερμοκρασίες από 23 έως 33 βαθμούς Κελσίου σε σχετικά μόνιμη βάση, με ελαφρώς ξηρή ατμόσφαιρα, κάτι ασυνήθιστο για τα υγρά κλίματα των τροπικών. Τα κουνούπια εδώ είναι σαφώς λιγότερα ακόμα και από αυτά της Αθήνας, γεγονός που συμβάλλει στην έλλειψη τροπικών ασθενειών όπως η ελονοσία και ο δάγκειος πυρετός.

    Όλες αυτές οι ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν εδώ στα υψίπεδα του κέρατος ανατολικής Αφρικής συνηγορούν στο γεγονός ότι οι πρώτοι άνθρωποι περπάτησαν σε αυτά εδώ ακριβώς τα μέρη, σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια χρόνια πριν. Στο μουσείο φυσικής ιστορίας του Ναϊρόμπι εκτίθενται ευρήματα σκελετών και διαφόρων εργαλείων από τους πρώτους ανθρωπίδες, μια μοναδική και αρκετά εντυπωσιακή συλλογή.

    Ακολουθώντας το πρότυπο πολλών αφρικανικών πρωτευουσών, το Ναϊρόμπι διαθέτει ένα πολυσύχναστο και άναρχα δομημένο κέντρο με πανύψηλα κτήρια, σημάδι ξένων επενδύσεων. Η δόμηση εδώ οργιάζει, θυμίζοντας σε εμάς τη χρυσή δεκαετία της οικοδομής του ενενήντα. Καθημερινά ανεγείρονται πελώρια κτήρια, εμπορικά και εταιρικά κέντρα με μοντέρνα γυάλινη επένδυση που θυμίζει Μανχάταν. Ανάμεσα σε αυτούς τους τσιμεντένιους κολοσσούς ξεπετάγονται ντόπιες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εστιατόρια και αγορές, υποδηλώνοντας τον δυνατό παλμό του κέντρου. Τεράστιες λεωφόροι κόβουν στη μέση τον αστικό ιστό, εμποδίζοντας τη διέλευση στους πεζούς, οι οποίοι λόγω παντελούς έλλειψης πεζοδρομίων αναγκάζονται να περπατούν για χιλιόμετρα στην άκρη της ασφάλτου. Δεν υπάρχουν δημόσιες συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς, δηλαδή τρένο η μετρό, με αποτέλεσμα η κίνηση στην πόλη σε ώρες αιχμής να είναι αφόρητη.Τα εμπορικά κέντρα του Ναϊρόμπι διαθέτουν τα πάντα, προσφέροντας μία πληθώρα ντόπιων και εισαγόμενων προϊόντων, προσιτά στα ανώτερα οικονομικά στρώματα της κοινωνίας. Τα φάρμακα, τα οποία παρέχονται σαφώς σε λιγότερες ποσότητες σε σχέση με την Ευρώπη, έρχονται κυρίως από την Ινδία υπό τη μορφή γεννοσήμων. Οι τιμές στα εισαγόμενα είδη κυμαίνονται σε επίπεδα λίγο παραπάνω από τα ευρωπαϊκά λόγω δασμών, κάνοντας την πρόσβαση σε αυτά σχεδόν αδύνατη από τους ντόπιους, οι οποίοι παλεύουν για ένα πενιχρό μεροκάματο λίγων σελλινίων. Το τοπικό νόμισμα, το Σελλίνι Κένυας, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην κατρακύλα του διεθνούς πληθωρισμού και των υποτιμήσεων, – ιδίως μετά την πανδημία του Covid-19 -, και στις νέες επενδύσεις που καταφθάνουν, αυξάνοντας την εισροή δολλαρίων στη χώρα.

    Εδώ έρχεται στο παιχνίδι και η επιρροή του ανατολικού ημισφαιρίου στη χώρα και κυρίως της Κίνας. Τη δεκαετία του 1960, η Κένυα πέρασε από το καθεστώς της αγγλικής αποικιοκρατίας στην ανεξαρτησία, όχι αναίμακτα φυσικά. Οι Ινδοί, όντας ήδη εγκατεστημένοι εδώ σαν εργάτες των Άγγλων, μετά την αποχώρηση των αφεντικών βρήκαν το πεδίο ελεύθερο για καινούργιες μπίζνες και έπιασαν τα πόστα. Ακόμα και σήμερα βλέπεις δεύτερης και τρίτης γενιάς Ινδούς να ηγούνται σε τομείς του επιχειρείν και του real estate.

    Το χοντρό ιμπεριαλιστικό παιχνίδι όμως στην Κένυα το παίζουν οι Κινέζοι, δρώντας μεθοδικά και «υποδόρια» για δεκαετίες. Η τακτική είναι πάγια και εφαρμόζεται κατά κόρον τόσο εδώ, όσο και σε ολόκληρη την Αφρική. Η Κίνα αγοράζει συνεχώς ορυχεία σπάνιων γαιών και χτίζει εκατοντάδες χιλιόμετρα σιδηροδρόμων αλλά και λιμανιών για τη μεταφορά τους. Παρέχει δηλαδή όλο το αναπτυξιακό πακέτο επενδύσεων στη χώρα για ικανοποιητικές και φυσικά ληστρικές συμφωνίες, αλλά με ευνοϊκότερους όρους από τους αντίστοιχους αποικιοκρατικούς της Δύσης των περασμένων χρόνων, πράγμα που έχει στρέψει την προσοχή και το ενδιαφέρον της Κένυας αλλά και ολόκληρης της Αφρικής στο άρμα των ΒRICS. Η δίψα για χρήμα και εκμοντερνισμό είναι πρόδηλη εδώ και αντανακλάται πασιφανώς στους γυάλινους πανύψηλους ουρανοξύστες του κέντρου.

    Στα πέντε εκατομμύρια κατοίκων του Ναϊρόμπι συγκαταλέγεται μια πληθώρα κοινωνικών στρωμάτων, διαμορφώνοντας ένα ανθρώπινο καλειδοσκόπιο που μόνο στον αναπτυσσόμενο κόσμο της Αφρικής μπορεί να συναντήσει κανείς.
    Στις συνοικίες Westlands και Kilimani συναντάς πολλούς expatriots, οι οποίοι είναι αλλοδαποί εύποροι εργαζόμενοι είτε σε πολυεθνικές είτε σε διάφορες πρεσβείες και διεθνείς οργανισμούς. Στο Ναϊρόμπι, και συγκεκριμένα στη συνοικία Muthaiga, ανάμεσα σε δεκάδες πρεσβείες και ξένες αντιπροσωπείες, υπάρχει το διεθνές πρόγραμμα του ΟΗΕ για το περιβάλλον UNEP (United Nations Environmental Program) και λίγο παρακάτω η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU delegation), οργανισμοί που στεγάζουν χιλιάδες εργαζόμενους από διαφορετικές χώρες. Στους πολυσύχναστους δρόμους του Ναϊρόμπι βλέπεις να κυκλοφορούν τεράστια SUV τριών και τεσσάρων χιλιάδων κυβικών με τις κλασσικές κόκκινες διεθνείς πινακίδες.

    Και λίγα χιλιόμετρα παραέξω … ατελείωτες φαβέλλες.

    Το εξήντα τοις εκατό περίπου των κατοίκων της πόλης ζει κάτω από το όριο της φτώχειας σε συνθήκες εξαθλίωσης που όμοιες δεν υπάρχουν στο δυτικό κόσμο. Η Κibera, στα νότια του Nairobi, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη φαβέλλα της Αφρικής με εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στοιβαγμένοι σε παράγκες. Η φτώχεια, όπως το χρήμα και ο βήχας δεν μπορούν να κρυφτούν. Λόγω της απουσίας κρατικών υποδομών για τη διαχείριση των σκουπιδιών, όποιος δεν έχει να πληρώσει για την αποκομιδή τους τα καίει στην τενεκεδένια αυλή του, ρυπαίνοντας την ατμόσφαιρα με αναθυμιάσεις.

    Για τα κατώτερα και πολυπληθέστερα κοινωνικά στρώματα οι μετακινήσεις μέσα στην πόλη γίνονται συνήθως με τα πόδια, ανεξαρτήτως χιλιομέτρων. Σε κάθε δρόμο της πόλης, όσο μεγάλος ή μικρός είναι αυτός, βλέπεις να περπατούν στο πλάι ένα σωρό άνθρωποι, οι οποίοι λόγω παντελούς έλλειψης πεζοδρομίων κυριολεκτικά παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα περπατώντας δίπλα σε αυτοκίνητα που τρέχουν σα να μην υπάρχει αύριο. Το φαινόμενο δυσχεραίνεται ακόμα περισσότερο από την παντελή έλλειψη σε φωτεινούς σηματοδότες. Σε ολόκληρο το Ναϊρόμπι άντε να υπάρχουν όλα κι όλα δέκα φανάρια σε πολύ κεντρικά σημεία, τα οποία φυσικά δεν τηρούνται από κανένα. Αντί για διασταυρώσεις και φανάρια στην πόλη υπάρχουν κυκλικοί κόμβοι στους οποίους πρώτος περνάει όχι αυτός που έχει προτεραιότητα, αλλά ο πιο γενναίος ή ο πιο απερίσκεπτος.

    Οι λιγότερο φτωχοί παίρνουν τα μικρά λεωφορεία, τα επονομαζόμενα matatu, τα οποία από τα πολλά τρακαρίσματα έχουν παραμορφωθεί, διότι οι οδηγοί τους, από τις πολλές σφήνες που κάνουν νομίζουν ότι οδηγούν μηχανάκι αντί για λεωφορείο. Ναι, στην Αφρική η ανθρώπινη ζωή είναι περισσότερο αναλώσιμη…
    Αλλά αυτό δε δείχνει να πτοεί τους ντόπιους. Βυθισμένοι μέσα στη φτωχή καθημερινότητά τους θα τους δεις να αράζουν χύμα όπου βρουν. Στα πάρκα, στο χώμα, ακόμα και ξάπλα ανάμεσα στη διαχωριστική νησίδα μιας πολυσύχναστης λεωφόρου!

    Στο Ναϊρόμπι ισχύει λίγο πολύ το μοντέλο ασφαλείας άλλων Αφρικανικών πόλεων. Οι ατομικές και εμπορικές ιδιοκτησίες εδώ προστατεύονται από ιδιωτικούς φύλακες και φράχτες με ηλεκτροφόρα σύρματα. Το βράδυ μετά τις 21.00 δε συνίσταται σε καμία περίπτωση να κυκλοφορείς με τα πόδια, αλλά μόνο με το αυτοκίνητο ή το ταξί. Ο αστικός ιστός δεν έχει τη συνεκτικότητα της Αθήνας ή άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Την ημέρα κυκλοφορείς ελεύθερα στις πιο πολλές συνοικίες εκτός από τις κακόφημες. Βέβαια η εγκληματικότητα εδώ δε συγκρίνεται με αυτή της Βραζιλίας ή της Νότιας Αφρικής. Αυτό φαίνεται από τον αρκετά ελαφρύ οπλισμό που διαθέτουν οι φύλακες (το πολύ κανένα γκλομπ), σε σχέση με τα πυροβόλα όπλα που βλέπει κανείς σε άλλες πόλεις.

    Το σκληρό αποικιοκρατικό παρελθόν, τόσο από τους λευκούς όσο και από τους Άραβες, σε συνδυασμό με την απουσία του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και των ανθρωπιστικών κινημάτων έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια πάνω στις πλάτες των ανθρώπων. Η βία, με τις πολύπλευρες κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και καθημερινές πτυχές της είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τωρινής κοινωνίας, η οποία διχάζεται στην αντιμετώπιση των ξένων. Αυτό το βλέπεις στα μάτια των ντόπιων όταν αντικρίζουν λευκό. Αυτοί που διαθέτουν κάποια δουλειά και εξαρτώνται οικονομικά από τους ξένους θα τους αποκαλέσουν «boss», ενώ οι πραγματικά εξαθλιωμένοι θα τους φωνάζουν «mzungu», δηλαδή o λευκός.

    Με τη νέα κυβέρνηση να παίρνει τα ηνία της χώρας πριν λίγο καιρό, οι κρατικές και τραπεζικές υποδομές βρίσκονται σε στάδιο διαρκούς ψηφιακού μετασχηματισμού, πράγμα που κάνει την αξιοποστία τους αρκετά αμφίβολη. Οι κρατικές ψηφιακές πλατφόρμες βγάζουν το μήνυμα λάθους «Internal server error» και η εξυπηρέτηση στα υπουργεία και τις δημόσιες υπηρεσίες θυμίζουν τη δική μας μπανανία, αλλά σε χειρότερη φυσικά διάσταση. Μερικά συστήματα ηλεκτρονικών πληρωμών, όπως το Mpesa, σχεδιασμένο από ξένες εταιρείες είναι από τα πιο αξιόπιστα και διαδεδομένα. Τα ιδιωτικά πανεπιστημιακά νοσοκομεία που λειτουργούν με βάση το αγγλοσαξωνικό πρότυπο παρέχουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες προς τους ασθενείς.

    Λίγο έξω από το Ναϊρόμπι βρίσκεται το εθνικό πάρκο, το πιο κοντινό σαφάρι που μπορεί να δει κανείς δίπλα σε μεγαλούπολη. Έχει και μια μικρότερη εκδοχή του στην οποία μπορεί κανείς να περπατήσει και να δει λιοντάρια, κροκόδειλους, μαϊμούδες, ρινόκερους, ιπποπόταμους, φίδια και καμηλοπαρδάλεις (υπάρχει και ξεχωριστό giraffe centre όπου πας και τις ταΐζεις).

    Μέσα στο Ναϊρόμπι υπάρχει το Κarura Forest, ένα ολόκληρο δάσος με ποτάμια και καταρράκτες, εύκολα προσβάσιμο για περίπατο με πάρα πολλά είδη πτηνών.

    Φυσικά, το ταξίδι μας θα συνεχιστεί και εκτός Ναϊρόμπι. Θα γνωρίσουμε το Diani και το Wasini στα νοτιοανατολικά παράλια, τις σπηλιές των σκλάβων, το Rift Valley, τη Λίμνη Νaivasha, και το εθνικό πάρκο Hell’s gate. Το δεύτερο μέρος αυτής της μοναδικής περιήγησης … έρχεται…

    Φωτογραφίες: Ioanna Malliou, Dimitris Charlaftis

  • Πορτογαλία: το Πόρτο που αγάπησα

    Πορτογαλία: το Πόρτο που αγάπησα

    Έχω παρατηρήσει πως όσο περισσότερο μένω σε ένα μέρος, τόσο πιο δύσκολο είναι για μένα να το περιγράψω. Ίσως συσσωρεύονται πολλές πληροφορίες και δεν ξέρω τί να πρωτοδιηγηθώ. Έτσι και με το Πόρτο, δεν ξέρω από που να αρχίσω. Και κατά το συνήθειό μου, θα ξεκινήσω ανάποδα. Δηλαδή από απέναντι. Από την ιδανικότερη γειτονιά για να μείνει κανείς, την Vila Nova de Gaia. Εμείς μείναμε σε ένα όμορφο διαμέρισμα δύο λεπτά απόσταση από το παρκάκι Jardim do Morro και πραγματικά ήταν απίθανα, αφού κάθε μέρα ξεκινούσαμε τη βόλτα μας διασχίζοντας την ομορφότερη γέφυρα που έχω συναντήσει – κι έχω συναντήσει πολλές -, την Γέφυρα Ντομ Λουίς I ( Ponte Luís I ), έχοντας απέναντί μας το κέντρο του Πόρτο, την Ribeira, και κάτω από τα πόδια μας τον ποταμό Ντούρο!

    Δεν ξέρω ποια κοσμητικά επίθετα θα ήταν αντάξια για να περιγράψουν αυτή τη θέα, αυτήν την ομορφιά. Γι’ αυτό δεν χρησιμοποίησα κανένα. Ελπίζω οι φωτογραφίες μου να σας μεταφέρουν έστω και λίγη απ’ αυτήν. Η διώροφη γέφυρα Ντομ Λούις 1 κατασκευάστηκε από τον συνεργάτη του Άιφελ, και είτε την διασχίζεις από τον κάτω όροφο είτε από τον πάνω, έχεις την αίσθηση ότι περπατάς σε ένα κομμάτι του πύργου του Άιφελ, σε ένα μαγικό κομμάτι που λειτουργεί σαν μαγικό χαλί, κι αντί να σε φέρει πάνω από τον Σηκουάνα στο κέντρο του Παρισιού, σε μεταφέρει πάνω από τον Ντούρο στο κέντρο του Πόρτο!

    Και προσγειώνεσαι στη Ριμπέιρα, και περπατάς παράλληλα με το ποτάμι στην Cais da Ribeira. Ο ουρανός θα σκοτεινιάσει κι ένα ψιλόβροχο θα κάνει την εμφάνισή του. Θα φτάσεις στην πλατεία της Ριμπέιρα και θα στρίψεις δεξιά για να ανηφορίσεις. Όχι όμως από τον κεντρικό δρόμο. Όόόχι. Θα χωθείς εκεί πιο δεξιά, δεξιά από το χαρακτηριστικό συντριβάνι στην μικρή, στενή κι ατμοσφαιρική Rúa Dos Mercadores. Και καθώς την ανεβαίνεις, χαζεύοντας τα ταβερνάκια που προσπερνάς, η βροχή θα δυναμώσει, αλλά δεν θα σ’ ενοχλήσει. Γιατί σε ένα λεπτό θα έχεις φτάσει στο «The Wine Box«. Θα χωθείς μέσα, θα πιάσεις ένα τραπεζάκι στην τζαμαρία και θα απολαμβάνεις τη βροχή στα ζεστά, βλέποντας τους περαστικούς που ανοίγουν τις ομπρέλες τους, πίνοντας ένα ποτήρι λευκό ξηρό Πόρτο και δοκιμάζοντας μεζεδάκια με γαρίδες, καλαμαράκια, όστρακα κι άλλες θαλασσινές λιχουδιές.

    Κι όταν η βροχή κοπάσει, θα συνεχίσεις την ευχάριστη ανηφόρα για να βρεθείς στην πλατεία Largo São Domingos, θα σταθείς μπροστά στους πλανόδιους μουσικούς, θα λικνιστείς στο ρυθμό του τραγουδιού τους, κι έπειτα θα κατευθυνθείς προς την Rua das Flores. Εκεί θα περιπλανηθείς ευχάριστα μέχρι να φτάσεις μπροστά στο «Fábrica da Nata» (Praça Almeida Garret) κι απότομα να θυμηθείς: «ΔΕΝ ΕΧΩ ΦΑΕΙ ΓΛΥΚΟ ΣΗΜΕΡΑ!» Όμως δεν ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στην Πορτογαλία και τα παστίς ντε νάτα είναι εδώ. Με το τραγανό τους φύλλο, την ζεστή γλυκιά κρέμα, πασπαλισμένη με κανέλλα και ζάχαρη άχνη, σου δίνουν την ενέργεια που χρειάζεσαι για να συνεχίσεις την περιήγηση. Πάντα ανεβαίνοντας. Μέσα από μικρά στενάκια βρίσκεσαι μπροστά στο πανέμορφο Σιντιβάνι των Λεόντων κι απέναντί σου έχεις την εντυπωσιακή Igreja do Carmo.

    Την θαυμάζεις, φωτογραφίζεις τα ψηφιδωτά της και κατευθύνεσαι προς την πιο όμορφη πλατεία του Πόρτο, την Praça de Carlos Alberto.

    Αν ο ήλιος έχει βγει, πίνεις ένα καφεδάκι κάπου έξω. Αν κρυώνεις, χώνεσαι στο κουκλίστικο δρομάκι Tv. de Cedofeita και φτάνεις στο «Nicolau Porto«, ανακατεύεσαι με τους ντόπιους, και πίνεις τον καφέ σου σ’ αυτόν τον φιλικό και cozy χώρο.

    Κοίτα όμως πώς έφτιαξε ο καιρός! Η νύχτα έρχεται και είναι γλυκιά, έτσι που δεν γίνεται ν’ αντισταθείς. Θα κατηφορίσεις – φτάνουν πια οι ανηφόρες! – μέχρι το «Aduela«, για να απολαύσεις ένα απεριτίφ στα τραπεζάκια του, στην τριγωνική πλατεία ακριβώς μπροστά του και να νοιώσεις ξανά είκοσι χρονών.

    Και ναι, καταλαβαίνω. Κουράστηκες πια. Απόκαμες. Ήρθε η στιγμή για ένα ξεχωριστό, πλούσιο δείπνο. Ένα δείπνο με παραδοσιακά πιάτα που θα ευφράνουν την ψυχή σου, λόγω της φιλοξενίας του προσωπικού, (που ενώ σου παρουσιάζει τα πιάτα του μενού σε κάνει και μια βόλτα στην ιστορία της πόλης), και της οικογενειακή ατμόσφαιρα. Εδώ, στο «Postigo do Carvão«.

    Πρέπει να φας καλά και να κοιμηθείς καλά, γιατί έχεις πολλές μέρες και πολλές ανηφόρες να αδράξεις. Έχεις πολλές φορές να χαθείς μέσα στα δρομάκια. Έχεις να περπατήσεις πλάι πλάι με τον Ντούρο, να τον αγναντέψεις από το τελεφερίκ κι από το Jardim do Morro. Έχεις να επισκεφθείς τις κλειστές αγορές τροφίμων, να ανέβεις στο φρούριο, να μετρήσεις ένα ένα τα σκαλάκια στο Escadas do Barredo, να δεις το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μπροστά στο Δημαρχείο να αλλάζει χρώματα. Να περπατήσεις την οδό της Αγίας Κατερίνας, να κάνεις επίσκεψη στον πύργο του Ναού των Κληρικών, να παρακολουθήσεις Φάντο, να γνωρίσεις διαφορά οινοποιεία, να θαυμάσεις τον Σταθμό του Σάο Μπέντο. Να γαληνέψεις στον κήπο του Καθεδρικού Ναού με τη θέα του Πόρτο περιμετρικά, να σε καλλεί να χωθείς όλο και πιο βαθειά μέσα του, να εξερευνήσεις κάθε στενάκι, να ανέβεις κάθε σκαλοπάτι του, να σταθείς κάτω από κάθε πύλη, να το νοιώσεις και να το αγαπήσεις μέχρι το τελευταίο σου κύτταρο…

  • Νύχτα Φάντο (Fado) στο Πόρτο

    Νύχτα Φάντο (Fado) στο Πόρτο

    Μαύρα τραπεζομάντηλα στα τραπέζια, μαύρο πλακάκι στο δάπεδο. Αίθουσα λιτή, προσωπικό φιλικό και φιλόξενο. Φτάνουμε στις οχτώ. Διαλέγουμε ένα τραπέζι ακριβώς μπροστά στις καρέκλες των μουσικών, διαλέγουμε και μενού και ξεκινάμε να τρώμε το ορεκτικό μας. Ο κύριος που μας σερβίρει είναι πολύ ευγενικός. Φοράει επίσης μαύρο φανελάκι και μαύρο παντελόνι. Μόλις όλοι οι παρευρισκόμενοι τελειώσουμε με τα ορεκτικά, τα πιάτα μαζεύονται και τα φώτα σβήνουν. Εντελώς. Ένας μικρός προβολέας φωτίζει το σημείο που κάθονται οι μουσικοί.

    Δεν υπάρχει ούτε πάλκο, ούτε μικρόφωνα. Έτσι απλά, δίπλα μας, κάθονται οι δύο κιθαρίστες: κλασσική κιθάρα και πορτογαλλική κιθάρα. Και μπροστά τους όρθιος ο κύριος που μας σέρβιρε νωρίτερα! Μας καλωσορίζει και μας μιλάει λίγο για το Φάντο.

    Φάντο σημαίνει πεπρωμένο. Ξεκίνησε να τραγουδιέται στις παλιές γειτονιές της Λισαβώνας. Τις φτωχές και τις κακόφημες. Σε μικρά ταβερνάκια και σε οίκους ανοχής. Και όπως κάθε λαϊκό τραγούδι, μιλούσε και μιλάει για τις δυσκολίες των ανθρώπων, για τον πόνο και φυσικά για τον έρωτα. Γι’ αυτό μιλάει απευθείας στις καρδιές μας.

    Η εισαγωγή τελειώνει κι η μουσική αρχίζει. Ο αξιαγάπητος σερβιτόρος μας, βάζει το ένα χέρι του στην τσέπη του μαύρου παντελονιού του, κλείνει στιγμιαία τα μάτια του και με την επόμενη ανάσα του ανοίγει το στόμα του και όλοι μένουμε άναυδοι! Η φωνή του σκίζει το σκοτάδι κι ο πόνος του μας τρυπάει τα σωθικά. Μένουμε ασάλευτοι να ακούμε, δίχως να καταλαβαίνουμε τα λόγια αλλά νοιώθοντας την ένταση των συναισθημάτων.

    Σε λίγο, απ’ το βάθος της αίθουσας κάνει την εμφάνισή της και η Ρίτα. Μοιράζεται κι εκείνη τους καημούς της και αργότερα, από το τραπέζι πίσω μας, σηκώνεται μία ακόμη κυρία που μόλις έχει τελειώσει το φαγητό της, και λέει δύο καταπληκτικά τραγούδια.  Χειροκροτήματα, χαμόγελα, ευχαριστίες και ο Πάουλο – ο σερβιτόρος/τραγουδιστής – επανέρχεται με ένα τραγουδάκι σε άλλο ύφος. Πειράζει την Ρίτα κι εκείνη έρχεται και του απαντάει με μπρίο, γελώντας και  τραγουδώντας φυσικά. Εκείνος οπισθοχωρεί προς την κουζίνα κι η Ρίτα μας ζητάει μετά από έναν συγκεκριμένο στίχο, να αναφωνούμε μαζί της «Ω Πάουλο!». Το κλίμα γίνεται παρεΐστικο και γιορτινό. Όλοι μαζί τραγουδάμε «Ω Πάουλο», κι εκείνος μας κάνει τελικά τη χάρη κι επιστρέφει (αργότερα θα φέρει και τον λογαριασμό!)

    Η ατμόσφαιρα μοιάζει με σπιτικό πάρτυ, ο κόσμος γελάει και σχολιάζει, διπλανές παρέες γνωρίζονται μεταξύ τους, οι δύο έλληνες  – εμείς δηλαδή – βρίσκουν κι άλλους έλληνες που ζουν στο Πόρτο και τους συστήνουν στην γκεστ αηδό της βραδιάς και όλα αυτά συνθέτουν άψογα την ανάμνηση της ξεχωριστής αυτής νύχτας. Της Νύχτας Φάντο στο Πόρτο. 

      

    «Γύρισες, χαίρομαι που επέστρεψες
    δεν μπορείς να φανταστείς όλα όσα μου λείπουν
    Γύρισες και στην άδεια ζωή μου
    αυτή η χαρά που μόνο εσύ μπορείς να δώσεις, επέστρεψε.
    Γύρισες, τι μοναδικό πράγμα!
    Σχεδόν δεν μπορώ να τραγουδήσω αν δεν είσαι δίπλα μου…»

    * «Taberna Real do Fado«
    Fadista: Paulo Cangalhas
    Fadista: Rute Rita
    Guitarra Portuguesa: Rui Pedro Claro
    Viola de Fado: Rogério Rocha
    Morada: Rua do Dr. Barbosa de Castro, 58, Porto

  • Πώς να Μην πεινάσετε στη Ζυρίχη, Και δύο αγαπημένες βόλτες

    Πώς να Μην πεινάσετε στη Ζυρίχη, Και δύο αγαπημένες βόλτες

    Όπως σας έχω ξαναπεί, η Ζυρίχη είναι πανέμορφη, πεντακάθαρη, πολιτισμένη κι ανθρώπινη αλλά είναι επίσης και πανάκριβη! Τόσο ακριβή όσο δεν μπορούσα καν να το διανοηθώ όταν μου το έλεγε ο φίλος μου ο Κωνσταντίνος που ζει εκεί. Μέχρι που πάτησα το ποδαράκι μου και κατάλαβα από το πρώτο κιόλας βράδυ! Ένα χοτ ντογκ (ναι Μαρινάκι μου, ζεστός σκύλος! ) τύπου καντίνας αλλά πιο μπαγιάτικο και πιο φτωχό, 11,50 ολόκληρα ευρώ! Και η αναζήτηση για την επιβίωση ξεκίνησε!

    Θα αρχίσω πρώτα με τα πρακτικά θέματα και θα φυλάξω τις ειδυλλιακές βόλτες για το τέλος. Πάμε λοιπόν να πάρουμε κάτι για τον δρόμο, να το φάμε έξω δηλαδή – αν δεν είναι χειμώνας και δεν κινδυνεύουμε να χάσουμε τα δάχτυλά μας από το κρύο!

    Το «Pizza Nation» και το «Äss-Bar Zürich» (https://www.aess-bar.ch/) είναι συμπαθητικά. Στο πρώτο θα πληρώσετε μία πίτσα κανονικού μεγέθους γύρω στα 20 ευρώ, αλλά τουλάχιστον θα χορτάσετε. Στο δεύτερο θα πάρετε λιχουδιές που μπορείτε να βρείτε σε φούρνο, σε αρκετά λογικές τιμές. ( Να σημειώσω εδώ, ότι την μοναδική μέρα που τολμήσαμε να καθίσουμε σε ένα ιταλικό, πληρώσαμε 30 ευρώ το πιάτο – από τα πιο οικονομικά του μενού ).

    Αν πάλι, θέλετε να φάτε κάπου σε εσωτερικό χώρο και να μην δώσετε το νεφρό σας, οι επιλογές είναι δύο. Το όμορφο και κεντρικό «Piadina Bar» θα σας χορτάσει και θα σας κάνει να νοιώσετε πολύ ευπρόσδεκτοι. Τα παιδιά εδώ φτιάχνουν νοστιμότατα σάντουιτς με ένα ειδικό ζυμάρι που το ψήνουν επιτόπου – σαν κρέπα αλλά με ψωμένια ζύμη – και υπέροχα αλλαντικά, τυριά και λαχανικά. Λάτρεψα την Bresaola και την σάλτσα αγκινάρας. Επίσης λάτρεψα την αυθεντική ατμόσφαιρα του χώρου και τους εργαζόμενους, που όταν δεν είχαν να ετοιμάσουν κάποια παραγγελία, έπαιζαν το σκάκι τους στο μπαρ.

    Κάπως πιο κάτω, προς τη λίμνη, στην πλατεία Bellevueplatz θα βρείτε το «Sternen Grill + Sternen Grill Restaurant im oberen Stock» όπου δεν θα ξετρελαθείτε με την ατμόσφαιρα, αφού δεν έχει ούτε σταλιά. Είναι απλώς ένα ταχυφαγείο που όμως έχει νόστιμα λουκάνικοπιάτα και χορταστικά.

    Κι αφού φτάσαμε μέχρι εδώ, λέω να πάμε ως τη στάση του τραμ και να χωθούμε σ’ ένα με κατεύθυνση προς το Tiefenbrunnen. Να κατέβουμε στη στάση Fröhlichstrasse, να μπούμε για έναν καφέ και μια λιχουδιά στο εξαιρετικό κι αγαπημένο «BACKbAR«, κι αφού πάρουμε δυνάμεις, να εγκαταλείψουμε έστω κι απρόθυμα τις αχνιστές τζαμαρίες του και να περάσουμε απέναντι για να κινήσουμε προς τη λίμνη. Και να βρεθούμε ξαφνικά στην εξοχή, στο δάσος, στα παγωμένα νερά, στη γειτονιά των παπιών και των κύκνων, στη θέα των χιονισμένων βουνών, τόσο έξω από την πόλη αλλά στην πραγματικότητα μόλις 7 λεπτά μακριά της. Τον χειμώνα αυτή είναι η καλή πλευρά για να περπατήσετε στη λίμνη. Το πανέμορφο πάρκο Zürichhorn. Μπορείτε να περιπλανηθείτε, να μυρίσετε τον φρέσκο βουνίσιο αέρα, να παίξετε σαν παιδιά, να φτάσετε περπατώντας ως την εξέδρα Aussichtspunkt Riesbach και να πάρετε το τραμ της επιστροφής από το Feldeggstrasse.

    Κι αφού τελειώσαμε με την πρώτη μας βόλτα, ελάτε να σας πάω και την άλλη που υποσχέθηκα. Στο κέντρο της πόλης ξανά, στην πλευρά απέναντι από την επιβλητική εκκλησία Grossmünster, θα σας κάνω έναν σύντομο αλλά παραμυθένιο περίπατο. Ξεκινώντας από τη γέφυρα Münsterbrücke κατεβαίνουμε τα σκαλάκια και προχωράμε παράλληλα με το ποτάμι στην Wühre. Βγάζουμε φωτογραφία τις χήνες και τα παπάκια, τους ρίχνουμε λίγα ψίχουλα και συνεχίζουμε έτσι δίπλα στο νερό μέχρι τον σταθμό των φεριμπότ, όπου σκύβουμε τα κεφάλια μας, μπαίνουμε μέσα στην «τρύπια» στοά και ενώ περπατάμε, αγναντεύουμε στα δεξιά μας την άλλη όχθη μέσα από τις καμάρες, ενώ στα αριστερά μας θαυμάζουμε τις περίτεχνες «μυστικές» βιτρίνες. Βγαίνοντας απ’ αυτή την στοά, βρισκόμαστε στην υπέροχη πλατεία Weinplatz όπου αποχαιρετάμε τα νερά του ποταμού, για λίγο μόνο, και κινούμαστε αριστερά και αμέσως δεξιά, όπου θα ανακαλύψουμε το δρομάκι ή τα σκαλάκια αν προτιμάτε που μας οδηγούν στο Lindenhof.

    Και να το πάλι το ποτάμι, και να η εκκλησιά, να οι στέγες με τα καφετί κεραμύδια, να οι καμινάδες που αχνίζουν. Όλη η Ζυριχη στο πιάτο! Και στον ουρανό, να κάπου εκεί, ένα φάντασμα πετάει κρατώντας απ’ το χέρι τον γεροστριμμένο τον Σκρούτζ και χάνονται κάπου πιο βαθειά στα στενοσόκακα της πόλης! Ξυπνάμε κι εμείς απ’ την ονειροπόληση και κατηφορίζουμε χαμογελαστοί.

    Περνάμε απέναντι από τη γέφυρα Rathausbrücke και καταλήγουμε στο αγαπημένο «Café Henrici» για ένα ζεστό καφεδάκι ή ένα καυτό τσαγάκι, ό,τι προτιμάει ο καθένας. Αυτό το Καφέ έγινε το στέκι μας, για την ευγενική του εξυπηρέτηση, τους χουχουλιάρικους καναπέδες δεξιά, την παρεΐστικη ατμόσφαιρα αριστερά, τις τζαμαρίες του που βλέπουν έξω και φυσικά για τη θέση του. Είναι πολύ φιλικό και ζεστό μέρος και παρότι οι τιμές δεν είναι χαμηλές, μπορείς να τσιμπήσεις ένα σνακ ενώ πίνεις γουλιά γουλιά τον, αξίας έξι ευρώ, καφέ σου! Αν πείτε καλημέρα στον Τζέικομπ θα σας απαντήσει στα ελληνικά, παρόλο που είναι Ισπανός. Πώς θα τον γνωρίσετε; εύκολα. Είναι ψηλός, με κοτσίδα και πάντα ένα χαμόγελο στο πρόσωπο!

    Ένα ακόμη φιλόξενο μέρος λίγο πιο κάτω είναι το «Cabaret Voltaire» όπου στην μπροστινή αίθουσα μπορείτε να πιείτε το κατιτίς σας και στα ενδότερα μπορείτε να παρακολουθήσετε κάποια προβολή σχετική με την τέχνη.

    Τέχνη είπα; ναι τέχνη. Εδώ οι άνθρωποι αναγνωρίζουν το δικαίωμα του καθένα στην τέχνη, γι’ αυτό και το Μουσείο Τέχνης της Ζυρίχης, το Kunsthaus Zürich κάθε Τετάρτη είναι δωρεάν για όλους. Σας το έχω ξαναπεί στο «Πρώτο Μέρος της Ζυρίχης» αλλά το επαναλαμβάνω, για την εμπέδωση.

    Και κάπως έτσι, με το νου στην τέχνη, θα αποχαιρετήσουμε τη Ζυρίχη, αυτή την πόλη έργο τέχνης και πολιτισμού. Εγώ πάω να βρω το φάντασμα, μήπως το καταφέρω να με πάει μια βόλτα στα παιδικά μου χρόνια, και εσάς, σας αφήνω συντροφιά με ζωγραφική και χρώματα.