Home

  • Βιέννη

    Βιέννη

    Λοιπόν εσείς θα με καταστρέψετε! Ρωτάτε γιατί; θα σας εξηγήσω.

    Ήρθα στην όμορφη Βιέννη και την γυρίζω, την περπατάω, ψάχνω, ρωτάω, για να σας προτείνω τις πιο ενδιαφέρουσες βόλτες και να σας ταξιδέψω με τον τρόπο μου. Όμως πείτε μου: πώς θα σας προτείνω τα καλύτερα εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφέ και μπαρ, αν δεν τα δοκιμάσω πρώτη εγώ; κι εδώ έρχομαι και σας ξαναλέω: θα με καταστρέψετε! Όλη τη μέρα τρώω! Αυγά Μπένεντικτ, κρουασάν, μπέιγκελ αλμυρά και κις λορέν, pain au chocolat, τραγανά σνίτσελ κοτόπουλου, γλυκά κεϊκάκια με κρέμες τυριού, καφέδες με σαντιγί, πικάντικα λουκάνικα! Ε λοιπόν, ή που θα σκάσω απ’το πολύ φαγητό ή που θα μου ανέβει το ζάχαρο κι η χοληστερίνη! Έχω και μία άλφα ηλικία. Λυπηθείτε με!

    Ορίστε τί παθαίνω: πηγαίνω στην ωραιότερη και πιο αυθεντική γειτονιά της πόλης – ας είναι καλά η Πηνελόπη που μου την πρότεινε -, το Μαρίαχιλφ (Mariahilf) και κατηφορίζω την πανέμορφη οδό Otto-Bauer-Gasse. Δεν είναι δυνατό να μην κάνω μια στάση στο νούμερο 21, στο «L’Amour du Pain» που φτιάχνει τα πιο τέλεια κρουασάν, ίσως ολόκληρου του κόσμου; ναι είναι πιθανό. Δεν υπερβάλλω. Δοκιμάστε τα και θα μου πείτε. Η δε ατμόσφαιρα έχει κάτι από Παρίσι. Βρίσκομαι μέσα σε έναν περιποιημένο φούρνο/καφέ και ενώ απολαμβάνω το κρουασάν μου βλέπω τον κόσμο που δεν σταματάει να μπαίνει. Από τη μία πόρτα μπαίνουν, από την άλλη βγαίνουν. Κι όσο στέκονται στην ουρά, πιάνουν κουβεντούλα, γελούν, οσμίζονται το βούτυρο και τη λιωμένη σοκολάτα και φτιάχνουν την ατμόσφαιρα αυτού του γλυκύτατου μέρους.

    Αφού έφαγα αργά αργά το κρουασάν μου, δεν γίνεται να μην πιώ ένα καφεδάκι με σαντιγί, λίγο πιο κάτω στον ίδιο δρόμο, στο σούπερ βιεννέζικο «Café Jelinek» (https://cafejelinek.steman.at/). Εδώ κάθομαι κάθε φορά στο πατάρι και παρατηρώ τους ντόπιους που συζητάνε, μοιράζονται εντυπώσεις για τα ψώνια τους, διαβάζουν ή κάνουν εργασίες ενώ απολαμβάνουν τη ζέστη και το τσάι τους. Η κάτω αίθουσα έχει τραπέζια για μεγαλύτερες παρέες, που κάθονται δίπλα στις τζαμαρίες που βλέπουν στο δρόμο αλλά και δεν βλέπουν, αφού έχουν θολώσει τα τζάμια δημιουργώντας μια γλυκιά θαλπωρή στον χώρο.

    Αφού πιω το καφεδάκι μου βγαίνω ξανά στον δροσερό αέρα και συνεχίζω τη βόλτα μου στον ίδιο δρόμο, φτάνω στο μικρό κανάλι, όπου είτε στρίβω δεξιά προς το Vienna Valley Terrace για να λιαστώ – αν ο καιρός το επιτρέπει, ή περνάω απέναντι, φτάνω στην μικρούλα Margaretenplatz, φωτογραφίζω το στρώμα από πεσμένα πλατανόφυλλα και στρίβω αριστερά προς το κέντρο.

    Κατηφορίζω και χαζεύω τα μικρά συνοικιακά μαγαζάκια και τα μανάβικα, που μου δίνουν την ιδέα να ξαναστρίψω αριστερά πιο κάτω για να βρεθώ στην ξακουστή αγορά τροφίμων Naschmarkt. Εδώ βυθίζομαι στις μυρωδιές και υποκύπτω σε πολλά μικρά αμαρτήματα, δοκιμάζω πιτούλες, πικάντικα λουκάνικα, ψαρομεζέδες και κάθε είδους λιχουδιά. Και πλέον δεν με σώζει τίποτα παρά το να περπατήσω κι άλλο μήπως και κάψω καμιά θερμίδα. Κι επειδή δεν τελειώσαμε με το αγαπημένο Μαρίαχιλφ, επιστρέφω σ’ αυτό για έναν ακόμη καφέ, χωρίς σαντιγί αυτή τη φορά, στο χουχουλιάρικο «Equilibrium Kaffee«. Εσείς φυσικά μπορείτε να πάρετε όποιο γλυκό ή αλμυρό σνακ σας κάνει κέφι, ή να φυλάξετε την όρεξή σας για ένα τέλειο cupcake στο διπλανό «Brass Monkey«. Ο ιδιοκτήτης είναι έλληνας, Σπύρος αν θυμάμαι καλά, και είναι πολύ ευγενικός και φιλόξενος.

    Αν θέλουμε να περπατήσουμε κι άλλο, η διπλανή γειτονιά, το Schottenfeld είναι επίσης γεμάτη κομψά μαγαζάκια, και δύο απ’ αυτά που προτιμώ είναι το «Barista Cats«, με την γατούλα να περιφέρεται και να διαλέγει ένα από τα πολλά καθισματάκια της, και το «Melangerie – Caffeterie & Bistro«.

    Ένα από τα πλεονεκτήματα της Βιέννης είναι ότι όλες οι γειτονιές γύρω από το κέντρο της είναι πανέμορφες και ζωντανές. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε συνεχώς στα πολύ τουριστικά σημεία, στον Άγιο Στέφανο – που είναι κούκλος δεν λέω – και στα παλάτια. Με λίγο περπάτημα, αλλά και με το Μετρό ή το τραμ, μπορούμε να τριγυρίσουμε λίγο πιο έξω, χωρίς να χάνουμε τίποτα από την ομορφιά, την αρχιτεκτονική, την καθαριότητα και την καλαισθησία του κέντρου.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και στο κέντρο κρυμμένα διαμαντάκια, γραφικές πλατείες και απίθανα μπαράκια. Μία όμορφη πλατεία πολύ κοντά στην Κρατική Όπερα (αν θέλετε να παρακολουθήσετε παράσταση, πρέπει να κάνετε κράτηση πολύ έγκαιρα), είναι η Neuer Markt, που με το σιντριβάνι Donnerbrunnen στο κέντρο της, μας μεταφέρει για λίγο νοητά μέχρι την Ρώμη. Ακόμα πιο κεντρικά, αλλά όχι σε κοινή θέα, θα συναντήσουμε την γλυκούλα Franziskanerplatz, θα φωτογραφηθούμε μπροστά απ’ το άγαλμα, θα πούμε μια προσευχή για τους αγαπημένους μας στο κατανυκτικό εκκλησάκι, και φυσικά δεν θα παραλείψουμε να πιούμε μια μπύρα στο ιστορικό «Kleines Café«, είτε όρθιοι στη λιλιπούτεια μπάρα, είτε καθιστοί στους δερμάτινους μικρούς καναπέδες. Εδώ πρέπει να επισκεφθείτε και την τουαλέτα, που είναι ένα μικρό αρχιτεκτονικό επίτευγμα, όπως και ολόκληρο το καφέ, που σχεδιάστηκε το 1970 από τον Αυστριακό αρχιτέκτονα Hermann Czech, ο οποίος χρησιμοποίησε εφευρετικές λύσεις για να μεγιστοποιήσει τον χώρο.

    Προτελευταία στάση για σήμερα σε ένα ακόμη μικρούτσικο μπαρ, (και αλκοολική θα γίνω για χάρη σας!) το «Loos American Bar«, δυο βήματα από την Stephansplatz, έργο του αρχιτέκτονα Adolf Loos, που εδώ και πάνω από έναν αιώνα σερβίρει τα συμπαθητικά του κοκτέιλς σε ένα ξεχωριστό περιβάλλον πολυτέλειας και κομψότητας, παρά τα ελάχιστα τετραγωνικά του. Αν δεν βρείτε να καθίσετε για ποτό, κάντε μια βόλτα στις περίτεχνες βιτρίνες του κέντρου και επιστρέψτε. Εγώ τα καταφέρνω πάντα στο τέλος.

    Τέλος είπα. Ε ναι, τελειώνουμε κάπου εδώ. Όμως θα καταλήξουμε όπως ξεκινήσαμε. Με λιχουδιές. Κι επειδή δεν γίνεται στη Βιέννη να μην δοκιμάσουμε ένα σνίτσελ, θα σας κεράσω ένα – φυσικά θα φάω ένα κι εγώ! – στο κεντρικότατο «Lugeck«. Αλλά όχι σνίτσελ χοιρινού. Σνίτσελ κοτόπουλου. Τραγανό και πεντανόστιμο, συνοδεύεται από πατατοσαλάτα και μπορεί να είναι λίγο ακριβό, αλλά είναι χορταστικό και αξίζει.

    Όπως αξίζει και κάθε βόλτα που θα κάνουμε σ’ αυτήν την πεντακάθαρη, επίπεδη πόλη, όπου μπορούμε να χαθούμε περπατώντας αλλά χωρίς ποτέ να είμαστε ολοκληρωτικά χαμένοι, αφού σε κάθε γειτονιά θα ανακαλύψουμε ένα φιλόξενο στέκι να μας ζεστάνει, ένα ανάκτορο να μας ανεβάσει την ψυχολογία, ένα θέατρο να μας οδηγήσει σε κόσμους μαγικούς, ένα πάρκο να ξαποστάσουμε και να πάρουμε δυνάμεις για νέες εξορμήσεις.

    Alles gut?

  • Η Λισαβόνα του κοιλιόδουλου

    Η Λισαβόνα του κοιλιόδουλου

    Έφτασε επιτέλους η στιγμή, αφού σας πήγα μια βόλτα στη Λισαβώνα με οδηγό την καρδιά και τα μάτια, να σας πάω και μία με οδηγό το στομάχι, τη γεύση και την όσφρηση!

    Φυσικά, κάθε γεύμα και κάθε ποτό συνοδεύεται κι απ’ το όμορφο περιβάλλον, από τις εικόνες που έχεις πάρει, από τη θέα που έχεις χαζέψει με το στόμα ανοιχτό, από τις ανηφόρες που έχεις κατακτήσει, και γενικότερα από την διάθεση της στιγμής. Και μιλώντας για διάθεση, λέω να σας πάω, ξεκινώντας αυτήν την περιήγηση, στο ταβερνάκι που μας έφτιαξε τη διάθεση όσο κανένα άλλο και βεβαίως μας ετοίμασε και το πιο όμορφο δείπνο.

    «Lisboa Tu e Eu 2» λοιπόν. Αυτό είναι ένα μικρούλικο μαγαζάκι, όπου θα φάτε ανάμεσα σε ανθρώπους που χαμογελούν, που χειρονομούν, που μαγειρεύουν και σερβίρουν σα να βρίσκονται στο σπίτι τους, και σε παρασύρουν κι εσένα σ’ αυτήν την αυθεντική άνεση και οικειότητα. Δεν ξέρω τί θα διαλέξετε να δοκιμάσετε εδώ, ένα όμως είναι το πιάτο που δεν πρέπει να χάσετε: bacalhau a bras. Bacalhau a bras θα βρείτε παντού, αλλά σ’ αυτό το ταβερνάκι ήταν το κάτι άλλο! Για να βρείτε αυτό το κρυμμένο μέρος θα κατηφορίσετε πίσω από τον Καθεδρικό, όπου, ακριβώς πριν το Restaurante da Sé, υπάρχει ασανσέρ*, ειδάλλως θα κάνετε έναν κύκλο για να βρεθείτε στα σκαλάκια της οδού Escadinhas das Portas do Mar. Στο νούμερο 4 θα βρείτε αυτό που ψάχνετε.

    *Και μια και ανέφερα το ασανσέρ θέλω να σας πω ότι σε όλη την πόλη υπάρχουν διάφορα ασανσέρ που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε δωρεάν για να αποφύγετε κάποιες ανηφόρες ή – όπως εδώ – για να προσεγγίσετε δυσπρόσιτα μέρη. Ένα ακόμη που χρησιμοποιήσαμε ήταν όταν ανεβαίναμε προς τον Άγιο Γεώργιο, όπου μέσα σε ένα Σούπερ Μάρκετ, ακριβώς απέναντι από την είσοδο, υπήρχε ανελκυστήρας που σε ανέβαζε 7 ή 10 ορόφους – δεν θυμάμαι ακριβώς – και γλύτωνες πολύύύ ανηφόρα! Δεν εννοώ τα κίτρινα βαγόνια που σε ανεβάζουν σε κάτι ανηφορίτσες και τα πληρώνεις αδρά, αλλά για σύγχρονους ανελκυστήρες, όπως το Elevador Castelo και το Elevador da Baixa.

    Κι αφού το λύσαμε κι αυτό λέω να μείνουμε στη γειτονιά και να πάμε για ποτό στο αγαπημένο μπαράκι «Crafty Corner» (https://www.craftycornerlisboa.com/). Αν επιστρέψουμε στον προηγούμενο δρόμο – πάλι με τον ανελκυστήρα – και κατηφορίσουμε λίγο ακόμη, στην R. de São João da Praça στο νούμερο 95, θα βρούμε το μπαρ που έγινε στέκι μας. Σας έφερα μετά το φαγητό γιατί η κουζίνα του μπαρ δεν είναι του γούστου μου. Όμως εδώ ήπια απολαυστικές σανγκρίες και όποιος αγαπάει τις μπύρες θα μείνει απόλυτα ικανοποιημένος. Το καλό χαρτί όμως του Crafty Corner είναι ο χώρος και η ατμόσφαιρα. Οι τεράστιες ξύλινες πόρτες με τις τζαμαρίες προς το δρόμο, τα δρύινα βαρέλια, οι δερμάτινοι καναπέδες και πολυθρόνες, οι άνετοι παρεΐστικοι πάγκοι και γενικότερα η ζεστασιά του χώρου που σε κάνει να αισθάνεσαι θαμώνας από την πρώτη στιγμή.

    Ένα ακόμη ξεχωριστό μέρος για ποτό στην πόλη είναι το καταπληκτικό «Enoteca LX» (https://enotecalx.com/). Εδώ προτείνω να δοκιμάσετε ένα από τα θεσπέσια κρασιά του και να εμπιστευθείτε το προσωπικό για να σας βοηθήσει να επιλέξετε. Δεν θα σας πω τίποτα περισσότερο για το μέρος, μόνο αυτό: ακόμη και αν το επισκεφθείτε καλοκαίρι και καθήσετε έξω, μπείτε μέσα κάποια στιγμή και εξερευνήστε όλους τους ορόφους. Θα σας ταξιδέψει στον χρόνο…

    Στον χρόνο είπα; εμ βέβαια, ο χρόνος. Χρειαζόμαστε πολύ χρόνο για να γυρίσουμε κάθε όμορφο στέκι της Λισαβονας. Εγώ σας προτείνω να της αφιερώσετε τουλάχιστον έξι μέρες και μ’ αυτή την προτροπή θα σας πάω σε πέντε τελευταία αγαπημένα μέρη. Τα υπόλοιπα θα τα εξερευνήσετε μόνοι σας, αν έχετε χρόνο 😁

    Τα δύο πρώτα βρίσκονται στην ίδια γειτονιά, στη στάση του Μετρό Rato. Το ένα είναι το πάντα γεμάτο θαμώνες «Restaurante Rodas«, ένα αυθεντικό Πορτογαλικό ταβερνάκι με απλή τίμια κουζίνα και ευγενέστατο προσωπικό όπου σίγουρα θα νοιώσετε ότι είστε ντόπιοι και το δεύτερο είναι σχεδόν απέναντι, το «Annina gelato italiano» για να απολαύσετε ένα γευστικότατο σπιτικό παγωτό για επιδόρπιο.

    Κι αφού γλυκαθήκαμε ήρθε η ώρα να θίξω το θέμα γλυκό! Είμαστε τυχεροί που η Λισαβώνα έχει ανηφόρες γιατί πώς αλλιώς θα χάναμε όλες τις θερμίδες από τα απίθανα Pastéis de Nata; Μια μπουκιά γλυκό θα μου πείτε. Ναι, αλλά ποιός σταματάει στο ένα; άλλωστε είτε τα προμηθευτείτε από κάποια «Manteigaria«, που θα βρείτε σε πολλά σημεία της πόλης,  είτε από το διάσημο «Pastéis de Belém«, αν αγοράσετε έξι, τα πληρώνετε αντί για 1,30 μόνο 1,00 ευρώ. Ε μετά τί να κάνουμε; αφού τα αγοράσαμε, να τα αφήσουμε να μπαγιατέψουν; ρίχνουμε και μπόλικη ζάχαρη άχνη και κανέλλα – που μας τα δίνουν σε φακελλάκια – και τα τιμούμε όπως τους πρέπει! Σε όποια Manteigaria κι αν βρεθείτε μην διστάσετε. Και φυσικά θα δοκιμάσετε κι αυτά του Μπελέμ, αφού η βόλτα στο Μπελέμ είναι από τις ωραιότερες στην πόλη, οπότε θα το επισκεφθείτε σίγουρα. (Μην τρομάξετε από τις ουρές. Αν μπείτε από την δεξιότερη πόρτα, που παίρνεις και φεύγεις, δεν έχει ποτέ ουρά).

    Η τελευταία αλλά ίσως πιο σημαντική στάση για σήμερα είναι στο «Duque da Rua«. Σ’ αυτό το φιλόξενο μαγαζάκι θα πιείτε το κρασάκι σας, θα τσιμπήσετε τα νόστιμα μεζεδάκια σας και θα απολαύσετε την λαϊκή μουσική της Πορτογαλίας από πληθώρα τραγουδιστών που με το πάθος τους θα σας κάνουν να συγκινηθείτε ή και να ερωτευτείτε ακόμη. Έτσι κι αλλιώς η Λισαβώνα είναι τόσο ερωτική που δεν θα δυσκολευτείτε να μπείτε σε μουντ και να παρασυρθείτε ευχάριστα.

    Και κάπως έτσι, με τις παθιασμένες μελωδίες του φάντο και τους ήχους της πορτογαλικής κιθάρας θα τελειώσουμε τη βόλτα μας στην πόλη, που μας γέμισε την ψυχή με χρώματα, με μυρωδιές, με μελωδίες και εικόνες, που θα μας συνοδεύουν για καιρό και θα μας βοηθούν να ανατρέχουμε σε κάθε δύσκολη στιγμή, να ξεφεύγουμε από την καθημερινότητα και να παίρνουμε δύναμη. Παίρνω τις αναμνήσεις μου αγκαλιά λοιπόν και σας χαιρετώ.

    Σημείωση: επειδή το Μετρό της πόλης έχει πολύ κόσμο – ένεκα οι ανηφόρες – σας προτείνω να περπατήσετε όσο αντέχετε, κι όταν δεν αντέχετε, δοκιμάστε να κατεβάσετε στα κινητά σας την Bolt. Είναι ασφαλέστατη και δοκιμασμένη, πάρα πολύ οικονομική και γρήγορη. Και το σημαντικότερο: ξέρεις εξ αρχής τί ποσό ακριβώς θα πληρώσεις. Για να δώσω ένα παράδειγμα, εμείς καλέσαμε αμάξι στην Γέφυρα της 25ης Απριλίου και μέχρι το Rato μας πήρε 4,25 ευρώ – το ποσόν το βλέπεις μόλις βάλεις προορισμό και δεν αλλάζει είτε έχει κίνηση είτε όχι.

    #lisboa #ilovelisbon #lisbon

  • Λισαβόνα αγάπη μου

    Λισαβόνα αγάπη μου

    Ο στόχος ήταν το Πόρτο. Όλοι γι αυτό μου μιλούσαν, πόσο όμορφο είναι και πόσο ρομαντικό, κι η κακομοίρα η Λισαβώνα παρουσιαζόταν κάπου εκεί δίπλα σαν τον φτωχό συγγενή, που λέει κι η μανούλα μου. Έτσι κι εγώ, πήγα μια βόλτα στη Λισαβώνα για τέσσερις μέρες, έτσι σαν στάση στον δρόμο μου για το Πόρτο.

    Φτάνοντας στο δωμάτιο, πήρα μια πρώτη γεύση της πόλης. Πλακόστρωτο δρομάκι με σχετικά ήπια ανηφόρα, μια γραφική πλατεία κι η εκκλησία της Αγίας Ισαβέλλας να κοσμεί τη γειτονιά. Όχι άσχημα για αρχή. Αφήνω τα πράγματά μου, φρεσκάρομαι κι ετοιμάζομαι για την πρώτη βόλτα. Ωπ, τί βλέπω πάνω στο γραφείο; ένα Α4 με οδηγίες και προτάσεις απ’ την οικοδέσποινα. Για να κατέβετε στο κέντρο λέει, με τα πόδια, πάρτε την R. da Escola Politécnica. Μια χαρά ακούγεται. Να περπατήσω και λίγο μετά από τρεις ώρες στο αεροπλάνο. Και παίρνω την R. da Escola Politécnica, και αρχίζω να κατηφορίζω.

    Μα τί όμορφα κτίρια! Κίτρινα, ροζουλιά, βεραμάν, όλα με κεραμίδια και λίγους ορόφους, σαν αρχοντικά μιας άλλης εποχής. Και στο αριστερό μου χέρι να σού μια λιλιπούτεια πλατεία με το φουντωτό της δεντράκι και την εκκλησούλα Igreja de São Mamede. Και στο δεξί μου χέρι εμπορικά με κουκλίστικες βιτρίνες, ζαχαροπλαστεία κι εστιατόρια και στο αριστερό ξανά, να ο Βοτανικός Κήπος της πόλης, και στο δεξί τσουπ μια πανέμορφη ανοιχτωσιά, το πάρκο Jardim do Príncipe Real, με δυο κιόσκια με τραπεζάκια για καφέ, με ξύλινα σπιτάκια καλλιτεχνών και μικροεμπόρων και τόσο πράσινο, κι ο ήλιος από πάνω να χαμογελά πονηρά, γιατί ξέρει. Ξέρει ότι πιο κάτω, έχει σπίτια γαλάζια και στο χρώμα της ελιάς, κι άλλα με προσόψεις καλυμμένες με εξαίσια πλακάκια, τα καταπληκτικά αθουλέχος, κι έχει κι άλλα γραφικά αλλά και μοδάτα μαγαζάκια, και εν τέλει, στο αριστερό μου χέρι το πεζοδρόμιο πλαταίνει, δεντράκια το πλαισιώνουν, ο δρόμος κατηφορίζει και στρίβει μια σταλιά, έτσι επίτηδες για να μου κρύψει την έκπληξη που με περιμένει και ξαφνικά αντικρίζω έκθαμβη το Miradouro de São Pedro de Alcântara!!!

    Ναι, τρία θαυμαστικά!!! Κι άλλα θα έπρεπε να βάλω! Γιατί δεν υπάρχει σημείο στίξης, ούτε λέξεις, ούτε καμία φωτογραφία που να είναι ικανά να αποτυπώσουν αυτήν την ομορφιά! Ένα πάρκο γεμάτο δέντρα, ένα σιντριβάνι καλλιτέχνημα, πράσινα παπαγαλάκια να πετούν από κλαδί σε κλαδί, κι από κάτω ολόκληρη η πόλη στο πιάτο! Και ο λόφος του Άι Γιώργη (όχι του Σκυριανού, του Λισαβονέζου! ), και η Αλφάμα με τα στενά και τις ανηφοριές της, και ο χορός των κεραμιδιών, και η θάλασσα στα δεξιά να αντικατοπτρίζει τον φωτεινό ουρανό. Και στριφογυρνώ χαρούμενη, εκστασιασμένη, και βλέπω ζευγαράκια να χαίρονται κι αυτά, βλέπω κι ακούω πλανόδιους μουσικούς να στολίζουν το σκηνικό και στο δεξί μου χέρι, ντιν ντιν, να κι ένα μικρούτσικο κίτρινο τραμάκι να κατηφορίζει ανέμελο. 

    Δεν χρειάστηκα περισσότερη από μισή ώρα για να ερωτευτώ τη Λισαβονα. Για να την βάλω μέσα στην καρδιά μου. Και κάθε μέρα που περνούσε ο έρωτας αυτός ενισχυόταν και τελικά, αφού περπάτησα την Αλφάμα, αφού χάζεψα τη θέα από όλα τα Μιραντούρος, αφού λιάστηκα σε πλατείες, αφού απόλαυσα το Μπελέμ, το Μνημείο των Ανακαλύψεων και την παραποτάμια διαδρομή ως την απίθανη Γέφυρα της 25ης Απριλίου, με τον ήλιο να δύει και να κοκκινίζει το σύμπαν, αφού έφαγα αμέτρητες ποσότητες μπακαλιάρου, θαλασσινών και pastel de natas, τελικά ναι, αυτός ο έρωτας έγινε βαθιά αγάπη για μια πόλη γεμάτη ζωή, χαρά, ομορφιά, κόπο ( φυσικά και κόπο, όπως κάθε αγάπη θέλει προσπάθεια, η Λισαβώνα θέλει κόπο για να περπατήσεις όλους τους λόφους της ), γεμάτη χρώμα, τέχνη, φως και κάθε τι που μπορεί να λαχταρήσει κανείς.

    Φυσικά οι τέσσερις μέρες ήταν αρκετούτσικες, όμως σίγουρα η Λισαβώνα είναι αστείρευτη. Ακόμη και ένα μήνα να μείνει κανείς, θα βρει πολλές ενδιαφέρουσες δραστηριότητες να κάνει, πολλές γεύσεις να γευτεί, (πληροφορίες για φαγητό θα βρείτε εδώ)πολλές εικόνες να απολαύσει σε μια πόλη που είναι σαν πίνακας ζωγραφικής. Κάθε της σημείο και ένα μικρό έργο τέχνης.

    Για μία φορά ακόμη υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα επιστρέψω, και υπόσχομαι και σ’ εσάς, ότι στο επόμενο άρθρο θα σας τρελάνω στο φαγητό και στα γλυκά, θα σας πάω για μπύρα, για κρασί και φυσικά για Φάντο. Έως τότε, να περνάτε όμορφα και θα τα πούμε σύντομα…

    #Lisbon #lisboa #ilovelisbon

  • Ζυρίχη Μέρος Πρώτο: ησυχία η πόλη κοιμάται

    Ζυρίχη Μέρος Πρώτο: ησυχία η πόλη κοιμάται

    Τα ρολόγια δείχνουν 15:05, τα θερμόμετρα δείχνουν -2 °C και τα ημερολόγια 20 μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Φτάσαμε Ζυρίχη! Παίρνουμε το τρένο μέσα από το Αεροδρόμιο Flughafen της Ζυρίχης – το S 16 – και δύο στάσεις μετά, σε εννιά λεπτάκια ακριβώς, είμαστε στο Hardbrücke. Το ξενοδοχείο μας είναι σε απόσταση αναπνοής και αφού κάνουμε τις ωραίες μας αγκαλιές με τον φίλο μας τον Κωνσταντίνο που μας περιμένει περιχαρής στο λόμπι, παίρνουμε ανάσα και ρίχνουμε την πρώτη ματιά στην πόλη: χιονισμένα δέντρα και γιορτινά λαμπιόνια στην πλατεία μπροστά μας και στο βάθος τα χιονισμένα βουνά που περιβάλλουν ολόκληρη την πόλη σαν πιστοί φύλακες!

    Και γιατί να μην έχει φύλακες αυτή η πόλη, αφού είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου; – κακές φήμες λένε ότι κάτω από την πόλη, υπογείως, είναι κρυμμένο όλο το χρυσάφι της Ευρώπης! Αλλά και γιατί να έχει, αφού είναι επίσης από τις πιο ασφαλείς πόλεις του κόσμου; τόσο ασφαλής που τα μικρά παιδιά κυκλοφορούν μόνα τους. Παιδάκια εφτά-οχτώ χρονών, τα βλέπεις ολομόναχα στη στάση του τραμ, μόνα τους ανεβαίνουν, μόνα τους κατεβαίνουν. Κανένα πρόβλημα. Καθότι οι οδηγοί των αυτοκινήτων, θα σταματήσουν πριν ακόμη τα παιδιά φτάσουν στη διάβαση των πεζών, κι ο οδηγός του τραμ θα τα προσέξει σα να ήταν δικά του παιδιά. Τα δε παιδιά, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να περάσουν το δρόμο χωρίς να υπάρχει διάβαση. Κι αφού ανέβουν στο τραμ, θα είναι τόσο ήσυχα όσο και όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες.

    Ήσυχα είπα; ναι ήσυχα. Πολύ ήσυχα. Όλα στη Ζυρίχη είναι ήσυχα. Το τραμ είναι γεμάτο κόσμο, αλλά αν κλείσεις τα μάτια σου, νομίζεις ότι είσαι ο μοναδικός επιβάτης. Το ξενοδοχείο σου έχει πολλούς ενοίκους, τους βλέπεις στη ρεσεψιόν και στο σαλόνι του ισογείου, αλλά το δωμάτιο είναι τόσο ήσυχο που νομίζεις ότι είσαι ο μοναδικός πελάτης όλου του ορόφου. Οι κυρίες που καθαρίζουν, δεν ενοχλούν ούτε στο ελάχιστο. Τηλεοράσεις δεν ακούγονται. Φωνές πουθενά. Ούτε στα μπαρ και τα εστιατόρια. Ο κόσμος πίνει και συζητάει σιωπηλά. Ψωνίζει σιωπηλά. Γελάει σιωπηλά. Η Ζυρίχη βρίσκεται σε μία μόνιμη σιέστα. Αν ζεις στην Αθήνα, η ηρεμία της Ζυρίχης είναι απόλυτα ανακουφιστική και αξιοζήλευτη! Λένε, ότι οι … Ζυριχιώτες, τις Κυριακές, δεν βάζουν ούτε ηλεκτρική σκούπα στα διαμερίσματά τους, για να μην ενοχλήσουν τους γείτονες Κυριακάτικα. Οι χωρισμένοι δεν ακούν καψουροτράγουδα στη διαπασών κι οι ερωτευμένοι απολαμβάνουν τον έρωτά τους χωρίς να γίνονται στόχος!

    Έτσι κι εσύ, επηρεάζεσαι και μπαίνεις στο κλίμα. Απολαμβάνεις την γαλήνη, την ευγένεια, την προθυμία να σε εξυπηρετήσουν όποτε χρειαστείς βοήθεια, το χαμόγελο, την καθαριότητα που αντικρίζεις παντού, την τάξη, την ομορφιά. Απολαμβάνεις τα νερά του ποταμού που διατρέχει την πόλη, τα πλατάνια που δίνουν βουνίσιο αέρα, τις στέγες με τα καφετί κεραμίδια και τις καπνοδόχους που αχνίζουν, τα σιντριβάνια με τα γάργαρα νερά, τα ρολόγια των εκκλησιών, τις πλατείες με το λιθόστρωτο, τις χριστουγεννιάτικες αγορές που στήνονται εκεί – κι ας παγώνουν τα πόδια σου στο πρώτο δεκάλεπτο -, τις περίτεχνες γεφυρούλες, την πανέμορφη λίμνη δυο βήματα από το κέντρο της πόλης, τις βιτρίνες που είναι όλες μικρά έργα τέχνης, την αυθεντική τέχνη του μουσείου Kunsthaus που είναι κάθε Τετάρτη δωρεάν για όλους. Ακόμη και τις συγκοινωνίες απολαμβάνεις, αφού στον πίνακα δρομολογίων βλέπεις ότι το τραμ που περιμένεις – ένα από τα δεκάδες της πόλης – θα φτάσει σε 3 λεπτά, και σε 2 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα το βλέπεις μπροστά σου! Το μόνο που δεν απολαμβάνεις στη Ζυρίχη είναι το φαγητό και τις τιμές. Αυτά όμως θα σας τα πω στο δεύτερο μέρος της εξιστόρησης. Προς το παρόν θα σας αφήσω με την εικόνα της λίμνης στο μυαλό και των χιονισμένων Άλπεων τριγύρω και θα επανέλθω με βόλτες στην πόλη και συγκεκριμένες προτάσεις για καφεδάκι και φαγητό το συντομότερο δυνατόν.

    Έως τότε, σας ευχαριστώ για την παρέα σας,

    σας φιλώ γλυκά,

    Άννα.

  • Οικονομικοί προορισμοί για Χριστούγεννα στην Ευρώπη

    Οικονομικοί προορισμοί για Χριστούγεννα στην Ευρώπη

    Πρόσφατα έτυχε να δω στο ίντερνετ ένα άρθρο με παρόμοιο (ή ολόιδιο) τίτλο και αφού το άνοιξα και ξεκίνησα να διαβάζω, ξεκίνησε και ο εκνευρισμός μου. Κι αυτό γιατί, ανάμεσα στους προτεινόμενους προορισμούς, βρίσκονταν η Βιέννη, το Λονδίνο και η Μπολόνια! Βρίσκονταν δηλαδή πόλεις που είναι απλησίαστες για το μέσο πορτοφόλι γενικότερα, πόσο μάλλον την περίοδο των Χριστουγέννων! Κι επειδή έχω συνηθίσει σ’ αυτό το μπλογκ να γράφω μόνο αλήθειες, αποφάσισα να αποκαταστήσω λίγο την πραγματικότητα.

    Λοιπόν φίλοι μου, η πάσα αλήθεια είναι ότι φτηνοί προορισμοί για τις γιορτές Χριστουγέννων- Πρωτοχρονιάς, δεν υπάρχουν!

    Ακόμη και στις πόλεις που είναι πιο οικονομικές από τη χώρα μας, την περίοδο των γιορτών όλα παίρνουν τον ανήφορο. Και οι τιμές των καταλυμάτων και των αεροπορικών εισιτηρίων. Βέβαια, υπάρχουν λύσεις, μην μού απογοητεύεστε.

    Καταρχήν, αν κλείσετε πολύ έγκαιρα τα εισιτήριά σας, μπορείτε να βρείτε πολύ καλές τιμές. Όταν λέω έγκαιρα, εννοώ τουλάχιστον τρεις με τέσσερις μήνες πριν. Επίσης, μπορείτε να εγγραφείτε σε αεροπορικές εταιρείες με τις οποίες συνήθως πετάτε, να συμπληρώσετε το ιμέιλ σας και θα σας έρχονται προσφορές. Για παράδειγμα, η Aegean airlines βγάζει αρκετές φορές τον χρόνο προσφορές -30% και -50% σε προορισμούς εντός και εκτός Ελλάδος. Κάπως έτσι έχω πάει στα Χανιά με 80€ aller-retour , και Βιέννη με 90€ aller-retour.

    Με την ίδια λογική, και τα καταλύματα έχουν καλύτερες τιμές αν τα ψάξετε και τα κλείσετε τέσσερις μήνες πριν το ταξίδι σας. Αν διαλέξετε με ευέλικτη πολιτική ακύρωσης δεν θα έχετε και άγχος – το ίδιο και αν διαλέξετε ναύλο flex στην αεροπορική, που τον αλλάζετε χωρίς ποινή.

    Και αφού σας έδωσα μερικές γενικές πληροφορίες, πάμε να δούμε και μερικές όμορφες πόλεις και αρκετά φθηνές για τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές μας.

    Photo by Luka Susak on Pexels.com

    Ξεκινάω με κοντινές πόλεις όπως το Βελιγράδι και το Νόβι Σαντ της Σερβίας. Δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες γιατί πατώντας πάνω στον σύνδεσμο θα δείτε τα πάντα από προηγούμενα ταξίδια μου.

    Συνεχίζω με το Βουκουρέστι της πανέμορφης Ρουμανίας. Δεν θα σας λείψει η Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα και σίγουρα θα περάσετε πανέμορφα χωρίς να ξεπουληθείτε! Φυσικά, η Ρουμανία έχει και δεκάδες παραμυθένια χωριά, κάστρα και μαγευτική φύση … με τον γνωστό κόμη να σας κρυφοκοιτάζει από ψηλά… . Δεν γίνεται να μην αναφέρω και την γλυκιά Φιλιππούπολη, στη γειτόνισσα Βουλγαρία που σίγουρα θα σας εκπλήξει ευχάριστα.

    Αρκετά οικονομική είναι και η Βουδαπέστη της Ουγγαρίας εφόσον θα κάνετε τις κρατήσεις σας αρκετά έγκαιρα. Και η πανέμορφη πρωτεύουσα της Πολωνίας, η Βαρσοβία είναι μια πολύ καλή και οικονομική επιλογή. Εγώ προσωπικά θα ξαναπήγαινα αύριο!!! (Κάντε κλικ πάνω στην πόλη για να διαβάσετε λεπτομέρειες)

    Καλές τιμές θα βρείτε ευκολότερα στις ειδυλλιακές πόλεις της Νότιας Ιταλίας και της ονειρεμένης Σικελίας. Αν αποφύγετε το Αμάλφι βεβαίως που είναι πανάκριβο και ίσως και τις μεγαλύτερες πόλεις, και διαλέξετε πιο μικρές που είναι όλες μα όλες πανέμορφες, θα περάσετε υπέροχες γιορτές με καταπληκτικό φαγητό!!! Εγώ έχω έρωτα με την Ιταλία και νοιώθω πολύ τυχερή που αυτή η απίθανη χώρα είναι δίπλα στην Ελλάδα.

    Υπάρχουν επίσης κοντά μας κάποιες μικρές πόλεις όπως το Σβέτι Στέφαν του Μαυροβουνίου και το Μπαρ, καθώς και το Πρίζρεν στο Κόσοβο, στις οποίες δεν θα σας λείψουν τα ποτάμια, τα γεφύρια, τα γραφικά δρομάκια, η υπέροχη θέα στη θάλασσα, και η ατμόσφαιρα. Ειδικά το Μπαρ θα μπορούσε να σας θυμίσει σε κάποια σημεία Θεσσαλονίκη – λέτε να διαπράττω ύβρη;;; – και το Σβέτι Στέφαν μια άλλη Μονεμβασιά…

    Τέλος θα σας πάω στην υπέροχη και σούπερ στολισμένη, στην πλημμυρισμένη με γιορτινή ατμόσφαιρα, με έθιμα, με φιλαρμονικές και μάγους, με πυροτεχνήματα και κατάνυξη, στην μία και μοναδική Σεβίλλη! Αν κλείσετε έγκαιρα τα αεροπορικά σας εισιτήρια, θα βρείτε οικονομικά καταλύματα και θα ζήσετε σαν βασιλιάδες.

    Και κάπως έτσι θα σας αφήσω, να ονειροπολήσετε και να οργανωθείτε. Και μην ξεχνάτε σας παρακαλώ, ότι αν ένα ταξίδι μέσα στις γιορτές είναι ακριβό, μπορείτε να το οργανώσετε κάποια άλλη στιγμή. Γιατί, το σίγουρο είναι ότι την περίοδο των Χριστουγέννων, πολύ σημαντικότερο από το «πού», είναι το «με ποιόν»…

    Να είστε όλοι καλά!

    Photo by Kaique Rocha on Pexels.com

  • Κρακοβία

    Κρακοβία

    Υπάρχουν κάποιες πόλεις που τις επισκέπτεσαι με σούπερ καλή διάθεση, θέλεις να δεις την ομορφιά τους και να τις αγαπήσεις, όμως ό,τι κι αν κάνεις, δεν τα καταφέρνεις. Ίσως φταίνε οι προσδοκίες που σου γεννούν τα εγκωμιαστικά σχόλια πολλών φίλων αλλά και κάθε άρθρο του διαδικτύου ανεξαιρέτως. Έτσι λοιπόν,  αποφάσισα, επειδή πάντα στο μπλογκ μου γράφω την αλήθεια με την οποία βιώνω κάθε ταξίδι, να μιλήσω και για πόλεις που δεν αγάπησα ιδιαίτερα και που ως τώρα τις απέφευγα. Μία απ’ αυτές τις πόλεις, όπως βλέπετε και στον τίτλο, είναι – ω τί παράδοξο! – η Κρακοβία.

    Να εξηγηθώ λοιπόν. Δεν λέω ότι η Κρακοβία δεν είναι όμορφη. Απλώς δεν ήταν αυτό που περίμενα. Ήταν η τρίτη στάση του ταξιδιού μου στην αγαπημένη Πολώνία, και, μετά την Βαρσοβία και το Βρότσλαβ, η Κρακοβία μου φάνηκε λίγη. Φυσικά οι πάντες μου είχαν πει ότι είναι υπέροχη, συγκλονιστική και τα τοιαύτα. Έτσι, είχα προγραμματίσει να μείνω τέσσερα βράδια στην Βαρσοβία, έξι στο Βρότσλαβ και οχτώ ολόκληρες νύχτες στην Κρακοβία.
    Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα έκανα το ανάποδο. Οχτώ νύχτες Βαρσοβία και από τέσσερις στις άλλες δύο πόλεις.
    Η Κρακοβία μού φάνηκε πολύ τουριστική και δεν βρήκα στην πόλη την αυθεντική ατμόσφαιρα που ένιωσα στην υπόλοιπη Πολωνία. Η κεντρική της πλατεία, με τους αμαξάδες και τα κακόμοιρα τα άλογα ώρες ατέλειωτες στημένα να περιμένουν τους επόμενους πελάτες. Τα ογκώδη κτίρια κάπως ένιωθα να με πλακώνουν, αντί – όπως κανείς θα περίμενε – να τα θαυμάζω. Οι ντόπιοι είχα την εντύπωση ότι με κοίταζαν σαν πορτοφόλι, και όχι σαν έναν φιλικό επισκέπτη. Τα χαμόγελα σπάνια.

    Η αγορά στην κεντρική πλατεία δέσποζε, οι ζεστές σούπες στα κιόσκια άχνιζαν, κι εγώ, αντί να ξετρελαθώ – όποιοι με διαβάζετε ξέρετε πόσο αγαπώ τις ανοιχτές αγορές και τις αγορές τροφίμων – ασφικτιούσα. Ο υπερβολικός αριθμός από ανθρώπους και κάθε λογής τουριστικού σουβενίρ που με περικύκλωναν, με τρέλαιναν. Και στην προσπάθειά μου να βρω παρηγοριά στην εβραϊκή συνοικία – όπως κάνω σε πολλές πόλεις – αντιμετώπισα τα έργα του Δήμου, που είχαν σκάψει τα πάντα, τα μπάζα και την φασαρία. Ίσως έφταιγαν τα έργα λοιπόν, ίσως η κοσμοπλημμύρα, ίσως απλά δεν ταίριαζε η χημεία μας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάποιους ανθρώπους.
    Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι δεν χάρηκα κάποια πράγματα και σ’ αυτά θα σας πάω για να μην με βρίζετε άλλο – ακούω κάπως τις φωνές και τις ενστάσεις σας όση ώρα γράφω!
    Το χωνάκι με παγωτό βατόμουρο από το  Smocza Gała Lodziarnia, ήταν εξαιρετικό. Οι δρόμοι ήταν υγροί απ’ το χιονόνερο που έπεφτε αργά αργά, το κρύο σου κοκκίνιζε τη μύτη, αλλά το παγωτάκι ήταν τόσο νόστιμο, γλυκό και δροσερό που ταίριαζε όσο αταίριαστο κι αν ήταν!
    Η γλυκιά σιεστοατμόσφαιρα του Siesta Café ήταν μια όαση μέσα στην πολύβουη πόλη.

    Ο περίπατος, απογευματάκι με τον ουρανό να κοκκινίζει, με αφετηρία τον δράκο Smok Wawelski που πετάει φωτιές, και τερματισμό την γέφυρα Grunwald Bridge, με το ποτάμι να μας συντροφεύει στα δεξιά μας, και το περιποιημένο πάρκο στ’ αριστερά μας, θα είναι πάντα μια όμορφη ανάμνηση για μένα.

    Όσον αφορά το φαγητό, υπάρχουν πολλά όμορφα μέρη. Εγώ συμπαθησα αρκετά το Edo Fusion Asian Cuisine & Ramen (https://www.edofusion.pl/),

    το Restauracja Wierzynek, όπου έφαγα ένα πολύ ενδιαφέρον «ριζότο», το οποίο αντί για ρύζι είχε σιτάρι,

    την Trattoria Soprano και για το φαγητό και για την ατμόσφαιρα. Φυσικά, δεν θα δυσκολευτείτε να δοκιμάσετε «πιερότζι» σε κάθε εστιατόριο με τοπική κουζίνα.


    Δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Η Κρακοβία σίγουρα είναι όμορφη και γραφική για τους περισσότερους, η αρχιτεκτονική της εντυπωσιάζει, φυσικά αξίζει μια βόλτα στην πόλη, όμως εγώ δεν κατάφερα να συνδεθώ μαζί της. Ποιος ξέρει; αυτή η εγγύτητα με το Άουσβιτς και όσα συνέβησαν εκεί, μπορεί να βαραίνει ακόμη τον ουρανό της περιοχής και κάπως, με κάποιον τρόπο, και την ψυχή μου.
    Τί να ευχηθώ τώρα; καλό ταξίδι;;;…

  • Εκεί στο Νότο… της Σικελίας (Noto, Συρακούσες)

    Εκεί στο Νότο… της Σικελίας (Noto, Συρακούσες)

    Αφήνεις πίσω σου τη θάλασσα και ανηφορίζεις. Έχεις ακούσει πολλούς να σου προτείνουν να επισκεφθείς το Noto, και λες, γιατί όχι, ας πάω κι εκεί μια βόλτα. Το GPS σε βγάζει κάπου χαμηλά, σε ελεύθερο πάρκινγκ, αφήνεις το αμάξι και χώνεσαι ανεβαίνοντας στα στενάκια με κατεύθυνση την πλατεία του χωριού. Περπατάς σε ήσυχους δρόμους, όλοι οι κάτοικοι απολαμβάνουν τη μεσημεριανή τους σιέστα, τα γατιά είναι κι αυτά νωχελικά απλωμένα στις μικροσκοπικές αυλές. Κι αφού έφτασες ψηλά, κατηφορίζεις πάλι και βρίσκεσαι μπροστά σ’ αυτό:

    Η πλατεία του Καθεδρικού ναού σου κόβει την ανάσα, (την ήδη ταλαιπωρημένη από την ανάβαση και τα σκαλοπάτια της καθόδου ). Κόσμος πηγαινοέρχεται με ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι κι εσύ κάθεσαι να ξαποστάσεις στο Caffè Sicilia, πίνεις συμπαθητικό καφεδάκι και απολαμβάνεις ένα γλυκάκι – μην χαθούν οι θερμίδες που έκαψες! Μετά κατευθύνεσαι προς την πλατεία Piazza XVI Maggio, και σε μια ξαφνική αναλαμπή παιδικότητας – για να μην πω παλιμπαιδισμού – ανεβαίνεις στο πράσινο τουριστικό τρενάκι και κάνεις μια μικρή βόλτα σε όλα τα τουριστικά σημεία του χωριού. Χαριτωμένο!

    Κατεβαίνοντας απ’ το τρένο παίρνεις πάλι την Corso Vittorio Emanuele, κάνεις στάση να απολαύσεις τον πλανόδιο κιθαρίστα με τη ζεστή ερμηνεία στα σκαλιά του Καθεδρικού κι έπειτα κάνεις έναν γοητευτικό περίπατο ως την Porta Reale o Ferdinandea. Ο ήλιος πέφτει και ο ουρανός γεμίζει χρώματα. Από κει και πέρα περιφέρεσαι με βλέμμα απλανές και μαγεμένο στα δρομάκια του Νότου, στα καλλιτεχνικά σκαλοπάτια, στις ανηφόρες με τα πανέμορφα σπίτια, στις κατηφόρες με το αγνάντεμα, στους ναούς, στις πλατείες και στα αγάλματα. Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου αντικρίζεις μόνο ομορφιά. Η νύχτα έρχεται και ο δρόμος της επιστροφής σε περιμένει. Κρίμα που δεν προέβλεψες μια διανυκτέρευση κι εδώ. Δεν πειράζει. Την επόμενη φορά θα ξέρεις…

  • Σικελία: Castelbuono αγάπη μου!

    Σικελία: Castelbuono αγάπη μου!

    Έχετε ακούσει αυτό που λένε ότι αν κάποιος θέλει πολύ κάτι, όόόόλο το σύμπαν συνωμοτεί και τσουυυπ, αυτό το πολυπόθυτο «κάτι» έρχεται και τον βρίσκει; Ε λοιπόν, κάτι τέτοιο συμβαίνει μ’ εμένα και το … φαγητό!!! Επειδή είμαι τόσο κοιλιόδουλη, το καλό φαγητό έρχεται και τσουπ, με βρίσκει!

    Ας εξηγήσω γιατί σας τα λέω όλα αυτά:

    Θυμάστε το ταξίδι μου στη Σικελία; Τις έντεκα μέρες που είχαμε στη διάθεσή μας, δεν είχαμε συγκεκριμένο πλάνο προορισμών. Μόνο ότι προσγειωθήκαμε Κατάνια και θα φεύγαμε από Παλέρμο, αφού θα χωνόμασταν στην ενδοχώρα, θα εξερευνούσαμε ορεινά χωριά και τελικά θα καταλήγαμε στο Παλέρμο. Φυσικά, τίποτα δεν κάναμε απ’ όσα σκεφτόμασταν, γιατί μας μάγεψε η πλανεύτρα Ορτυγία και δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε απ’ αυτήν! Έτσι, το μόνο που απέμενε στο τέλος ήταν δυο βράδια, που είπαμε να τα περάσουμε σε ένα ήσυχο χωριουδάκι. Και το μοναδικό κριτήριο ήταν να απέχει γύρω στη μία ώρα απ’ το αεροδρόμιο, καθώς δεν είμαστε τύποι των πολύωρων οδικών διαδρομών ούτε των πρωινών ξυπνημάτων. Ψάχνοντας στον χάρτη, κι αφού απορρίψαμε υπέροχα μέρη ( που βρίσκονται ήδη στο πλάνο επόμενου ταξιδιού), καταλήξαμε στο Castelbuono.

    Και ιδού οι εκπλήξεις: όχι μόνο πέσαμε πάνω στο διήμερο φεστιβάλ μανιταριού -που τα τρώω σαν τρελή- αλλά ανακαλύψαμε και ότι το μικρό και υπέροχο Καστελμπουόνο, είναι η πατρίδα του φημισμένου σε όλη τη Σικελία ζαχαροπλαστείου «Fiasconaro«! Φημισμένο για το Πανετόνε ( ένα είδος τσουρεκοκέικ που τρώνε σε πολλά μέρη της Ευρώπης τα Χριστούγεννα ), φημισμένο και για την ουράνια, την κολασμένη κρέμα φιστίκι ( που βρίσκεις σε όλη τη Σικελία σε βαζάκια που γράφουν πάνω Fiasconaro και τα πληρώνεις στη διπλάσια τιμή απ’ ότι στην πηγή, δηλαδή στο Castelbuono!!! )!!! Μα πώς συνωμότησε έτσι το σύμπαν να πάρω άλλα τρία κιλά που τα είχα χάσει κάπου στην πορεία;;;!!!

    Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο όμορφο ήταν αυτό το διήμερο! Πόσο όμορφο και γραφικό είναι το χωριό, πόσο φιλόξενοι, γελαστοί και αγκαλίτσες οι κάτοικοι!

    Και όταν λέω για φιλόξενους κατοίκους πάει αμέσως το μυαλό μου στην πρόσχαρη κυρία που μας έφτιαχνε εσπρεσσάκια στο Melix Pub, αριστερά απ’ την Chiesa dell’Itria (Maria Odigitria) στην Via Umberto I, 81. Μην το ψάχνετε στον χάρτη, δεν υπάρχει πουθενά. Είναι ένα απλό συνοικιακό μπαράκι με υπέροχη θετική αύρα! Η κυρία – υποθέτω ιδιοκτήτρια – θα σας μιλάει ασταμάτητα στα ιταλικά και θα σας πειράζει χαρωπά, ακόμη κι αν δεν γνωρίζετε τη γλώσσα! Έτσι θα σας φτιάξει το κέφι και θα συνεχίστε τη βόλτα σας σ’ αυτόν τον γραφικό δρόμο ως την πλατεία Margherita. Εδώ θα λιαστείτε ευχάριστα, θα απολαύσετε τα εδέσματα του Fiasconaro, μετά θα περπατήσετε πιο ψηλά, προς τον πύργο Torre dell’Orologio, θα ανεβείτε τον δρόμο της Santa Anna, θα περάσετε την πύλη και θα βρεθείτε στην πλατεία Castello και το Κάστρο του χωριού. Αν θέλετε να πάρετε κι άλλο ήλιο, θα προχωρήσετε λίγο ακόμη και θα χαλαρώστε κάτω απ’ τα δέντρα, στα παγκάκια πίσω απ’ το κάστρο, αγναντεύοντας τη θέα.

    Ακόμη δεν πεινάσατε; Τί; Διψάσατε; Ε λοιπόν έχω λύση και για τα δύο: «Do’House» αγαπημένοι μου. Σ’ αυτή την όμορφη μπυραρία θα βρείτε νόστιμα πιάτα και δροσερά απεριτίφ. Βρίσκεται επίσης σε πολύ ωραίο σημείο, καθώς είχαμε το παζάρι (είπαμε ότι βρεθήκαμε στο φεστιβάλ μανιταριών) δεξιά κι αριστερά μας, κόσμος πηγαινοερχόταν, τοπικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενες μουσικές πιο κάτω κι εμείς κάναμε «μελέτη» των τοπικών αλλαντικών, τυριών και κρασιών 😁

    Η επόμενη μέρα ήταν η τελευταία μας, αλλά για να μην μείνουμε με τη μελαγχολία, μας επεφύλασσε μια έκπληξη! Στην Piazza Giacomo Matteotti 5 μπροστά από το κρεοπωλείο είχε στηθεί το πιο νόστιμο «βρώμικο» που έχω δοκιμάσει! Τοπικά φρέσκα λουκανικάκια, με ψητό κρεμμύδι μέσα σε τέλειο αφράτο ψωμάκι! Έτσι για πρωινό! Το βρήκαμε μπροστά μας πηγαίνοντας για τον τελευταίο καφέ της Σικελίας, και το τιμήσαμε δεόντως, όπως και δεκάδες ακόμη επισκέπτες και ντόπιοι! Στη συνέχεια, ψωνίσαμε απ’το Fiasconaro μερικά βαζάκια κρέμα φυστίκι και βουρ για το αεροδρόμιο. Επόμενη στάση η Ρώμη, που μας φάνηκε κάπως απρόσωπη μετά τις περατζάδες στο Castelbuono, μετά τις μυρωδιές, τα γέλια και τον βουνίσιο αέρα του.

    Castelbuono τέλος λοιπόν. Όμως βάζουμε άνω τελεία, γιατί αποχωρίσαμε με το ζόρι και υποσχεθήκαμε να επιστρέψουμε. Για να ξαναδούμε αυτό το χωριουδάκι και να επισκεφθούμε την γοητευτική Ganghi που την προσπεράσαμε με το αυτοκίνητο κι ακόμη μας καλεί σαν επιμονή Σειρήνα…

  • Βαρκελώνη ή η πόλη του Γκαουντί

    Βαρκελώνη ή η πόλη του Γκαουντί

    Κατά το συνήθειό μου, σ’ αυτήν τη σύντομη βόλτα μας στη Βαρκελώνη, δεν θα σας πάω στη Ράμπλα, ούτε στην Plaça de Catalunya. Δεν θα σας πάω στην παραλία, ούτε στο Μνημείο του Κολόμβου. Δεν θα σας πάω στην Rambla de Mar, ούτε στο Ενυδρείο, να δείτε τους καρχαρίες να κολυμπούν πάνω απ’ τα κεφάλια σας. Ούτε στους κλιμακωτούς καταρράκτες του Mirador de l’Alcalde να θαυμάσετε τη θέα της πόλης από ψηλά, ούτε στο καταπληκτικό Τελεφερίκ του Μοντζουίκ και στον λόφο, μα ούτε στο Μουσείο Πικάσο, ούτε στο Parc de la Ciutadella.

    Photo by Aleksandar Pasaric on Pexels.com

    Θα σας πάω όμως στο Μαγικό Σιντριβάνι του Μοντζουίκ! Θα είναι απόγευμα, κοντά στη δύση του ήλιου και θα κατέβουμε στο Μετρό της Plaça d’Espanya. Δεν θα ξέρετε πού σας πηγαίνω. Θα είναι έκπληξη. Θα περπατήσουμε μαζί την Av. de la Reina Maria Cristina και όταν φτάσουμε στο κυκλικό σιντριβάνι μαζί με δεκάδες ακόμη ρομαντικούς σαν κι εμάς, θα ξεκινήσουν οι μουσικές να παίζουν, θ’ ανάψουν τα φώτα και τα νερά θα αρχίσουν τον συντονισμένο πολύχρωμο χορό τους. Και όλοι θα ενθουσιαστούμε σαν μικρά παιδιά και θα χαζεύουμε σιωπηλοί και γαληνεμένοι το όμορφο θέαμα.

    Photo by Mario Cuadros on Pexels.com

    Θα σας πάω και στην αγαπημένη μου αγορά τροφίμων, Mercado de La Boqueria, και θα χορτάσουμε μυρωδιές, θα χορτάσουμε την γλύκα της καθημερινότητας και της οικογενειακής φροντίδας και φυσικά θα δοκιμάσουμε γεύσεις αξιομνημόνευτες, στο «Bar Quiosc Modern«, ή στο μικρό αλλά θαυματουργό «Direkte boqueria» για πιο ανατολίτικες επιλογές. Από την αγκαλιά της θάλασσας κατευθείαν στο πιάτο μας!

    Photo by tyler hendy on Pexels.com

    Θα σας πάω και στη La Pedrera ή Κάζα Μιλά, του Γκαουντί για να βρεθείτε και πάλι σε έναν μαγικό κόσμο αρχιτεκτονικής και παραμυθιού, μέρα ή νύχτα (υπάρχουν νυχτερινές ξεναγήσεις και σόου). Μετά απ’ αυτήν την επίσκεψη, θα σας πάω στην Gràcia και την Πλατεία de la Vila de Gràcia για να νοιώσουμε την αυθεντική Βαρκελώνη της νεολαίας και των ντόπιων κατοίκων, αποφεύγοντας το μεγάλο κύμα τουριστών του κέντρου. Θα περπατήσουμε στις όμορφες γειτονιές, θα ακούσουμε πλανόδιους μουσικούς, θα περάσουμε κι απ’ την Plaça de la Revolució και την Plaça del Sol de Gràcia, θα απολαύσουμε τον καφέ μας και τη λιχουδιά μας στο «SlowMov«, θα πιούμε ένα κρασάκι συνοδεία νόστιμων τάπας στο «Bar Bodega Quimet» κι ίσως τελειώσουμε τη βραδιά μας με ένα παγωτάκι από το «Paral·lelo Gelato».

    Θα σας πάω βεβαίως και στο παραμυθένιο Πάρκο Γκιουέλ (Parc Güell ), εκεί που ο Γκαουντί μας μεταφέρει στους κόσμους που κατοικούν ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ή κάποιοι άλλοι ήρωες των παραμυθιών της δικής σας παιδικής ηλικίας. Από το πάρκο βλέπουμε και τη Σαγράδα Φαμίλια από ψηλά, αυτόν τον ατελείωτο ναό, που η κατασκευή του ξεκίνησε το 1882 και ίσως, ίσως λέω, τελειώσει το 2026 ( επέτειος 100 χρόνων από τον θάνατο του Γκαουντί ), αν και αυτή η πιθανότητα μοιάζει κάπως χλωμή! Τουλάχιστον, μπορούμε πλέον να την επισκεφθούμε, είτε σαν ένα έργο αρχιτεκτονικής ευφυίας, είτε σαν ένα μνημείο ματαιοδοξίας και σπατάλης του ιδρώτα των φορολογουμένων!

    Photo by Maria Orlova on Pexels.com

    Και κάπως έτσι, με μια καταγγελία κοινωνικοοικονομικής φύσης, κατέστρεψα όποιο ρομαντικό κλίμα είχα τυχόν δημιουργήσει και θα σας χαιρετήσω για σήμερα αποδεχόμενη την αδυναμία μου να κλείσω το στόμα μου – ακόμη κι όταν γράφω! – όταν μια σκέψη κάνει την εμφάνισή της με την επιθυμία να την μοιραστώ. Δεν φταίω εγώ, το μυαλό μου μου παίζει παιχνίδια!

    Σας ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου για την παρέα που μου κάνατε

    σας φιλώ γλυκά

    Άννα.

    Photo by Maria Orlova on Pexels.com
  • Στην πόλη των Χανίων

    Στην πόλη των Χανίων

    Θα ξεκινήσω αυτή τη βόλτα με κάτι που μου είπε κάποτε μια φίλη. Την ρώτησα, καθότι είχε επισκεφτεί πολλές φορές την Μεγαλόνησο, ποιες τρεις πόλεις μου προτείνει να επισκεφτώ στην Κρήτη και η απάντησή της ήταν: τα Χανιά, τα Χανιά και τα Χανιά!!! Ποιος μπορεί να την αδικήσει;

    Είχαμε την τύχη να φτάσουμε στα Χανιά το σούρουπο και μόλις πατήσαμε το πόδι μας στο παλιό Ενετικό Λιμάνι, αντικρύσαμε αυτό:

    Βέβαια, είτε μέρα είναι, είτε νύχτα, το λιμάνι των Χανίων είναι απίθανο! Ατμοσφαιρικό, γραφικό, ζωντανό, πολύχρωμο. Η βόλτα μέχρι τον φάρο είναι πανέμορφη, ειδικά αν επιλέξετε να περπατήσετε πάνω-πάνω στο μουράγιο, ώστε να έχετε στ’ αριστερά σας τα Χανιά και στα δεξιά σας το πέλαγος. Κι απέναντί σας, σαν πιστό εραστή που σας περιμένει ακούραστα, τον φάρο.

    Δύο είναι τα αγαπημένα μου σημεία για καφέ και αγνάντεμα στο λιμάνι: το «Παλλάς» και ο «Ιστιοπλοϊκός Όμιλος Χανίων – Νεώριο Μόρο«. Και τα δύο έχουν πολύ ωραίο καφέ, τον Χανιώτικο «Cup», και λιχουδιές. Δοκιμάστε στο πρώτο το κρουασάν με την κρέμα φιστίκι (είμαι ακόμη επηρεασμένη απ’ τη Σικελία 😁 ), και στο δεύτερο τα αυγά Benedict. Οτιδήποτε κι αν διαλέξετε όμως, θα είναι αξιοπρεπέστατο. Γενικά στα Χανιά δεν τρως πουθενά άσχημα. Φυσικά, υπάρχουν μέρη με καλύτερο φαγητό από άλλα, όμως κι εκεί που το φαγητό δεν έχει κάτι ουάου, θα τρώγεται ευχάριστα. Ένα από τα καλύτερα, με τοπική εξαιρετική κουζίνα, που δυστυχώς δεν έχει θέα, αλλά είναι κεντρικά, είναι ο «Χρυσόστομος». Μόλις όμως έρθει στο τραπέζι το αρνάκι το οφτό, δεν θα σας απασχολήσει η θέα, πιστέψτε με!

    Και βέβαια, όπως σε κάθε πόλη, ο τρόπος να γνωρίσουμε τα Χανιά και να τα απολαύσουμε είναι να τα περπατήσουμε. Να χαθούμε στα στενάκια πίσω από το λιμάνι, και γύρω από την πλατεία Σπλάντζια, να θαυμάσουμε την αρχιτεκτονική του οικισμού, τις παλιές πόρτες, τις ξύλινες προσόψεις των ορόφων, να χαζέψουμε τις περιποιημένες γλάστρες και τις αυλίτσες, να χαθούμε στα φιδογυρίσματα κάτω από το φως καλόγουστων φανοστατών, να χαϊδέψουμε μια γατούλα που κυλιέται νωχελικά στο παλιό πλακόστρωτο.

    Να προχωρήσουμε προς τον μιναρέ Αχμέτ Αγά και στη συνέχεια προς το Σιντριβάνι, για να χωθούμε τελικά στην οδό Ζαμπελίου και να την περπατήσουμε μέχρι να φανούν μπροστά μας τα Ρομαντικά Σκαλιά! Ναι, έτσι λέγονται. «Romantic stairs»! Δεν τα λέω εγώ, ο χάρτης τα λέει, και βεβαίως, έχει απόλυτο δίκιο. Είναι τόσο ρομαντικά, που για λίγο μπερδεύεσαι εκεί που περπατάς και νομίζεις ότι βρίσκεσαι στην Τοσκάνη! Είναι άλλωστε πολύ φυσιολογικό, οι γειτονιές γύρω από το Ενετικό λιμάνι να …Τοσκανίζουν! Σωστά;

    Σας κούρασα όμως με τόσο περπάτημα και λέω να σας κεράσω έναν δυναμωτικό χυμό και την καλύτερη αλμυρή μπουγάτσα των Χανίων. Ας αφήσουμε λοιπόν πίσω μας το λιμάνι και ας πάμε στο «GROOT pick & drink«, στην οδό Μουσούρων 24. Όλοι οι χυμοί του είναι φρεσκότατοι (κι ο καφές του είναι πολύ καλός ) και πολύ ωραίοι, όμως εγώ σας προτείνω αυτόν με τον ανανά, το πράσινο μήλο και το σπανάκι! Ένα πράσινο όνειρο! Κι αφού πήραμε βιταμίνες, ας περπατήσουμε λίγο πιο πάνω στην Αποκορώνου 37 στην «Μπουγάτσα Χανίων«, να την απολαύσουμε ζεστή, αλμυρή ή με ζάχαρη και κανέλα. Όπως κι αν την διαλέξετε, δεν θ’ απογοητευτείτε ( ό,τι προλάβετε ως τις 14:00. Βιαστείτε! ).

    Κι αφού σας έφερα ως την Αποκορώνου, θα ήθελα να σας πάω σε τρία ακόμη αγαπημένα μαγαζιά που για μένα ταιριάζουν με την κουλτούρα της φιλοξενίας και της νοικοκυροσύνης των Κρητικών. Το πρώτο είναι το «Οινοπαντοπωλείο του Ειρηναίου Γαλανάκη«, στην Βολουδάκηδων 31, όπου μπορείτε να πάρετε μια γεύση από τα παλιά παντοπωλεία και φυσικά να προμηθευτείτε ρακί, ρακόμελο, επιλεγμένα κρασιά, αλλά και όσπρια ή μπαχαρικά και να νοιώσετε την αυθεντική ευγένεια των ιδιοκτητών. Το άλλο μαγαζί που μου έκανε όμορφη εντύπωση είναι το «Κρητικό Εργαστήρι της Οικογένειας Λαμπάκη» στο νούμερο 109 της Αποκορώνου. Εδώ είναι ο Παράδεισος του καλοφαγά. Τί να πρωτοδιαλέξεις: καλιτσούνια γλυκά, αλμυρά, με χόρτα, με μυζήθρα, με μέλι, κρεατότουρτες, κρεμμυδόπιτες, κοτόπιτες, σπιτικές πίτσες! Μπορείτε να τα πάρετε ψημένα, ή κατεψυγμένα και να τα ψήσετε εσείς! Ελάτε να σας κεράσω ένα γλυκό καλτσούνι και να απομακρυνθούμε απ’ τους γευστικούς πειρασμούς. Πάμε στο αγαπημένο μου σημείο να πάρουμε καφεδάκι; Κατηφορίζουμε πάλι και μπαίνουμε λίγο μετά δεξιά στη στοά που θα μας βγάλει στο «Friend’s Coffee and more Chania» όπου ήπια τον ωραιότερο espresso στα Χανιά, όσες φορές κι αν πήγα. Παίρνουνε τον καφέ μας στο χέρι για να περπατήσουμε ως την Παλαιά Αγορά Χανίων και να περιπλανηθούνε αλύπητα, όσο αντέχουν τα ποδαράκια μας (αυτήν την περίοδο η Αγορά είναι κλειστή γιατί γίνονται εργασίες ανακαίνισης και θα λειτουργήσει ξανά, μάλλον το καλοκαίρι του 2024).

    Κι αφού σας ξεθέωσα στο περπάτημα, λέω να κλείσω αυτή τη βόλτα μέσα στην πόλη των Χανίων, με μπαρότσαρκα για να σας χαλαρώσω λίγο! Θα πιούμε όχι ένα, όχι δύο, όχι τρία, αλλά τέσσερα ποτά και όποιος αντέχει ας ακολουθήσει.

    Ξεκινάμε με ένα κοκτεϊλάκι στο «Sinagogi cocktail bar«, συνεχίζουμε με ένα δεύτερο στο «Μοναστήρι του Καρόλου«, κατόπιν κατεβαίνουμε στο λιμάνι ( γιατί πολύ μου έλειψε τόση ώρα που έχω να το αντικρύσω ), για το τρίτο ποτό μας στο «Nama RestoBar«, και όταν χορτάσουμε την ονειρεμένη θέα και την αύρα της θάλασσας, πάμε φουλ ενθουσιασμένοι ως το «Bras de Frères«, όπου αν είμαστε πολύ τυχεροί, μπορεί να πετύχουμε ένα Live του Σταύρου Σιόλα, που όπως έμαθα είναι πάντα ξεχωριστό!

    Και κάπως έτσι, ζαλισμένους από το αλκοόλ, την ομορφιά των Χανίων και την όμορφη μουσική, θα σας αφήσω γι’ απόψε, με την προτροπή να μην πιείτε της Άρνης το νερό και να θυμάστε πάντα την υπέροχη αγκαλιά αυτής της πόλης, που σαν σύγχρονη σειρήνα σας καλεί να την ερωτευτείτε ανεπανόρθωτα…