-
Πράγα παραμυθένια – Prague


Το βανάκι που μας πήρε από το αεροδρόμιο, μας άφησε έξω απ’ το ξενοδοχείο μας. Πλατεία Wenceslas και ο ήλιος δύει. Κι εκεί, έτσι ξαφνικά, ένα μεγάλο, κόκκινο, χοντρό εξώφυλλο παραμυθιού άνοιξε και μας τράβηξε μέσα στις σελίδες του. Και τις οχτώ μέρες που μείναμε στην πρωτεύουσα της Τσεχίας, δεν βγήκαμε ούτε μια στιγμή απ’ αυτό το παραμύθι νοιώθοντας σαν πρωταγωνιστές σε μια άλλη, μια ρομαντική Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Κάρολου Ντίκενς.

Ίσως έφταιγε που η άφιξή μας πραγματοποιήθηκε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ίσως έφταιγαν τα στολίδια, τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια, τα σπιτάκια στις πλατείες με τις κόκκινες στέγες που πουλούσαν κάθε λογής μπιχλιμπίδια, γλυκά, καραμέλες, παιχνίδια, κούκλες, αλλά και φαγητά και ζεστό κρασί. Ίσως τελικά, να φταίει απλώς που είναι η Πράγα! Η πανέμορφη, η εντυπωσιακή, η ατμοσφαιρική, η μαγική, η ερωτική, η πόλη με τους περισσότερους επισκέπτες στην Ευρώπη, και όχι άδικα.
Είμαστε τυχεροί, γιατί την γνωρίσαμε πριν μία δεκαετία, πριν η επέλαση των εκατομμυρίων τουριστών την αλλάξει. Αν όμως μπορείτε να το παραβλέψετε αυτό, αν είστε πολύ ζεστά ντυμένοι και προσεχτικοί στις συναλλαγές σας και τέλος, αν αδιαφορήσετε για το ξινούτσικο ύφος των ντόπιων – δεν φταίνε αυτοί, το κρύο φταίει! – τότε σίγουρα μπορείτε να απολαύσετε αυτό το απίθανο ταξίδι. Τί λέτε, ξεκινάμε;
Θα σας πάω για πρώτο βράδυ σε ένα από τα καλύτερα Jazz club της πόλης. Κατεβαίνουμε τα σκαλιά και βρισκόμαστε στο υπόγειο αλλά τόσο ανεβασμένο Jazz&Cocktail Club U Staré paní, στην οδό Michalská 441/9. (Αν δεν έχετε φάει, εκεί κοντά στην οδό Perlová 412/1, βρίσκεται ένα πολύ ωραίο και με λογικές τιμές ιταλικό εστιατόριο: «La Piccola Perla».) Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αλλαγή του χρόνου, όπου στις δώδεκα τα μεσάνυχτα άρχισαν τα πυροτεχνήματα στην ξακουστή γέφυρα του Καρόλου, και όλοι οι θαμώνες του μπαρ βγήκαν έξω και πήγαν ως το γεφυράκι, μαζί κι εμείς, για να απολαύσουμε αυτό το υπερθέαμα φωτός και χρωμάτων!

Αλλά ακόμη και αν δεν είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς, μια βόλτα στην Karlův most θα γλυκάνει το βράδυ σας. Αργά, πριν πάτε για ύπνο, όταν οι πολλοί επισκέπτες έχουν φύγει. Τότε θα χαρείτε την ατμόσφαιρα, τη θέα και αυτό το κάτι μαγικό που έχει αυτή η γέφυρα. Εννοείται ότι θα το επισκεφθείτε πολλές φορές, μια και είναι το κέντρο της Πράγας, και μπορεί και να βρεθείτε να λικνίζεστε με τις μελωδίες του βιολιού κάποιου πλανόδιου ταλαντούχου μουσικού.
Εφόσον όμως είμαστε έξω αργά το βράδυ, αυτή είναι καλή ώρα για να επισκεφθούμε την κεντρική πλατείας της παλιάς πόλης, χωρίς το συνωστισμό της μέρας, και το περίφημο 600 ετών παρακαλώ, Αστρονομικό Ρολόι της Πράγας, με τα αγαλματάκια των 12 Αποστόλων να εμφανίζονται σε κάθε αλλαγή της ώρας.
Όμως, αρκετά τριγυρίσαμε μέσ’ το κρύο. Πάμε για ύπνο, για να σας πάω το πρωί στον υπεροχοτερότερο φούρνο/καφέ που έχω επισκεφθεί! Και κάπου εδώ θα ήθελα να σας προτείνω να μείνετε σχετικά κεντρικά για να απολαύσετε την πόλη περπατώντας, χωρίς να ψάχνετε συγκοινωνίες. Ένα καλό ξενοδοχείο στην πλατεία Wenceslas (Βέντσεσλας) κοστίζει περίπου 60€ αν το κλείσετε εγκαίρως και φυσικά με τα airbnb καταλύματα είναι ακόμη πιο οικονομικά.
Επιτέλους ξημέρωσε! Πεινάτε;;; Πάμε στην οδό Kozí 1, στο πολυαγαπημένο μου Bakeshop. Πρέπει να φάμε καλά γιατί θα σας γυρίσω σε όλη την πόλη. Δεν χρειάζεται να σας προτείνω κάτι συγκεκριμένο να δοκιμάσετε. Είμαι σίγουρη πως μόλις μπείτε μέσα, δεν θα ξέρετε τί να πρωτοδιαλέξετε και τελικά, θα έρχεστε εδώ κάθε πρωί – τουλάχιστον!

Από εδώ που είμαστε, ας κάνουμε έναν περίπατο στους γραφικούς δρόμους της εβραϊκής συνοικίας, ας διασχίσουμε την πανέμορφη γέφυρα Μάνες (Mánesův most) απέναντι από το επιβλητικό κάστρο της Πράγας για να καταλήξουμε στο Κάστρο. Εγώ προτείνω πάντα να εξερευνούμε περπατώντας, όμως μπορείτε να πλησιάσετε το κάστρο με τα τραμ 20, 22 και 23, είτε με το Μετρό (στάση και για τα δύο μέσα: Malostranská ) και να ανηφορίσετε μετά. Περιηγηθείτε, απολαύστε τα τόσα διαφορετικά αρχιτεκτονικά στυλ και βέβαια την θέα αυτής της μοναδικής πόλης που επιβίωσε από τους Παγκόσμιους Πολέμους και το κέντρο της, η ιστορική παλιά πόλη (Staré Město), έχει διατηρηθεί και αποτελεί μνημείο κληρονομιάς της Unesco.

Πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι να κατέβουμε από τις παλιές σκάλες του κάστρου (Staré zámecké schody). Αξέχαστη θα μου μείνει αυτή η κατάβαση, την ώρα που έδυε ο ήλιος, άνοιγαν σιγά-σιγά τα φώτα της πόλης, τα μαγαζιά άναβαν τις βιτρίνες τους, κάποιοι ρομαντικοί άναβαν κεριά στα παράθυρα και η πόλη από κάτω μια κούκλα λαμπερή και περήφανη και τόσο μα τόσο όμορφη!
Αφού κατεβήκαμε από το κάστρο και είμαστε στην απέναντι όχθη του Μολδάβα, ας μείνουμε σ’ αυτήν την πλευρά για να διασχίσουμε τον πιο στενό δρόμο της πόλης: στην οδό U Lužického semináře, ανάμεσα στα νούμερα 24 με 26 βρίσκεται η Nejužší pražská ulička, ένα στενάκι, τόσο στενάκι, που για να το διασχίσεις, πεζός εννοείται, έχει φανάρι! Οι υπόλοιποι δρόμοι όμως είναι κανονικοί και ο περίπατος στις όχθες του ποταμού είναι κάτι που δεν γίνεται ποτέ να βαρεθεί κανείς. Πάμε να περπατήσουμε στην οδό Na Kampě, να χωθούμε στην Hroznová και να ανέβουμε στο γεφυράκι Čertovka Water Wheel Bridge, που περνάει πάνω από το υδάτινο κανάλι της Πράγας. Όχι, για να μην υπερηφανεύεται μόνο η Βενετία για τα κανάλια της!

Παράλληλα σχεδόν με το κανάλι Čertovka, λίγο πιο πάνω προς τον λόφο Πετρίν, βρίσκεται η λεωφόρος Újezd, η οποία μάς οδηγεί σε δύο προορισμούς.
Αρχικά ας κάνουμε μια στάση στο Cukrárna U knoflíčků, ένα καφέ που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι έχεις επισκεφθεί το σπίτι μιας πολύ αγαπημένης θείας, που σου έχει φτιάξει το γλυκό που προτιμάς και σε φροντίζει διακριτικά. Ελάτε να καθίσουμε στο παράθυρο, να απολαύσουμε έναν ζεστό καπουτσίνο κι ένα σπιτικό γλυκό, και είμαστε έτοιμοι για τον δεύτερο προορισμό μας. Βγαίνοντας από το καφέ και κάνοντας αμέσως αριστερά θα βρεθούμε στο τελεφερίκ που θα μας ανεβάσει στον λόφο Πετρίν, στους περιποιημένους κήπους και στον λιλιπούτειο πύργο Πετρίν, που χτίστηκε δύο χρόνια μετά από τον πύργο του Άιφελ και του μοιάζει αρκετά. Του λείπουν βέβαια 260 μέτρα για να τον φτάσει, όμως η θέα της Πράγας από εδώ θα σας κόψει την ανάσα! Αν ανεβείτε στην κορυφή από τα σκαλάκια του, θα σας κεράσω μετά μια κρύα μπίρα στο κιόσκι, για να ξεδιψάσετε!
Τώρα που θυμηθήκαμε λίγο το Παρίσι, θέλετε να πάμε και στο Λούβρο; Όχι στο μουσείο βρε παιδιά, στο Café Louvre εννοώ. Βρίσκεται στην οδό Národní 22, στον πάνω όροφο και σίγουρα θα νοιώσετε ότι μεταφερθήκατε ως εκ θαύματος στη γαλλική πρωτεύουσα. Η όλβια ατμόσφαιρα, τα γύψινα ταβάνια, οι σερβιτόροι με τις περιποιημένες στολές, η καθαριότητα, η ευγένεια, η ποιότητα θα σας πάνε διακοπές μέσα στις διακοπές σας! Εδώ τρώμε, πίνουμε καφέ και σερβιριζόμαστε επιδόρπιο. Ό,τι έχει ανάγκη ο καθένας. Σας παρακαλώ παρατηρείστε τις εφημερίδες της ημέρας, πόσο γραφικά κρέμονται από το ειδικό σταντ και γιατί όχι, ξεφυλλίστε και μία.
Ένα μυστικό που θα μοιραστώ μαζί σας τώρα, βρίσκεται στον ίδιο δρόμο, στο νούμερο 43. Δεν γίνεται να βρισκόμαστε στη Βοημία και να μην ψωνίσουμε αυθεντικά κρύσταλλα Βοημίας στις καλύτερες τιμές:

Dana Bohemia, Národní 43 για υπέροχα πορσελάνινα φλυτζάνια και φίνα κρυστάλλινα ποτήρια για σάς και τους αγαπημένους σας. Αντί για τετριμμένα σουβενίρ, θα πρότεινα να αγοράσετε κάτι μοναδικό. Η είσοδος είναι στη στοά, η ποικιλία μεγάλη και οι συσκευασίες για ταξίδι, πολύ προσεγμένες. Εγώ πήρα ποτήρια για όλη την οικογένεια και δεν έσπασε τίποτα! Επίσης, την περίοδο των γιορτών έχει φανταστικά γυάλινα πολύχρωμα Χριστουγεννιάτικα στολίδια!
Επειδή η βόλτα μας είναι νοητή, δεν έχουμε κουραστεί καθόλου, κι έτσι μπορούμε να περπατήσουμε σίγουρα προς την πανέμορφη πλατεία Wenceslas και όταν πλησιάσει η νύχτα, να φρεσκαριστούμε, να βάλουμε τα καλά μας και, να κατηφορίσουμε. Θα περάσουμε από την πλατεία της παλιάς πόλης, Staroměstské náměstí, και θα καταλήξουμε στο Ρουντολφίνουμ (Rudolfinum), αυτό το ιστορικό κτίριο συναυλιών, που βρίσκεται στην όχθη του ποταμού, στην οδό Alšovo nábř. 12, για να παρακολουθήσουμε τη φιλαρμονική ορχήστρα της Πράγας. Αυτή η ορχήστρα ήταν η πρώτη φιλαρμονική που παρακολούθησα στη ζωή μου, με έναν μάγο σολίστα βιολιού, και ήταν τόσο θεσπέσια που μου έφερε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της συναυλίας, δάκρυα συγκίνησης στα μάτια!

Και κάπως έτσι ατμοσφαιρικά θα κλείσω αυτή τη βόλτα, γιατί μόνο αυτό ταιριάζει σ’ αυτήν την παραμυθένια πόλη.
Σας χρωστάω πολλά που θα τα πούμε στην επόμενη επίσκεψή μας στην βασίλισσα της Τσεχίας.
Σας χρωστάω δείπνο με πάπια, μπυρίτσες με φίνα αλλαντικά, επίσκεψη σε πιάνο-καφέ, κι άλλα παραδοσιακά ψώνια, το γλυκό με το όνομα γλωσσοδέτη, αμέτρητους περιπάτους, περάσματα κάτω
από Πύργους.
Σας χρωστάω άλλη μία τουλάχιστον μαγική Πράγα!
Εντωμεταξύ, σας ευχαριστώ για την παρέα σας.
Ως την επόμενη βόλτα μας,
σας φιλώ γλυκά,
Άννα.
-
Σεβίλλη: ο «Καρδινάλιος» που με κυνήγησε


Κάποτε, στα παλιά, στα πολύ παλιά χρόνια, όταν κάποιος έφτυνε μετά την μετάληψη, τον απαγχόνιζαν! Κάτι τέτοιο πίστεψα πως θα μου συμβεί κι εμένα, πριν έξι χρόνια στη Σεβίλλη!
Παραμονή Χριστουγέννων στη Σεβίλλη, λοιπόν, και αφού δειπνήσαμε σε ένα πολύ συμπαθητικό κινέζικο εστιατόριο, όπως όλοι οι Χριστιανοί, αποφασίσαμε κι εμείς να παρακολουθήσουμε την λειτουργία της Παραμονής την Χριστουγέννων, που ξεκινούσε στις έντεκα το βράδυ, στον Καθεδρικό Ναό της πόλης.
Για να καταλάβετε τα όσα ακολούθησαν, θα πρέπει να σας δώσω κάποιες βασικές πληροφορίες. Καταρχήν, το θρήσκευμά μου, είναι Χριστιανή Ορθόδοξη, και παρότι πιστεύω στον Θεό με τον τρόπο μου, δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με την εκκλησία. Προτιμώ να προσεύχομαι ιδιωτικά ή σε μικρά ήσυχα ξωκλήσια. Οι Καθολικοί ναοί, όμως, έχουν κατά την γνώμη μου, μία ξεχωριστή κατανυκτική ατμόσφαιρα, και πολλές φορές, μπαίνω σ’ αυτούς που βρίσκονται σε μέρη που επισκέπτομαι, προσεύχομαι και γαληνεύω.

Όσον αφορά τώρα, τον Καθεδρικό ναό της Σεβίλλης (Καθεδρικός της Παναγίας της Επισκοπής, Catedral de Santa María de la Sede), πρέπει να σας πω ότι είναι τεράστιος! Είναι ο μεγαλύτερος γοτθικός καθεδρικός στον κόσμο, και η συνολική έκταση του κτίσματος είναι 11.520 τετραγωνικά μέτρα! Παρακαλώ, φανταστείτε το μέγεθος και ξεκινάμε.
Η καμπάνα του ναού χτυπάει στις έντεκα ακριβώς και οι πιστοί, μαζί κι εμείς, φορώντας τα καλά μας ρούχα, παλτό και γόβες εγώ, σακάκι και γραβάτα ο Παναγιώτης, κατευθυνόμαστε στην είσοδο του Καθεδρικού, της Καθολικής εκκλησίας της Σεβίλλης. Μπαίνουμε μέσα όλοι μαζί, όμως στο εσωτερικό του ναού, αφού έχουμε περπατήσει γύρω στα 100 μέτρα, υπάρχουν σεκιούριτι και προστατευτικές ταινίες που εμποδίζουν την είσοδο, αν δεν προτίθεσαι να παρακολουθήσεις την λειτουργία. Δηλώνοντας, λοιπόν, ότι ήρθαμε γι’ αυτό, περάσαμε ένας-ένας από τον έλεγχο και καταλήξαμε στο κυρίως μέρος του ναού. Όλα ήταν πανέμορφα! Η εκκλησία υπέροχη, η λειτουργία κατανυκτική, η χορωδία και η μουσική μέσα στο γιορτινό κλίμα, και φυσικά οι … «Καρδινάλιοι» υπέρλαμπροι! (Φυσικά δεν έχω ιδέα αν ήταν Καρδινάλιοι, απλώς μου αρέσει να τους λέω έτσι!) Φορούσαν εξαιρετικά μεταξωτά μωβ-φούξια άμφια, χρυσούς σταυρούς, κοσμήματα και διάφορα σιρίτια μέσα στην πολυτέλεια!

Τελειώνει η λειτουργία, ο κόσμος αγκαλιάζει και φιλάει ο καθένας τον διπλανό του, όπως συνηθίζουν οι Καθολικοί – αυτό το είχαμε δει και σε άλλη λειτουργία, στην πανέμορφη Αγία Άννα της Τριάνα – και στη συνέχεια, οι «Καρδινάλιοι», βγαίνουν απ’ το χρυσοποίκιλτο ιερό, κατεβαίνουν με χάρη τα σκαλιά, κρατώντας στο ένα χέρι το δισκοπότηρο με την όστια, και στο άλλο τα άμφια, για να μην τα πατήσουν, και παίρνουν θέση, περιμετρικά του ιερού, για να μεταλάβουν τον κόσμο. Οι πιστοί, σχηματίζουν πέντε ουρές μπροστά από κάθε ιερέα, και ξεκινάει η μετάληψη. Κάπου εκεί μου έρχεται κι εμένα η παρόρμηση! «Αχ, θέλω κι εγώ να κοινωνήσω!» «Ε, κοινώνησε λοιπόν», μου απαντάει φυσικότατα ο Παναγιώτης. «Μα αφού είμαι Ορθόδοξη, δεν ξέρω αν κάνει!» «Γιατί να μην κάνει; Χριστιανή είσαι κι εσύ. Αν αισθάνεσαι ότι θέλεις να κοινωνήσεις, κάν’ το!» Και κάπως έτσι, αρκετά αγχωμένη ομολογουμένως, αλλά και επηρεασμένη από το Χριστουγεννιάτικο κλίμα, παίρνω την απόφαση και στήνομαι στην ουρά.
Πριν έρθει η σειρά μου, παρατηρώ τους μπροστινούς. Φτάνοντας στον ιερέα, είτε ανοίγουν το στόμα και εκείνος τους τοποθετεί στη γλώσσα την όστια, είτε δένουν ευλαβικά τα χέρια και ο ιερέας την τοποθετεί εκεί, κι εκείνοι έπειτα την βάζουν στο στόμα τους. Εγώ επιλέγω τον δεύτερο τρόπο, κι εκεί ξεκινάει το κακό! Ανοίγω τα χέρια μου, παίρνω την όστια και κάνω να φύγω, όπως όλοι πριν από εμένα. Ο ιερές ξαφνικά, με πλησιάζει και κάτι μου λέει στα ισπανικά. Ευτυχώς, χειρονομεί κιόλας, κι έτσι καταλαβαίνω ότι πρέπει να φάω την όστια μπροστά του. Την βάζω στο στόμα μου, που έχει στεγνώσει από το άγχος και ο καλός παπάς ηρεμεί. Δεν ηρεμώ εγώ όμως, αφού η όστια κολλάει στον ουρανίσκο μου με μια αποφασιστικότητα αξιοθαύμαστη, και δεν λέει να ξεκολλήσει! Προσπαθώ να μιλήσω στον Παναγιώτη, αλλά με πιάνει βήχας! Βήχω, ξαναβήχω, προσπαθώ να καταπιώ, αλλά μάταια! Η όστια βρίσκεται ακόμη γαντζωμένη στον φτωχό μου ουρανίσκο.
Ο Παναγιώτης λέει να φύγουμε και συμφωνώ με νοήματα.

Προπορεύεται και μπερδεύεται ανάμεσα στο πλήθος που φεύγει, αφού περνάει από τους σεκιούριτι. Εγώ κάπως, δεν ξέρω πώς, καθυστερώ. Λίγο βήχοντας, λίγο κουμπώνοντας το παλτό μου, μένω πίσω, χάνοντας από τα μάτια μου τον συνοδό μου. Αφού κάπως ηρεμώ, ξεκινώ για την έξοδο. Όπως περπατάω προς τα έξω, ακούω πίσω μου φωνές. Στρέφομαι και αντικρύζω τον «Καρδινάλιο», που έχει αφήσει τους πιστούς του, που περιμένουν να κοινωνήσουν, σύξυλους, έχει πιάσει το άμφιο σφιχτά και με πανικόβλητο ύφος, τρέχει προς το μέρος μου φωνάζοντας ακατάληπτα στα ισπανικά. Ωχ μανούλα μου, σκέφτομαι, με πιάσανε! Τρομοκρατούμαι άμεσα και αναζητώ γύρω μου τον Παναγιώτη. Δεν τον βλέπω πουθενά και στο επόμενο λεπτό, ο «Καρδινάλιος» είναι δίπλα μου και μου μιλάει στρεσαρισμένος, με λόγια βαρυσήμαντα που δεν καταλαβαίνω! Προσπαθώ να του πω ότι δεν καταλαβαίνω, αλλά δεν καταλαβαίνει! Με ρωτάει αν είμαι «Ιταλιάνο»? κι εγώ του λέω «Γκρικ», αλλά αυτός εξακολουθεί να μου μιλάει στα ισπανικά. Έχει γουρλώσει τα μάτια του και τονίζει τις λέξεις, παρότι μιλάει χαμηλόφωνα. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα στολίζουν το μέτωπό μου και η καρδιά μου χτυπάει ξέφρενα, όταν επιτέλους με πλησιάζει απ’ τ’ αριστερά μία Χριστιανή που μιλάει αγγλικά κι απ’ τα δεξιά ο Παναγιώτης! Η μεν κυρία προτίθεται να μου μεταφράσει αυτά που λέει ο Καρδινάλιος, ο δε σύζυγος με βομβαρδίζει με ερωτήσεις του τύπου «τί συμβαίνει, γιατί δεν βγήκες έξω;;;»
«Μα και να ήθελα να βγω, μπορούσα;;;!!!«
Τελικά ο φουλ αναστατωμένος ιερέας μας εξηγεί ότι εφόσον κοινωνήσει κανείς, πρέπει να μείνει στην εκκλησία για να παρακολουθήσει το τελευταίο πεντάλεπτο της λειτουργίας, γιατί είναι κακό για την ψυχή του να φύγει, και μπορεί να του συμβούν άσχημα πράγματα, ακόμη και να πεθάνει! Χλωμή και καταρρακωμένη, επιστρέφω στο κάθισμά μου και παρακολουθώ την υπόλοιπη λειτουργία που ξεκινάει μόλις ολοκληρωθεί η θεία κοινωνία. Δέκα λεπτά μετά, βρίσκομαι έξω από το ναό και κατευθύνομαι προς το σπίτι.

Ο ύπνος μου είναι ταραγμένος και τα όνειρά μου είναι γεμάτα με βιβλικές καταστροφές που με οδηγούν στο χείλος της αβύσσου! Για δύο μέρες δεν κοιμάμαι καλά και φοβάμαι πως από λεπτό σε λεπτό κάτι άσχημο θα μου συμβεί. Ευτυχώς, ένα απόγευμα, καθώς πίνουμε τον καφέ μας, εξομολογούμαι στον Παναγιώτη τις φοβίες μου. «Μα γιατί έχεις αγχωθεί;» με ρωτάει με γνήσια απορία. «Μα δεν άκουσες τί είπε ο παπάς; ότι μπορεί να μου συμβεί κάτι κακό ή να πεθάνω!» Σ’ αυτό το σημείο, ο σύντροφος της ζωής μου αρχίζει να γελάει τρανταχτά. «Τί συμβαίνει, γιατί γελάς;;;»
«Βρε χαζούλα, δεν κατάλαβες καλά. Δεν είπε πως θα πεθάνεις, είπε πως δεν είναι καλό να φύγεις, αλλά δεν θα πάθεις και κανένα κακό, ούτε θα πεθάνεις!»
Και κάπως έτσι αγαπημένοι μου φίλοι, κατάφερα να διώξω από πάνω μου την «κατάρα» που νόμιζα ότι με καταδιώκει και να συνεχίσω αμέριμνη τις διακοπές μου.
Από του Χάρου τα δόντια γλύτωσα, δεν συμφωνείτε;;;
-
Ο Γούντι Άλεν στο Manhattan.

Από μικρό παιδί θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε μια μαγική οθόνη, του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης να παρακολουθώ κάποια ταινία. Ήταν για μένα ο μαγικός κόσμος ενός ταχυδακτυλουργού που με μετέφερε σε καινούργιες πόλεις, τοπία, χώρες, σε καινούργιους ανθρώπους και άγνωστες περιπέτειες. Πήγαινα σε τόπους που δεν είχα ξαναπάει και έβλεπα τα πάντα με τα μάτια ενός άλλου.
Όσο περνούσαν τα χρόνια έκανα πραγματικά ταξίδια και άρχισα να συνδέω τις εικόνες που έβλεπα μπροστά μου με εκείνες του σινεμά.

Τελευταία είδα την ταινία MANHATTAN του Woody Allen που έχει ως σημείο αναφοράς την εμβληματική Νέα Υόρκη. Σαγηνευμένος και εκστασιασμένος από το ταξίδι μου εκεί το 2009, και έχοντας δει το φιλμ ήδη πολλές φορές, αποφάσισα να γράψω για την ταινία που υμνεί αυτή την πόλη .
Ξεκινώντας ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει σκηνές της Νέας Υόρκης καθώς αυτή ξυπνά, μεταξύ αυτών το EmpireState Building και όλα τα εμβληματικά κτίρια της πόλης, δρόμοι που αρχίζουν σταδιακά να σφύζουν από ζωή, σκηνές από όλες τις ώρες και όλες τις εποχές της πόλης, γειτονιές άλλοτε με χιόνια, άλλοτε ανοιξιάτικες, εμπορικά καταστήματα, κόσμος που πηγαίνει στη δουλειά, παιδιά που σχολάνε, άνθρωποι που βολτάρουν στο Central Park. Αλλά και τα φώτα της πόλης τη νύχτα, νέον μαρκίζες ανάβουν, ζευγάρια τρώνε μαζί σε ατμοσφαιρικά εστιατόρια, άνθρωποι ξενυχτισμένοι πίνουν τον πρωινό καφέ. Όλα αυτά συνοδεύονται με τη μουσική του Γκέρσουιν από τη φιλαρμονική της νέας Υόρκης που δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας με ρομαντική διάθεση καθώς πυροτεχνήματα σκάνε χορεύοντας πάνω από το MANHATTAN.
Άξιο λόγου είναι ότι ο Allen έτρεξε με το συνεργείο του να φιλμάρει τα πυροτεχνήματα μόλις έμαθε ότι θα υπήρχε μια επίδειξη πυροτεχνημάτων στη Νέα Υόρκη. Ανέβηκε στην ταράτσα ενός φίλου και έκανε καλή δουλειά.

Σεναριακά, η υπόθεση μας μιλά για ένα νεοϋορκέζο (Woody Allen) που είναι διαζευγμένος και ενώ έχει σχέση με μια 17χρονη μαθήτρια (Mariel Hemingway) μπαίνει στη ζωή του μια ενήλικη διανοουμένη, ερωμένη του κολλητού του ( Diane Keaton). Τελικά θα αποδειχτεί ότι η ανωριμότητα δεν έχει ηλικία…
Εδώ έχουμε μια ταινία προφητική καθώς ο Allen παντρεύτηκε τελικά την 21 ετών υιοθετημένη κόρη της Mia Farrow, όντας στην ηλικία 56 ετών .
Ο ήρωας μας, όχι τόσο νευρωτικός όσο σε άλλες ταινίες του, περιπλανιέται στο MANHATTAN με τους φίλους και τις ερωμένες του μα πάνω από όλα με την πόλη συμμέτοχο σε κάθε του βήμα. Η Νέα Υόρκη ανασαίνει, κρυφακούει και επεμβαίνει στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.

Σε χαρακτηριστική σεκάνς παρουσιάζεται η παρέα του ήρωα μας να τρώει σε ένα ξακουστό καλλιτεχνικό στέκι της πόλης όπου σύχναζαν καλλιτέχνες της εποχής (το έργο είναι γυρισμένο το 1979) το εστιατόριο Elein’s.
Μπορούσες να δεις εκεί τον Φελίνι, τους Κένεντι, τον Τένεσι Γουίλιαμς, τον Όρσον Γουέλς, τον Μάικλ Κέιν, τον Ρομάν Πολάνσκι και άλλους διάσημους καθόλη τη διάρκεια της νύχτας.
Ο πρωταγωνιστής συνομιλεί σε δρόμους αλλά και σε αγαπημένα σημεία της Νέας Υόρκης που υπεραγάπα. Γνωρίζεται καλύτερα με την Diane Keaton στο Metropolitan Museum of Arts, βγαίνουν ραντεβού στο Lincoln center of performing Arts, στο Guggenheim και στο Museum of Modern Arts (MoMA).

Με τη Mariel Hemingway κυκλοφορούν στο Soho, ενώ με τον κολλητό του στο βιβλιοπωλείο Rizzoli’s. Ένας περίπατος με την Keaton στο Central Park καταλήγει μετά από ξαφνική μπόρα σε εσωτερική περιήγηση στο πλανητάριο Heyden, όπου ένα φιλί δεν έρχεται…
Από τις πιο ρομαντικές στιγμές είναι όταν, ενώ οι ώρες της νυχτιάς περνούν και πλησιάζει το ξημέρωμα, ο Allen αγναντεύει καθισμένος σε ένα παγκάκι με την αγαπημένη του, τη θέα μπροστά από την γέφυρα του Μπρούκλιν.
Σε όλο το έργο, σουλατσάρουμε σε πολλά στέκια της εποχής, φαγάδικα, ξενυχτάδικα, ντελικατέσεν όπως το Zabar’s και αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα που έχει ο Allen για το Manhattan. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αναδείξει την αστική ομορφιά με εκπληκτικό τρόπο, με την βοήθεια πάντα του διευθυντή φωτογραφίας Gordon Willis, επιλέγοντας ασπρόμαυρα καρέ.

Είναι μια ταινία για την Νέα Υόρκη, με υπέροχη μουσική του Gersuin, που συνιστώ ανεπιφύλακτα να δείτε, είτε έχετε επισκεφτεί την πόλη, είτε όχι. Καλλιτεχνικά πήρε πολύ καλές κριτικές ενώ ο ίδιος ο Allen δεν πίστευε καθόλου σε αυτήν αρχικά και είχε πει στο στούντιο ότι την μισούσε και προτιμούσε να την κάψει. Ευτυχώς στην United Artists κάτι ξέρανε και την κρατήσανε, εκπλήσσοντας τον δημιουργό με την μεγάλη επιτυχία που είχε τελικά στις αίθουσες.
Για τέλος θα ήθελα να αναφέρω την καλύτερη στιγμή του Allen στην καριέρα του ως ηθοποιός, στην τελική σεκάνς με την Hemingway όταν αποσβολωμένος και συγκινημένος, ακούει την δεκαεφτάχρονη μαθήτρια να τον παρηγορεί, πριν εκείνη φύγει για το Παρίσι, λέγοντας του:
«Πρέπει να έχεις λίγη πίστη στους ανθρώπους»…
P.
-
Καστοριά: Θεοφάνεια και Ραγκουτσάρια

Σαν ένα κρυστάλλινο δάκρυ που δεν πρόλαβε να στάξει, κι έμεινε εγκλωβισμένο και λαμπερό στο βλέφαρο της ξηράς, κάπως έτσι η Καστοριά, αγγίζει με χάρη τα νερά της λίμνης Ορεστιάδας, και στέκεται αρχοντική και περήφανη πάνω στο υγρό της μάγουλο.

Μια μικρή χερσόνησος περιτριγυρισμένη από νερό, πάπιες, χήνες, κύκνους, ερωδιούς και υπέροχη ορεινή βλάστηση με πλατάνια, καστανιές, ιτιές, λεύκες. Κι από πάνω τα σπίτια και τα παλιά αρχοντικά με τις κεραμοσκεπές να αγναντεύουν το υπέροχο τοπίο.
Η αφορμή για να επισκεφθούμε την Καστοριά, αρχές Ιανουαρίου του 2018, ήταν τα ξακουστά – μόνο εγώ δεν τα ήξερα – Ραγκουτσάρια. Το έθιμο, είναι ο προάγγελος του καρναβαλιού, αφού για τρεις μέρες, στις 6, στις 7 και στις 8 Γενάρη, οι ντόπιοι και οι επισκέπτες της πόλης, μασκαρεύονται, χορεύουν, γλεντούν και παρελαύνουν στους δρόμους και τα σοκάκια, διώχνοντας έτσι, τα κακά πνεύματα.

Αφού λοιπόν, ενημερωθήκαμε για το ενδιαφέρον έθιμο, φτάσαμε στην πόλη μαζί με λίγες απ’ τις Αλκυονίδες μέρες, και εγκατασταθήκαμε σε ένα πανέμορφο Αρχοντικό πάνω από την πλατεία Ντολτσό. Από τις πρώτες βόλτες που κάναμε ήταν ο γύρος της λίμνης. Δεν γίνεται να φτάσεις στην πόλη και να αγνοήσεις τη λίμνη. Σε τραβάει σαν μαγνήτης και η ομορφιά της δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια. Ο παραλίμνιος, είναι μια διαδρομή που αξίζει να περπατήσει κανείς. Ξεκινώντας από το Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς (Αρχοντικό Νεράντζη Αϊβάζη) και καταλήγοντας στον Ναυτικό όμιλο, περπατήσαμε προσεχτικά κάτω από τα δέντρα χαζεύοντας τις μαγικές αντανακλάσεις στα νερά και την πανέμορφη και ενδιαφέρουσα χλωρίδα και πανίδα.

Μας πήρε περίπου 80 λεπτά κανονικού περπατήματος και στο τέλος της διαδρομής, κάναμε μια στάση για καφεδάκι και γλυκάκι – να πάρουμε λίγη ενέργεια βρε παιδιά! – με όλη τη λίμνη στο πιάτο! Η επιστροφή μας δεν ήταν τόσο κοπιαστική, αφού μπήκαμε από τον εσωτερικό δρόμο και σε 13 μόλις λεπτά βρεθήκαμε ακριβώς εκεί που ξεκινήσαμε, στο Λαογραφικό Μουσείο.
Η νύχτα ήρθε και μαζί της έφερε παγωνιά. Ανακτήσαμε δυνάμεις με ένα ζεστό μπάνιο, βάλαμε σκουφιά, κασκόλ και γάντια και χωθήκαμε γρήγορα σε ένα γραφικό ταβερνάκι της πλατείας στο Ντολτσό για να γευτούμε τις παραδοσιακές γεύσεις της περιοχής. Μελωμένους σαρμάδες, που μου θύμισαν τους λαχταριστούς λαχανοντολμάδες της μαμάς μου, γεμιστές πιπεριές φλωρίνης, χωριάτικα λουκάνικα, μανιτάρια ψητά, πικάντικες σαλάτες και κρασάκι κόκκινο ευκολόπιοτο! Στο τέλος της βραδιάς, πήραμε την πρώτη γεύση από τα «χάλκινα» που θα πρωταγωνιστούσαν το επόμενο τριήμερο στην πόλη. Μια μικρή κομπανία μουσικών μπήκε στο ταβερνάκι και μας ξεσήκωσε με τα κλαρίνα και τα τύμπανα.

Την επόμενη μέρα, ανήμερα των Θεοφανείων, μετά τον Αγιασμό των Υδάτων, με τον ήλιο υπέρλαμπρο, ξεχύθηκαν στους δρόμους τα μπουλούκια, μασκαρεμένες παρέες νέων κάθε ηλικίας, από τριών έως ενενήντα τριών ετών, το καθένα μαζί με την ορχήστρα του. Οι οργανοπαίχτες προέρχονται από τις γύρω περιοχές της Μακεδονίας και της Βαλκανικής και συνήθως το κάθε μπουλούκι «νοικιάζει» τη δική του ορχήστρα για το τριήμερο, εκτός και αν έχει στους κόλπους του μουσικούς. Όλοι μαζί, τριγυρίζουν στους δρόμους γύρω από την οδό Μητροπόλεως και την πλατεία Ομόνοιας, όπου πραγματοποιούνται επίσης συναυλίες και παραστάσεις με παραδοσιακούς χορούς. Εντυπωσιαστήκαμε από κάποιες συντροφιές που ανάμεσα στους οργανοπαίχτες υπήρχαν παιδάκια προσχολικής ηλικίας και παππούδες πολύ ηλικιωμένοι που έπαιζαν … τρομπέτα!
Όσο άντεχαν τα αυτάκια μας, ακολουθούσαμε κι εμείς όποιο μπουλούκι μας τραβούσε την προσοχή, χορεύαμε και τραγουδούσαμε μαζί τους. Όποτε θέλαμε λίγη ηρεμία, κατεβαίναμε στην Μεγάλου Αλεξάνδρου και περπατούσαμε στην προκυμαία, πίναμε καφεδάκια, ταΐζαμε τους κύκνους και απολαμβάναμε τα ονειρεμένα δειλινά της πόλης. Ή περνούσαμε στην άλλη μεριά της λίμνης, προς το λιμάνι, και αγναντεύαμε τις απέναντι όχθες και την πόλη φωτισμένη. Από όποια πλευρά της Ορεστιάδας κι αν βρεθήκαμε δεν χορταίναμε να θαυμάζουμε αυτήν την πόλη στολίδι, την τόσο ρομαντική, που σε κλείνει μέσα στην θαλπωρή της αγκαλιάς της και σου αιχμαλωτίζει την καρδιά!

Η τελευταία μέρα του εθίμου, είναι αυτή της παρέλασης των μασκαρεμένων ομάδων. Ξανά μουσικές, ξανά χορός, ξανά κέφι, ξανά μεζεδάκια και κρασάκι έξω στους δρόμους. Γνωριστήκαμε με τους φιλόξενους ντόπιους που μας προσκάλεσαν στο μπουλούκι τους, μας δάνεισαν αξεσουάρ και γίναμε κι εμείς για λίγο τρελοπειρατές πειραχτήριδες!
Και το τριήμερο τελείωσε για μας, το απόγευμα της 8ης Ιανουαρίου, με τον πιο γευστικό τρόπο! Πήραμε την απόφαση και επισκεφθήκαμε το πιο γνωστό ταβερνάκι της Καστοριάς, φοβούμενοι αρχικά μήπως απογοητευτούμε από άλλο ένα τουριστικό δήθεν μέρος. Για καλή μας τύχη, απολαύσαμε ένα δείπνο αξέχαστο, στο «Στέκι της παρέας«, στην οδό Υπολοχαγού Διάκου 10, όπου η εξυπηρέτηση ήταν άψογη και τα φαγητά λουκούμι! Ένα θα σας πω: ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας αγοράζει κάθε χρόνο τις πατάτες του ίδιου παραγωγού, και εννοώ ότι αγοράζει όσες πατάτες βγάζουν τα χωράφια του. Το ξέρω, γιατί ήταν οι πιο νόστιμες τηγανιτές πατάτες που έχω ποτέ δοκιμάσει και φυσικά ρώτησα τον ευγενέστατο κύριο που μας εξυπηρετούσε.

Κάπως έτσι, με ικανοποιημένες όλες μας τις αισθήσεις, βιώσαμε τα Ραγκουτσάρια και την φίνα γοητεία της Καστοριάς. Τις πρωινές ώρες ξεκλέβαμε λίγο χρόνο για να επισκεφθούμε το χιονοδρομικό κέντρο του Πισοδερίου που υπεραγαπώ και τις νεραϊδοαγγιγμένες Πρέσπες που κάθε φορά που τις αντικρύζω τα συναισθήματά μου θολώνουν τα μάτια μου. Γι’ αυτές τις βόλτες, όμως, θα τα πούμε μια άλλη φορά. Τώρα, μια και πλησιάζουν οι Απόκριες, θα σας αφήσω με αυτήν την ατμόσφαιρα της χαράς, του ξεφαντώματος, της τρέλας, της παρέας και της ξεγνοιασιάς και θα σας στείλω μια τεράστια αγκαλιά, και τις ευχές μου και να γλεντάμε τη ζωή μας όσο αντέχουμε.
Να είστε όλοι καλά,
σας φιλώ γλυκά,
Άννα.
Φωτογραφία 4: Από ANDIECO – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CCBY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=78699938
Φωτογραφία 2: Από NekF – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CCBY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=78740742
-
Μια Κυριακή στη Γρανάδα


Σήμερα θα σας πάω σε μια Κυριακή. Μια ηλιόλουστη Κυριακή του Ιανουαρίου, κάποια χρόνια πίσω, στην ολόλαμπρη Γρανάδα. Μια Κυριακή στην πόλη αυτή, που αναδύθηκε μέσα από το παραμύθι, μέσα από την Αλάμπρα, μέσα από τις χίλιες και μία νύχτες, έχοντας στις φλέβες της εξωτικό μαυριτανικό αίμα και ισπανικό ταπεραμέντο.
Μια Κυριακή που ο ήλιος βγήκε πριν 4-5 ώρες, και αφού ζέστανε αρκετά αυτήν την ιδιαίτερη γη της Ανδαλουσίας, βγήκαμε κι εμείς ανυποψίαστοι για να πάμε να πάρουμε το πρώτο μας πρωινό στην πόλη. Μπαίνουμε στην Cafetería Rey Fernando, χωρίς να δώσουμε πολύ προσοχή στο τί συμβαίνει στους δρόμους. Τρώμε ήσυχα το πρωινό μας και φεύγουμε ικανοποιημένοι για να πάμε για το πρώτο καφεδάκι της μέρας.

Και, χορτάτοι πια, αφού βγαίνουμε έξω, παρατηρούμε αυτό που δεν προσέξαμε πριν. Κόσμος! Πολύς κόσμος! Καλοντυμένες γυναίκες με τα παιδιά τους αγκαλιά, περιποιημένοι άντρες να συνοδεύουν όλη την οικογένεια, έφηβοι ζωηροί και φασαριόζοι, παππούδες και γιαγιάδες αγκαζέ, με τα καλά τους παλτουδάκια, με διαλεχτά καπέλα και φουλάρια, ζευγαράκια νεότερα χεράκι – χεράκι, άνθρωποι κάθε ηλικίας, έχουν ξεχυθεί στους δρόμους. «Τί συμβαίνει;» αναρωτιόμαστε. «Κάποια εκδήλωση θα γίνεται», καταλήγουμε. Κι εκεί που είχαμε αποφασίσει να περπατήσουμε προς τα πάνω την Calle Reyes Católicos, κατηφορίζουμε, για να ανακαλύψουμε ποια είναι αυτή η ενδιαφέρουσα εκδήλωση που έχει βγάλει όλους τους κατοίκους από τα σπίτια τους.

Η διαδρομή ως το Fuente (σιντριβάνι) de las Batallas δεν μας αποκαλύπτει τίποτα. Συνεχίζουμε ως το Fuente de las Granadas και το υπέροχο πάρκο του με τον πεζόδρομο τον σκεπασμένο από πανέμορφα και πανύψηλα δέντρα, τίποτα κι εκεί, παρά μόνο κόσμος. Χαρούμενοι και γελαστοί άνθρωποι, λαλίστατοι και ζωηροί, όλοι όμορφοι και καλοσυνάτοι. Εντέλει, ρωτάμε μια κοπελίτσα – φοιτήτρια μάλλον – που μιλάει αγγλικά: «Σας παρακαλώ, τί συμβαίνει; πού πηγαίνει όλος αυτός ο κόσμος;» «Τίποτα δεν συμβαίνει. Είναι Κυριακή.», μας απαντάει, και απομακρύνεται με την παρέα της.
Κυριακή με ήλιο στη Γρανάδα! Η Σιέρα Νεβάδα, αυτή η επιβλητική οροσειρά, μας αγναντεύει χιονισμένη από μακριά, αλλά εδώ έχει εγκατασταθεί μια πρόωρη άνοιξη, στην ατμόσφαιρα και στις καρδιές όλων!
Μπαίνοντας κι εμείς στο κλίμα ανάτασης, ανηφορίζουμε μαζί με τη μισή πόλη προς την Plaza Nueva – η άλλη μισή πόλη κατηφορίζει! – και περπατάμε στην Carrera del Darro, αυτόν τον παραμυθένιο πεζόδρομο, αναζητώντας απεγνωσμένα ένα άδειο τραπεζάκι σε κάποιο καφέ. Μάταια! Το περιβάλλον δεν μας αφήνει να χαλαστούμε όμως.
Στα αριστερά μας πέτρινα κτίρια σαν ζωγραφιστά και στα δεξιά μας το ποταμάκι με τα κελαρυστά νερά και τις πράσινες όχθες. Περνάμε το περίφημο Hammam Al Ándalus, χαζεύουμε τα τοξωτά γεφυράκια, και πλησιάζοντας το Μοναστήρι της Santa Catalina de Zafra, ακούμε μουσικές. Κι εκεί, στη μικρή απλωσιά έξω απ’ το Μοναστήρι, τέσσερις άνθρωποι παίζουν μουσική.

Ένα μικρό συγκρότημα, με το καπέλο τους ανάποδα, ήδη γεμάτο με κέρματα, γεμίζει με νότες gipsy-swing και με αυθεντική χαρά την ατμόσφαιρα. Στεκόμαστε όλοι εκεί, δίπλα στο γεφύρι, με τον ήλιο να ζεσταίνει τα κορμιά, με χαρούμενες φωνές να μπλέκονται με τη μουσική και πρόσωπα φωτεινά να τελειοποιούν το πλάνο, και παρακολουθούμε. Κάποια στιγμή, με την έλλειψη της καφεΐνης να με οδηγεί, μπαίνω σπρώχνοντας επίμονα στο διπλανό καφέ, όπου δεν πέφτει καρφίτσα από τον συνωστισμό, να πάρω έναν καφέ πακέτο. Όσο πιέζω τα άγνωστα κορμιά, με πιέζουν κι εκείνα, ποδοπατώ ξένες πατούσες και με ποδοπατούν κι αυτές, ιδρωμένοι κι αναψοκοκκινισμένοι όλοι γύρω μου, πίνουν, συζητούν, χορεύουν και φυσικά, σπρώχνουν! Και ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ! 15 λεπτά μετά, καταφέρνω και ξαναβγαίνω με την έκφραση της νίκης χαραγμένη στο πρόσωπο. Χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες για την ποιότητα του ροφήματος, πίνω μια γουλιά και ευφραίνεται η καρδούλα μου! Ο καφές άψογος, ο αγαπημένος μου δίπλα μου, ο κόσμος χαρούμενα συνωστισμένος, ο κορωνοϊός απέχει αρκετά χρόνια μπροστά, οι μουσικές κεφάτες, ο ήλιος δροσερός και το πλήθος να καπνίζει ομαδικά και νόμιμα … μαριχουάνα ???

Η επόμενη ώρα με βρίσκει να χορεύω με αγνώστους έξω στον δρόμο, να στριφογυρίζω χαρωπά, με τον καλό μου να γελάει μαζί μου και να με φωτογραφίζει και με την απόλυτη ευτυχία να ξεχειλίζει από κάθε πόρο της ύπαρξής μου! Το απόγευμα χαλαρώνουμε αποκαμωμένοι πίνοντας μπυρίτσες στην υπέροχη πλατεία του Fuente del Paseo de los Tristes, με το μεγαλόπρεπο παλάτι της Αλάμπρα από πάνω μας στο λόφο, να μας κοιτάζει και να ζηλεύει την ελευθερία μας!
Αααααααχ, όμορφη που είναι η ζωή!!!
-
Σεβίλλη, Seville, Sevilla!

Όποτε θέλω να μου φτιάξει η διάθεση, πηγαίνω νοερά ένα ταξίδι στην αγαπημένη μου:
Τη Σεβίλλη! Έτσι κι απόψε, θα πετάξω πάνω από την Ελλάδα, την Ιταλία, τις γαλλικές ακτές, θα κλείσω το μάτι στην Βαρκελώνη, θα προσγειωθώ για λίγο στο αεροδρόμιο Μπαράχας της Μαδρίτης, και μισή με μία σκέψη μετά, θα βρίσκομαι σε μία από τις ομορφότερες, τις πιο γοητευτικές και ερωτικές πόλεις που έχω επισκεφθεί.

Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε στη Σεβίλλη, μετά από προτροπή του φίλου Μήτσου, μείναμε 6 μέρες. Κάπου στην τρίτη μας μέρα, αποφασίσαμε πως θα επιστρέφαμε σ’ αυτήν την πόλη του ήλιου και του χαμόγελου, για να τη ζήσουμε σαν ντόπιοι. Έναν χρόνο μετά, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2014, πιστοί στην υπόσχεσή μας, είχαμε νοικιάσει για ένα μήνα το διαμέρισμα της Μαρία-Βικτώρια, μέσω airbnb, και καταφθάναμε για να το παίξουμε βέροι σεβιλλιάνοι! Όόόλε!
Sevilla λοιπόν! Νομίζω ότι μία ζωή δεν φτάνει για να εξερευνήσεις τη Σεβίλλη. Έχω μείνει συνολικά 39 μέρες και ακόμη δεν την έχω χορτάσει. Και αυτή τη στιγμή έχω πελαγώσει. Δεν ξέρω – ως συνήθως – από πού ν’ αρχίσω.
Ok, το αποφάσισα, θα ξεκινήσω με το πρώτο γεύμα της ημέρας. Το πρωινό. Και θα σας πάω στο αγαπημένο μου από την πρώτη κιόλας φορά που επισκέφτηκα την πόλη μέχρι και σήμερα. «PANYPIU». “Pan” στα Ισπανικά σημαίνει ψωμί. Το «Y» είναι το «και» για τους Ισπανούς, και το υπόλοιπο μάλλον σημαίνει «και άλλα» ή “περισσότερα”, δηλαδή, «Ψωμί και άλλα». Και πόσα άλλα έχετε να δοκιμάσετε σε αυτό το καταπληκτικό μέρος! Γλυκά, αλμυρά, κρουασάν, τάρτες, ότι κι αν διαλέξετε θα είναι σίγουρα πολύ ωραίο. Δεν υπάρχει πολύς χώρος για να καθίσει κανείς, όμως επαρκεί για να πάρετε το πρωινό σας, σε ένα μέρος πλημμυρισμένο από μυρωδιές και γεύσεις. Κάτι που έλειπε την τελευταία φορά που πήγα, ήταν φρέσκος χυμός, υπήρχαν όμως χυμοί σε μπουκαλάκια στο ψυγείο. Καφέ μπορείτε να πιείτε αν και εγώ δεν δοκίμασα ποτέ. Με ενδιέφερε περισσότερο το στερεό μέρος του θέματος! Το PANYPIU βρίσκεται στην Calle Cabeza del Rey Don Pedro 15 και τώρα τελευταία έχει ανοίξει και στην Calle Cuna 14, που είναι ακόμη πιο κεντρικά.

Νομίζω ότι πολύ σύντομα θα διαπιστώσετε, ότι οι δρόμοι και τα στενάκια της Σεβίλλης είναι ιδιαίτερα δαιδαλώδη. Αυτό συμβαίνει λόγω του ζεστού κλίματος. Οι Σεβιλλιάνοι έχτιζαν τα κτίρια πολύ κοντά το ένα στο άλλο για να υπάρχει σκιά τους καλοκαιρινούς μήνες. Επίσης, πολλοί δρόμοι έχουν 2-3 ονόματα και αν δεν πάρετε χάρτη της πόλης σίγουρα θα μπερδευτείτε. Αλλά και με τον χάρτη ακόμη, αυτό που πρέπει να προσέχετε είναι η κατεύθυνση. Βρείτε την κατεύθυνση που σας ενδιαφέρει και χωθείτε με θάρρος στα μικρά στενάκια. Οι αποστάσεις είναι πολύ μικρές αν δεν κάνετε κύκλους. Βρείτε στον χάρτη πού βρίσκεστε και πού θέλετε να πάτε, διαλέξτε σημείο του ορίζοντα και βουρ. Κάνοντας ζιγκ ζαγκ μέσα στο υπέροχο χάος των πεζόδρομων, θα καταλήξετε τελικά εκεί που θέλετε. Αλλά ακόμη κι αν χαθείτε, μια χαρά θα περάσετε. Στην Σεβίλλη κάθε δρόμος και κάθε γωνιά έχει ένα τάπας μπαρ ή ένα καφέ. Μπορείτε να κάνετε το διάλειμμα σας, να προσανατολιστείτε, και να συνεχίσετε ακάθεκτοι!
Να σημειώσω ενδεικτικά, ότι για να περπατήσετε από την γωνία Calle Castellar και Feria, έως τον Καθεδρικό στο κέντρο, δεν θα σας πάρει πάνω από 10 λεπτά. Αλλά ακόμη και αν θέλετε να φτάσετε έως την Plaza de España, και πάλι σε 20 λεπτά το πολύ θα έχετε φτάσει. Σε κανένα από τα ταξίδια μου δεν χρειάστηκα ούτε συγκοινωνία ούτε κανενός είδους μεταφορικό μέσο. Δεν υπάρχει πιο εύκολη πόλη για να περπατήσεις από αυτήν. Είναι απολύτως επίπεδη και ειδυλλιακή. Βεβαίως το ποδήλατο είναι ένα μέσο που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε παντού.

Αφού ανέφερα προηγουμένως την Calle Feria, λέω να κατευθυνθούμε προς τα εκεί. Σ’ αυτόν το δρόμο κάθε Πέμπτη, από το πρωί έως τις τέσσερις το απόγευμα, γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα παζάρια της πόλης. Ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, πίνακες ζωγραφικής, έργα τέχνης, δίσκοι βινυλίου, κασέτες, μπιμπελό, χειροποίητα πλακάκια (αθουλέχος =μικρή πέτρα), παιχνίδια, αντίκες και ότι άλλο βάζει ο νους σας, θα το βρείτε εδώ! Κουραστήκατε;;; Αν είστε στη Feria, κι έχετε πίσω σας την Plaza de la Encarnacion, στρίψτε αριστερά στην Calle Peris Mencheta 6, και πιείτε έναν καφέ στο «Quilombo», ή τσιμπήστε κάτι, γλυκό ή αλμυρό. Αν έχετε όρεξη να περιηγηθείτε κι άλλο, συνεχίζοντας αριστερά, θα βγείτε στο πάρκο Alameda de Hercules. Γύρω-γύρω υπάρχουν ένα σωρό μαγαζιά, για να διαλέξετε. Εγώ προτείνω να ανεβείτε λίγο ακόμη, στην αγαπημένη Calle Calatrava, και να δοκιμάσετε το φαγητό και τη ζωντάνια του «Dúo Tapas», Calle Calatrava 10.

Να σας πω ένα μυστικό; Οι γειτονιές γύρω από την Feria, είναι οι καλύτερες γειτονιές της πόλης. Οι πιο αυθεντικές και αντιτουριστικές. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι τουρίστες της Σεβίλλης είναι εσωτερικοί – Ισπανοί τουρίστες. Υπάρχουν πάντα οι Ασιάτες φίλοι μας που τους συναντάει κανείς σε κάθε ταξίδι, αλλά γενικά, δύσκολα θα ακούσετε άλλη γλώσσα, πλην των ισπανικών.
Έτσι λοιπόν, θα σας πάω σε τρία μυστικά μέρη:
1. Το πρώτο είναι το πιο ΤΕΛΕΙΟ, το πιο ΥΠΕΡΟΧΟ, το πιο ΑΠΙΘΑΝΟ μαγαζάκι με τα καλύτερα cookies του πλανήτη!!! Dulce Regina! Βρίσκεται στην Calle Regina 15, έναν πανέμορφο μικρό δρόμο, συνέχεια της Feria προς το κέντρο, και ακόμη και αν δεν σας αρέσουν τα κούκις, αυτά θα σας ξετρελάνουν!!! Εδώ φουρνίζουν μόνο κούκις και κεκάκια, ξεφουρνίζουν, πουλάνε και αυτό είναι όλο. Μπορείτε να πιείτε κι ένα εσπρεσάκι στα όρθια, αλλά οπωσδήποτε, πάρτε cookies πακέτο! Ένα πρόβλημα θα αντιμετωπίσετε μ’ αυτό το μαγαζί: δεν θα ευχαριστηθείτε ποτέ ξανά κούκις από πουθενά αλλού! Αν ανακαλύψετε τη συνταγή, μη με ξεχάσετε… . Πολλά από τα αγαπημένα μου στέκια βρίσκονται στην Calle Regina. Τριγυρίστε, πιείτε καφέ, ψωνίστε πρωτότυπα ρούχα, περπατήστε ως την πλατεία Encarnacion, – που μπορεί να σας φαίνεται από αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Jürgen Mayer, έως τερατούργημα, όμως το σίγουρο είναι ότι η γειτονιά και οι γύρω δρόμοι έχουν πολύ ενδιαφέρον –, χωθείτε στην Jose Gestoso, (αν χρειάζεστε παπούτσια, δερμάτινα και πολύ οικονομικά, μπείτε στο Kela Kika), αγοράστε και λίγα λουλούδια για την καλή σας!

.2 Το δεύτερο μυστικό μέρος, είναι η πλατεία Pl. Fdo. de Herrera, λίγο στ’ αριστερά σας και το Bar Santa Marta, (Pl. Fdo. de Herrera, 2, Casco Antiguo), όπου θα δοκιμάσετε την καλύτερη τορτίγια της Ισπανίας! Αν βρισκόταν στην Ελλάδα, θα το χαρακτηρίζαμε παραδοσιακό καφενείο. Δύο πιάτα αξίζουν εδώ: Tortilla και Revuelto. Και τα δύο είναι ομελέτες. Το πρώτο σαν γεμιστή με κρεμμύδι και πατάτα, σε τριγωνικό κομμάτι, και το δεύτερο σαν χτυπημένη ομελέτα με διάφορα υλικά. Ακούγεται αδιάφορο, αλλά δεν είναι. Είναι και τα δύο τέλεια! Εμπιστευθείτε με και δοκιμάστε. Αν καθίσετε έξω – προσέξτε μην μπερδέψετε τα τραπεζάκια τους με των άλλων μπαρ -, νομίζω έχει σερβιτόρο. Αν καθίσετε στα σταντ μέσα, αν θυμάμαι καλά, είναι σελφ σέρβις. * Γενικά, σε πολλά Tapas Bar δεν υπάρχει σερβιτόρος. Ειδικά αν δεν κάθεστε σε τραπέζι, είναι Self Service. Πηγαίνετε στο μπαρ, παραγγέλνετε, και σε λίγο, σας φωνάζουν και παίρνετε τα πιάτα σας.
3. Το τρίτο μυστικό της γειτονιάς, είναι λίγο πιο πάνω, η Plaza los Maldonados, η πλατεία που τα βράδια σφύζει από ζωή και νεολαία. Αν είστε τυχεροί, αργά το βράδυ, ίσως πετύχετε συντροφιές να τραγουδούν στο δρόμο και να χορεύουν Φλαμένκο!

Flamenco είπα; Πάμε λοιπόν! Κατεβαίνουμε στο κέντρο, σε 7-8 λεπτά με τα πόδια είμαστε εκεί, δυο βήματα από το Real Alcazar, και περπατάμε στην Calle Ximénez de Enciso. Στο νούμερο 28 μπαίνουμε στο La Casa del Flamenco, διαλέγουμε παράσταση, και παρακολουθούμε μία ώρα και κάτι, επαγγελματικό φλαμένκο από τα καλύτερα της Σεβίλλης! Μας το πρότεινε ο Σεβιλλιάνος φίλος μας Joaquin, και το απολαύσαμε και στα δύο ταξίδια μας.
Και μια και ανέφερα τον Joaquin, λέω να σας φανερώσω και το αγαπημένο του στέκι – και εντέλει, και δικό μου. Αυτό είναι το Tapas Bar “Estrella”, Calle Estrella 3. Ακολουθήστε τη γραφική calle Pajaritos, λίγο πιο κάτω από την Plaza Salvador, και θα πέσετε πάνω στο μπαρ. Αν ο καιρός είναι καλός, βγάζει και τραπεζάκια, δεξιά στον πεζόδρομο. Όποια ώρα κι αν το επισκεφθείτε, θα μπορέσετε να τσιμπήσετε, κρύα μεζεδάκια, όταν είναι κλειστή η κουζίνα (εκτός από το χαμόν – jamon iberico -, κάνει και υπέροχες κόκκινες πιπεριές, σαν τουρσί), ή πληθώρα ζεστών πιάτων και tapas*, όταν είναι ανοιχτή. Συνοδέψτε με σανγκρία ή μπυρίτσα ( caña : κάνια ).
*Εδώ, πρέπει να σημειώσω δύο χρήσιμες διευκρινήσεις. «Tapas» για τους Ισπανούς, θεωρείται ο μεζές. Οπότε, στα εστιατόρια και στα μπαρ, θα βρείτε τις κανονικές μερίδες, και τα tapas, που μπορεί να είναι κάθε φαγητό, σε μικρή ποσότητα. Επίσης, όσον αφορά τις μπύρες, έχετε τρεις βασικές επιλογές: Α.: Una botella de cerveza, δηλαδή μπύρα σε μπουκάλι, Β.: Una caña, δηλαδή μια μικρή μπυρίτσα που συνήθως κοστίζει 1€, και Γ.: Una pinta, δηλαδή, ένα κανονικό ποτήρι μπύρας σε αξιοπρεπές – για τα Ελληνικά δεδομένα – μέγεθος.

Είμαστε, λοιπόν στο Bar Estrella, και αφού είμαστε στο κέντρο, πάμε μια βόλτα στην αγαπημένη μου πλατεία; Είναι τόση δα μικρή, έχει κάτι το ρομαντικό – ίσως επειδή όταν την πρωτοανακάλυψα, ήταν απόγευμα κι ο ουρανός ήταν κόκκινος –, και βρίσκεται 7 λεπτά από δω που βρισκόμαστε τώρα. Ας βγούμε, λοιπόν, από το μπαρ, κι ας στρίψουμε αριστερά στην Calle Bamberg. Έπειτα κάνουμε ένα μικρό ζιγκ ζαγκ – και προχωρώντας στην Calle Rodrigo Caro, στρίβουμε ελαφρώς δεξιά και voila: Plaza de Doña Elvira. Φτάσαμε! Πώς σας φαίνεται; Δεν είναι σαν ζωγραφιά;
Πολύ ρομαντική έγινα ε; Εντάξει, μου συμβαίνει καμιά φορά! Θα ξαναγίνω ο εαυτός μου, και θα σας γυρίσω λίγο πίσω. Στην διαδρομή μας γι’ αυτήν την όμορφη πλατειούλα, περάσαμε από το πιο οικονομικό και ταυτόχρονα νόστιμο Τάπας μπαρ του κέντρου. Βρίσκεται στο νούμερο 2 της Calle Rodrigo Caro, και λέγεται: «Bodega Santa Cruz Las Columnas». Εδώ θα βρείτε έναν γευστικό παράδεισο για κάθε τσέπη! Στο μενού, στους δύο μαυροπίνακες, θα δείτε στον έναν τα μικρά σάντουιτς – montaditos -, και στον άλλον τα πιάτα. Δοκιμάστε απ’ όλα!
Με τόσο φαγητό, νομίζω ότι πρέπει να περπατήσουμε και λίγο. Ελάτε, πάμε μια βόλτα για ψώνια. Από τους πιο εμπορικούς δρόμους, είναι οι: Calle de la Cuna, που ξεκινάει από την πλατεία Salvador, Calle Sierpes και Calle Velazquez Tetuan που ξεκινάει από την κεντρική Plaza Nueva. Είναι ας πούμε παράλληλες μεταξύ τους και μπαίνοντας και στα ενδιάμεσα στενά, θα βρείτε ότι λαχταράτε.

Η Σεβίλλη έχει ατελείωτες πλατείες, πάρκα, κήπους, αγορές, αξιοθέατα παλάτια, τον μεγαλύτερο γοτθικό καθεδρικό ναό στο κόσμο, παραστάσεις χορού, συμφωνική ορχήστρα, τον Γουαδαλκιβίρ με το πάρκο του, το Cesped Recreativo, όπου μπορείτε να περπατήσετε παράλληλα με το ποτάμι, ή να αράξετε σε κάποιο παγκάκι και να διαβάσετε το βιβλίο σας, γεμίζοντας με βιταμίνη D το κορμάκι σας, και σίγουρα την φιλοξενία και την ζωντάνια των κατοίκων της. Στη Σεβίλλη, οι άνθρωποι συναντιούνται στο δρόμο και εκφράζουν μεγαλόφωνα τον ενθουσιασμό τους, αγκαλιάζονται σφιχτά, και κάθε μεσημέρι γύρω στις δύο, όταν σχολάνε από τις δουλειές τους, ή στο διάλειμμά τους, στέκονται έξω από τα μπαράκια και τις μικρές Bodegas, και πίνουν μια-δυο μπύρες με τους φίλους τους. Γι’ αυτό και κάθε μεσημέρι, οι πλατείες και οι δρόμοι γεμίζουν κόσμο και ζωντάνια. Θα μπορούσα να γράφω ασταμάτητα, όμως θα ήταν κουραστικό. Έτσι, σας παρουσίασα τα πιο αγαπημένα μου μέρη – σκοπίμως άφησα απέξω τις ταυρομαχίες -, και θα κλείσω με την παλιά παραδοσιακή συνοικία της άλλης πλευράς του ποταμού. Την Τριάνα.

Η τελευταία μας βόλτα θα είναι εκεί. Θα περάσουμε την γέφυρα της Ισαβέλλας – λέγεται και γέφυρα της Τριάνα -, και θα κάνουμε αριστερά στην παραποτάμια Calle del Betis. Θα σεργιανίσουμε κάθετα και παράλληλα σ’ αυτήν, θα δούμε τα παλιά σπίτια με τις αυλές και τα σιντριβάνια, θα ανάψουμε ίσως ένα κεράκι στην γραφική Αγία Άννα και θα καταλήξουμε στην πλατεία της Κούβας και στην γέφυρα de San Telmo για να ξαναπεράσουμε απέναντι. Αν σας άρεσε, θα πάμε πάλι το βράδυ, για την στερνή λιχουδιά του ταξιδιού.

“ Freiduria Reina Victoria”! Τι θέλετε; Ψαράκι τηγανητό, μπακαλιαροφιλετάκια πικάντικα, γαρίδες, καλαμάρια, αυγά ψαριού; Όλα θα τα απολαύσετε εδώ. Θα διαλέξετε, θα τα πάρετε σε χάρτινο χωνάκι στο χέρι, και θα τα τραγανίσετε περπατώντας πάνω στο ποτάμι! Μην παραλείψετε να πάρετε Chipirones (τσιπιρόνες = μικρές σουπιές, σαν καλαμαράκι γόνος, αλλά χίλιες φορές πιο νόστιμο!) Εγώ ξετρελάθηκα! Αυτό το υπέροχο τηγανιστήριο – δική μου η λέξη! – εδρεύει στην Calle Rodrigo de Triana 51 και Victoria.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Προτείνω να μην φάτε ποτέ στην αλυσίδα 100 Montaditos! Είναι φτηνά, αλλά εμείς φάγαμε άθλια!
Και κάπου εδώ θα σταματήσω για σήμερα. Δεν χωράνε όλα σε ένα άρθρο. Θα αφήσω για μία από τις επόμενες βόλτες μας στην αγαπημένη μου πόλη, τα μαγικά Χριστούγεννα που μπορείτε να περάσετε εκεί, μία ξεκαρδιστική και βιβλική συνάμα περιπέτειά μου, άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες, καθώς και την βόλτα στις πανέμορφες Αγορές τροφίμων.
Ως τότε, σας φιλώ γλυκά. Καλό σας ταξίδι, να περάσετε τέλεια, και εις άλλα με υγεία,
a.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Σεβίλλη καλό είναι να πάτε χειμώνα. Το καλοκαίρι η θερμοκρασία αγγίζει τους 50 βαθμούς Κελσίου! Αν επιλέξετε να ταξιδέψετε Ιανουάριο, θα απολαύσετε τους 20 βαθμούς Κελσίου, θα χαρείτε τη ζεστή ατμόσφαιρα, τις βόλτες δίπλα στο ποτάμι, τις αμέτρητες πανέμορφες πλατείες.
-
Η περιπέτεια της Περούτζια.

Κάθε ταξίδι, είναι μια περιπέτεια και μια έκπληξη. Ακόμα και αν όλα κυλήσουν ομαλά, όπως τα έχεις σχεδιάσει ή ονειρευτεί, σίγουρα η πραγματικότητα θα σε εκπλήξει και θα σε βγάλει από το ονειρικό σενάριο που έχεις πλάσει, συνήθως με ευχάριστο τρόπο. Ή, ίσως, και όχι…
Το θετικό είναι, πως αφού επιστρέψεις από κάθε ταξίδι, οι αναμνήσεις σου, απαλλαγμένες από κάθε κούραση ή ταλαιπωρία, είναι πάντα όμορφες!
Κάπως έτσι έγινε και με το ταξίδι μας στην πανέμορφη, μεσαιωνική και εντυπωσιακή Περούτζια. Ξεκινήσαμε με τον Παναγιώτη, μία ωραία πρωία στο τέλος Φεβρουαρίου του 2018 για να πάρουμε την πτήση μας για Ρώμη. Από εκεί, είχαμε βγάλει εισιτήριο πρώτης θέσης παρακαλώ – το αναφέρω γιατί έχει σημασία για τη συνέχεια – για το τρένο που θα μας πήγαινε από το αεροδρόμιο Fiumicino της Ρώμης, στο κέντρο της πόλης, στο Roma Termini, για να πάρουμε εντέλει το τρένο της Trenitalia (Regionale) για Περούτζια. Και αυτά τα εισιτήρια τα είχαμε κλείσει και υπήρχαν ηλεκτρονικά στα κινητά μας. Η πτήση Αθήνα-Ρώμη, κανονικά θα διαρκούσε δύο ωρίτσες. Μετά είχαμε λίγες ώρες κενό, μέχρι την αναχώρηση του τρένου. Μπαίνοντας στο αεροπλάνο, και ενώ ήμασταν σχεδόν έτοιμοι για απογείωση, μας ενημερώνει ο πιλότος, ότι στην Ρώμη έχει χιονίσει τόσο πολύ, που έχει δημιουργήσει πρόβλημα στο αεροδρόμιο, οπότε θα καθυστερούσε η απογείωσή μας, μέχρι να πάρουμε το “οκ” από τη Ρώμη. Για να μην τα πολυλογώ, φύγαμε μετά από μία ώρα, φτάσαμε στη Ρώμη και περιμέναμε άλλη μία ώρα μέσα στο αεροπλάνο πριν αποβιβαστούμε. Σύνολο, τέσσερις ώρες!

Πατάμε εντέλει σε ιταλικό έδαφος με το άγχος μας να απογειώνεται, γιατί μας έμενε μία ωρίτσα πριν την αναχώρηση του τρένου μας. Περιμένουμε τις αποσκευές μας γύρω στα 40 εφιαλτικά λεπτά, ενώ δεν υπήρχε κανένας υπάλληλος του αεροδρομίου που να μιλάει αγγλικά και να μπορεί να βοηθήσει. Επικρατούσε παντού ένα χάος! Και, Ω του θαύματος, έρχονται οι βαλίτσες και τρέχουμε πανικόβλητοι να πάρουμε το πρώτο τρένο για το κέντρο της Ρώμης και τον κεντρικό σταθμό, απ’ όπου έφευγε το άλλο για Περούτζια.
Φτάνουμε στην αποβάθρα, και τρώμε δύο χαστούκια: ένα από το πολικό κρύο και ένα από τον κόσμο, τη βαβούρα, την ανοργανωσιά και την παντελή απουσία … τρένου! Είχαν ακυρωθεί, λόγω χιονιού, όλα τα δρομολόγια! ( Περιττό να πω, ότι το Fiumicino από τη Ρώμη απέχει 30 χιλιόμετρα, δηλαδή, το τρένο, αυτό της πρώτης θέσης που είχαμε πληρώσει εμείς, το γρήγορο, ήθελε μισή ώρα για να φτάσει.) Ανεβαίνουμε σκάλες, κατεβαίνουμε σκάλες, τρέχουμε, ρωτάμε, φωνάζουμε, παρακαλάμε. Τίποτα! Μετά από καμιά ώρα ταλαιπωρίας, έρχεται ένα τρένο, παλιό και κακορίζικο! Μπαίνουμε μέσα, τριπλάσια άτομα απ’ όσα κανονικά θα χωρούσε, αγκαλιά με τα μπαγκάζια μας και με κάτι Γάλλους που πρέπει να είχαν κάνα δυο βδομάδες να κάνουν μπάνιο. Ευωδία! Ελεγκτής πουθενά. Ρωτούσε ο ένας τον άλλον για να σιγουρευτούμε ότι πηγαίνουμε στον κεντρικό σταθμό της Ρώμης.
Γύρω στα 45 λεπτά μετά, φτάνουμε στο Roma Termini, για να αντικρύσουμε 5.000 άτομα, σαν σε διαδήλωση, στις αποβάθρες να περιμένουν ο καθένας το τρένο του. Στα γκισέ των πληροφοριών το αδιαχώρητο! Οι σεκιουριτάδες σου απαντούσαν “no info”, αγγλικά δεν μιλούσε κανείς! Με τα πολλά, ανακαλύπτουμε ότι το τρένο για Περούτζια θα φύγει από την Πύλη Α, εφόσον καταφέρει να έρθει πρώτα! Σίγουροι ότι έχουμε γύρω στις 2 ώρες χρόνο, όπως έδειχναν και οι οθόνες με τις αφίξεις, και για να αποφύγουμε τα κρυοπαγήματα, (φανταστείτε ότι χτυπούσαμε τα πόδια μας στο πάτωμα για να ξεμουδιάσουν και να κυκλοφορήσει το αίμα! ), μπαίνουμε σε ένα από τα εστιατόρια του σταθμού για να ζεσταθούμε, να φάμε κάτι και να χρησιμοποιήσουμε τις τουαλέτες! Αφού τα έχουμε καταφέρει κατά το ήμισυ, και έχουμε δοκιμάσει τις πρώτες δύο μπουκιές από ένα ζεστό και πεντανόστιμο κριθαρότο με θαλασσινά, κάτι πιάνει το αυτί μου από τα μεγάφωνα. Σηκώνομαι, αφήνω τον Παναγιώτη με τρείς βαλίτσες και ένα σακίδιο πλάτης και πάω να δω τους ηλεκτρονικούς πίνακες ανακοινώσεων. Καθώς φτάνω, ακούω τα μεγάφωνα στις αποβάθρες να λένε κάτι στα ιταλικά για Περούτζια. Μπαίνω στην αποβάθρα απελπισμένη, όπου περιμένουν 2.000 νοματαίοι, σηκώνω τα χέρια μου ψηλά και φωνάζω: «does anyone speak English???» Επιτέλους, με πλησιάζει ένας κύριος και τον ρωτάω στα αγγλικά αν κατάλαβε τι έλεγε το ηχείο. «Είπε ότι το τρένο για Περούτζια αναχωρεί από την αποβάθρα 1» « What??? » του απαντώ, και φωνάζοντας ένα ξερό ευχαριστώ έχω αρχίσει ήδη να τρέχω προς την αποβάθρα ένα! Φτάνω κάθιδρη ( ζεστάθηκα τελικά, είδατε; ) στο βαγόνι του μηχανοδηγού, που δεν μιλάει αγγλικά (!), και με τη γλώσσα του σώματος μου εξηγεί πως φεύγει σε 5 λεπτά κι εγώ του ζητώ, με χειρονομίες και ιταλοαγγλοελληνικά να περιμένει τον άντρα μου! Και κάπου εκεί ξεκινάει ένας ξέφρενος αγώνας δρόμου: εγώ προς τα έξω κι ο Παναγιώτης προς τα μέσα, εγώ με το κινητό στο αυτί να του εξηγώ πού να έρθει, κι εκείνος με το κινητό στο αυτί, με τις βαλίτσες στην πλάτη και το σακίδιο κολάρο να προσπαθεί να περάσει τις πύλες και τους σεκιούριτι που είχαν χάσει μαζί με την μπάλα, και κάθε ίχνος ψυχραιμίας – παρά το κρύο!
Και κάπως έτσι, (αφού βιώσαμε τη χειρότερη χιονόπτωση της Ρώμης των τελευταίων ετών), μετά κόπων και βασάνων, κατορθώσαμε και φτάσαμε στον τελικό μας προορισμό, με 4 ώρες καθυστέρηση, βράδυ στην Περούτζια, όπου είχε να χιονίσει 10 χρόνια, όπου όλα ήταν άσπρα, περαστικός πουθενά, ταξί ούτε για πλάκα, τα εστιατόρια και τα καφέ όλα κλειστά! Το χιόνι ένεκα! Εξαντλημένοι, ξεπαγιασμένοι και θεονήστικοι! Ευτυχώς, μας περίμενε ένα εκπληκτικά ζεστό, καθαρό και όμορφο σπίτι – μέσω airbnb -, και ένας γλυκός φοιτητής μας βοήθησε και βρήκαμε ένα τουριστικό ταβερνάκι που ήταν ανοιχτό, και πήραμε δυνάμεις για να απολαύσουμε από την επόμενη μέρα την πιο χιονισμένη Περούτζια των τελευταίων δεκαετιών! Ο ήλιος βγήκε ξανά, στις 9 Μαρτίου, την ημέρα … που φεύγαμε!!!
Παρόλα αυτά, αυτό ήταν ένα από τα αγαπημένα μας ταξίδια, λατρέψαμε την πόλη, την περπατήσαμε, την γνωρίσαμε, την γευτήκαμε, και τώρα σας μεταφέρω λίγες χρήσιμες πληροφορίες για το δικό σας ταξίδι.

Περούτζια λοιπόν. Η πόλη της σοκολάτας, της τρούφας, των καλλιτεχνών και των φοιτητών. Η πόλη στην οποία ερωτεύτηκαν ο Αντώνης και η Χριστίνα του Ντόλτσε Βίτα! Μην αμελήσετε να αγοράσετε έναν χάρτη της πόλης – Pianta della citta -, γιατί κινδυνεύετε να χαθείτε στα στενά σοκάκια της.
Το κεντρικό σημείο της πόλης είναι η Πλατεία 4 Novembre, απ’ όπου ξεκινάει η Corso Vannucci, ο μεγαλύτερος πεζόδρομος της Περούτζια. Εδώ θα βρείτε εμπορικά για κάθε τσέπη, σουβενιράδικα, σοκολατερί και φυσικά τζελατερί. Περπατώντας ως την άκρη της, αφήνοντας πίσω σας την Πλατεία 4ης Νοεμβρίου, θα καταλήξετε στην Piazza Italia και τους κήπους Καρντούτσι, όπου μπορείτε να λιαστείτε, να ρεμβάσετε τη θέα από ψηλά, ή να πάρετε τις κυλιόμενες σκάλες, – πριν βγείτε στο παρκάκι, στο αριστερό σας χέρι, – και να κατεβείτε στην Rocca Paolina. Η Περούτζια έχει σε πολλά σημεία Κυλιόμενες Σκάλες, οι οποίες είναι δωρεάν και δουλεύουν από τις 07:00 το πρωί ως τη 01:00 το βράδυ.
Προσοχή : Μετά τις έντεκα το βράδυ, και μεταξύ μιάμιση και πεντέμισι το απόγευμα, πολύ λίγα είναι τα μέρη που θα συναντήσετε ανοιχτά. Και σίγουρα είναι δύσκολο έως αδύνατο να δειπνήσετε μετά τις έντεκα!!! Οπότε, το νου σας στο ρολόι.
Τρία μέρη που μένουν ανοιχτά το μεσημέρι, και έχουν ωραίο καφέ και λιχουδιές, είναι:
-το «Turan Café», Piazza 4 Novembre 35, συμπαθητικός espresso και νοστιμότατες τάρτες, και φυσικά σοκολάτες και σοκολατάκια για κάθε γούστο. Νομίζω ότι μένει ανοιχτό ως τα μεσάνυχτα.
-το αγαπημένο μου «Pinturicchio Café+Kitchen», βρίσκεται στη ViaPinturicchio 26, 6 με 12 λεπτά με τα πόδια από την Πλατεία της 4ης Νοέμβρη, και έχει ωραιότατο καφέ, ωραίο κόσμο, ατμόσφαιρα και φιλική εξυπηρέτηση, τέλειο Κέικ Καρότου, και διάφορες λιχουδιές, γλυκές και αλμυρές, μέχρι τη 01:30 μετά τα μεσάνυχτα – οπότε, αν κανένα βράδυ, περάσει η ώρα και έχετε μείνει νηστικοί, πεταχτείτε στο Pinturicchio και δεν θα χάσετε. Πολλά βράδια κάνει και Lives!
-το «Il Bistrot», Via Sant’ Andrea 32, Piazza G. Matteotti, είναι επίσης ανοιχτό όλη μέρα. Θα σας φανεί τουριστικό, αλλά είναι πεντακάθαρο – οι τουαλέτες πάντα λάμπουν -, και κάνει το πιο υπέροχο Nocciolato που έχω δοκιμάσει! Αν σας αρέσει η πραλίνα φουντουκιού, δοκιμάστε το. Φάτε με το κουταλάκι την περισσότερη σαντιγί, γιατί αν την ανακατέψετε με τον καφέ, αφενός δεν χωράει στο φλιτζάνι, αφετέρου θα σας τον κρυώσει. Βάλτε όση ζάχαρη επιθυμείτε και απολαύστε τον!!!
*Για να πάτε από το κέντρο στην οδό Pinturicchio, προτείνω δύο διαδρομές: τη σύντομη των 6 λεπτών από το corso Vannucci, μέσω της via Bartolo,
και την μεγαλύτερη που αξίζει τα 12 λεπτά περπάτημα μέσω της Piazza Piccinino, ( μην παραλείψετε να σημειώσετε την Πιτσαρία «Mediterranea», Piazza Piccinino 11, για να την επισκεφθείτε οπωσδήποτε ), και περνώντας μία από τις υπέροχες πύλες της Περούτζια, την Arco dei Gigli.
Κι αφού τελειώσει η επίσκεψή σας στο Pinturicchio (Πιντουρίκιο), συνεχίστε αυτή την όμορφη βόλτα πηγαίνοντας προς την Piazza Braccio Fortebraccio και ανεβαίνοντας την Via Cesare Batisti. Η θέα έξω απ’ τα τείχη της πόλης θα φωτίσει τη μέρα σας! Λίγο πριν το τέλος της οδού, θα βρεθείτε ακριβώς από πάνω από την πολυφωτογραφημένη Αππία οδό ( Via Appia ) και το ρωμαϊκό υδραγωγείο. Μην παραλείψετε να περπατήσετε από την μια μεριά της πόλης στην άλλη, μέσω της Via dell’ Acquedotto, αυτού του γραφικού πεζόδρομου! Πανέμορφη και πολύ ρομαντική περατζάδα!

Λίγα βήματα ακόμη και θα βρεθείτε στα φοιτητικά στέκια: Piazza Cavallotti και λίγο στα αριστερά σας, Piazza F. Morlacchi. Εδώ, μια στάση αξίζει, στο καλύτερο σαντουιτσάδικο της πόλης: “la Bottega” di Perugia. Από τα TRADIZIONALI PANINI, επέλεξα το GNORANTE, και ήταν πολύ νόστιμο και χορταστικό. Ζητήστε να σας προτείνει ο ίδιος τα καλύτερά του, και δοκιμάστε τα εκεί ή πάρτε τα «πακέτο». Για να επιστρέψετε στο κέντρο, πηγαίνετε προς την Via Francolina και στρίψτε αριστερά στην Via Dei Priori. Όμορφος δρόμος, με καλά μαγαζιά και νυχτερινά στέκια. Αν την ανέβετε όλη, σας οδηγεί πίσω από το Palazzo Dei Priori και την Piazza 4 Novembre απ’ όπου ξεκινήσατε. Αν θέλετε να αποφύγετε την πολλή ανηφόρα (αστειάκι, δεν την αποφεύγετε σχεδόν ποτέ, στην Περούτζια είμαστε!), προχωρήστε αριστερά και πάνω απ’ τη μεριά της Bottega στη Via Maestà delle Volte. Πανέμορφο σοκάκι που σας βγάζει κατευθείαν στην πλατεία 4ης Νοεμβρίου.
Η Περούτζια, είναι ιδανική για βόλτες στα στενοσόκακα και τις πλατείες, και μετά τις πρώτες 2-3 μέρες που θα προσανατολιστείτε, χαθείτε μέσα σ’ αυτά και απολαύστε το! Πάντα θα ξεφυτρώνει μπροστά σας κάτι όμορφο, ένα πλάνο για φωτογραφία ή μια επιλογή για ψώνια ή για να ευφρανθεί ο ουρανίσκος σας.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή, ξεκινάει από την Via Sant’Ercolano. Κατηφορίστε τα σκαλοπάτια και χαζέψτε τα μαγαζάκια λογής λογής, με την Μεσαιωνική αύρα, σύγχρονα και παλιά μαζί. Θα καταλήξετε στην όμορφη Corso Cavour, που αξίζει να την περπατήσετε, και να φτάσετε στην Borgo Venti ( XX ) Giugno, που μέχρι την Porta S. Costanzo, είναι γεμάτη πιτσαρίες, παμπ, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια. Επίσης, αυτό είναι ένα από τα λίγα σημεία της πόλης που δεν θα ανηφορίσετε, ούτε θα κατηφορίσετε. Απόλυτη ισιάδα!
Κάτω από το ναό του Αγ. Πέτρου, στα παγκάκια, μπορείτε να θαυμάσετε ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα! Και μετά, γύρω στις επτάμιση το απόγευμα, είναι η κατάλληλη ώρα για να καταλήξετε στο “L’ Officina”, Borgo XX Giugno 56, για Απεριτίβο! Δηλαδή, κάθεστε, παραγγέλνετε κρασάκι της επιλογής σας και σας φέρνουν 12 διαφορετικά μεζεδάκια ανά άτομο, ως συνοδευτικό για το κρασί σας. Πληρώνετε, φυσικά, μόνο το κρασί, 4-6€/ποτήρι συνήθως. Αυτό, βέβαια, νομίζω ότι ισχύει μέχρι τις εννιά το βράδυ. Αν θέλετε να δειπνήσετε κανονικά, υπάρχει πίσω αίθουσα, πολύ καλόγουστη, με πάρα πολύ ωραίο φαγητό! Ο ιδιοκτήτης είναι Έλληνας, ο Γιάννης, που ζει στην Περούτζια 30 χρόνια. Ζητείστε τις προτάσεις του και μην παραλείψετε να πάρετε σαλάτα και γλυκό! Μιαμ μιαμ!

Ξέρω, είμαι πολυλογού! Θα σας πάω, λοιπόν, δύο τελευταίες αξιοσημείωτες βόλτες και θα βάλω τελεία.
Η πρώτη βόλτα είναι στην διάσημη στους καλλιτέχνες, Via della Viola, τον λεγόμενο «Δρόμο της Τέχνης» της Περούτζια. Ξεκινώντας από την Piazza G. Matteotti, κατηφορίζουμε την Via Galeazzo Alessi, αλλά μένουμε αριστερά στην Via Cartolari, και εδώ είμαστε: Μαγαζάκια κουκλιά, αυθεντικά έργα τέχνης στον δρόμο παντού, λες και είναι στολισμένα στον τοίχο του σπιτιού μας, νεαρόκοσμος να πηγαινοέρχεται, να κάνει πηγαδάκια συζητήσεων, να πίνει κρασί. Όπου κι αν μπείτε να τσιμπήσετε δεν θα απογοητευτείτε. Tο δικό μας στέκι, ήταν το Civico 25, επιλεγμένο για την ζεστασιά του, την φιλική ατμόσφαιρα και την προσεγμένη κουζίνα.
Η τελευταία στάση αυτής της ξενάγησης, θα είναι το “Frittole Vineria”. Βρίσκεται στην Via G. Alessi 32, εκεί απ’ όπου περάσαμε λίγο πριν, και είναι από τις καλύτερες βινιερίες της πόλης. Εδώ αγοράζετε κρασί ή το πίνετε εντός, συνοδευόμενο από νοστιμότατα μεζεδάκια. Ο φίλος που το έχει, πουλάει διάφορα προϊόντα που φτιάχνει μόνος του, και φανταστικά κρασιά που σας τα προτείνει ανάλογα με το γούστο σας. Αξίζει μια στάση για ένα απεριτίφ πριν το δείπνο – τελικά μπορεί να ακυρώσετε το δείπνο και να περάσετε εδώ το βράδυ σας!
Αυτό ήταν για σήμερα. Σε επόμενη βόλτα μας στην περιοχή της Ούμπρια, θα πούμε κι άλλα. Μέχρι τότε, σας φιλώ γλυκά, Άννα.
*ΜΕΤΑΒΑΣΗ:
Για να πάτε Περούτζια, πετάτε αεροπορικώς για Ρώμη, παίρνετε το τρένο από το Αεροδρόμιο Fiumicino ή ένα από τα πούλμαν έξω απ’ το αεροδρόμιο (είναι πιο φθηνά απ’ το τρένο αλλά η διαδρομή διαρκεί γύρω στη μία ώρα), κατευθύνεστε στο RomaTermini, και από εκεί, πηγαίνετε στα τρένα της Trenitalia (regionale = επαρχιακά, περιφερειακά ), στην αποβάθρα 1 ή στη 2 – ανάλογα με το ωράριο αναχώρησης του τρένου. Το ταξίδι με το τρένο διαρκεί περίπου δυόμιση με τρεις ώρες. Στο τρένο δεν υπάρχει καντίνα, οπότε προμηθευτείτε από πριν τα νεράκια σας και κανένα σνακ. (Στο RomaTermini εκτός σταθμού υπάρχουν φαγάδικα και σουπερμάρκετ με σχετικά φυσιολογικές τιμές). Φυσικά, υπάρχει τουαλέτα σε κάθε βαγόνι. Αφού φτάσετε Περούτζια, παίρνετε το πανέμορφο σαν μουσειακό κομμάτι, Minimetro, τόσο mini, όσο δεν φαντάζεστε, και πάτε στο τέρμα, στο κέντρο της πόλης. Στάση: Pincetto. Από κει και πέρα, απλώς περπατάτε… . Αν φτάσετε μετά τις 9 το βράδυ που το Minimetro είναι κλειστό, μπορείτε να πάρετε ένα από τα λεωφορεία που τερματίζουν στο κέντρο και περνούν ακριβώς έξω απ’ το σταθμό του τρένου. (Γραμμές R και TS).

-
Βελιγράδι, Belgrade, Beograd

Καλώς ορίσατε στο μικρό Παρίσι των Βαλκανίων!

Το Βελιγράδι είναι μία πανέμορφη και πολύ ζωντανή πόλη. Παντού μαγαζάκια, νεαρόκοσμος, περιποιημένα και κατάφυτα πάρκα γεμάτα ανθρώπους κάθε ηλικίας, που συζητούν, κολατσίζουν, πίνουν το καφεδάκι ή την μπύρα τους. Κοιτάς από τη μία πλευρά και βλέπεις κίνηση και αυτοκίνητα, και γυρνάς από την άλλη και βλέπεις ένα άγριο δάσος! Πλατάνια, βελανιδιές, έλατα, καστανιές, και όλα αυτά τα επιβλητικά δέντρα που απολαμβάνεις σε μία βόλτα σου στο βουνό.
Από τα πιο ωραία στοιχεία αυτής της πόλης, είναι σίγουρα οι άνθρωποι που την κατοικούν. Τόσο χαμογελαστοί, εξυπηρετικοί, και φιλικοί, που αισθάνεσαι ότι είσαι φιλοξενούμενος τους. Και όχι μόνο αυτό, σε αγαπούν κι από πάνω! Μπορεί εσύ να μην ξέρεις ούτε μία λέξη Σέρβικη, όμως εκείνοι θα σου πουν ένα αστείο, θα γελάσουν, και θα συνεχίσουν χαρούμενοι το δρόμο τους! Και παρότι δεν έχεις καταλάβει τίποτα, συνεχίζεις κι εσύ χαρούμενος, γιατί σου έχουν μεταφέρει τη θετική τους διάθεση!

Δεν ξέρω λοιπόν, από πού να αρχίσω γι’ αυτή την πόλη – έκπληξη…
Το βρήκα! Θα ξεκινήσω ανάποδα. Αντί να σας πάω στο κέντρο της πόλης, θα σας βγάλω λίγο πιο έξω: στις όχθες του Δούναβη και στο Zemun. Γιατί σίγουρα ο Δούναβης είναι το νούμερο ένα στολίδι του Βελιγραδίου. Ντυθείτε ζεστά και φύγαμε.
Το Zemun, είναι η παλιά συνοικία. Είναι μικρό, χτισμένο πάνω στην όχθη του ποταμού, με ομοιόμορφη αρχιτεκτονική, μαγαζάκια, δρομάκια και μια κεντρική αγορά τροφίμων
( Zemunska pijaca ). Περιπλανηθείτε στα σοκάκια, στην κεντρική Gospodska, την Zmaj Jovina – εκεί, στο νούμερο 8,θα βρείτε έναν μικρούλη, παλιό οικογενειακό φούρνο, τον “Vanilica”, που κάνει κάτι νοστιμότατα κουλουράκια σε διάφορες γεύσεις, και λιχουδιές με ζύμες που, εμένα προσωπικά, πολύ μου αρέσουν – , πιείτε ένα καφεδάκι στο “Корак испред” που προφέρεται Korak Ispred (Gospodska 17) και μετά κατεβείτε παραλιακά, στρίψτε αριστερά και ανεβείτε στον πύργο, τον Gardoš Tower, για να δείτε την συνοικία και τη θέα από ψηλά.

Να σημειώσω, ότι ο παραλιακός δρόμος, ή μάλλον η όχθη του Δούναβη, από το Zemun έως το κέντρο του Βελιγραδίου, ονομάζεται Kej Oslobodenja. Έτσι, καμιά φορά δημιουργούνται παρεξηγήσεις με τις διευθύνσεις που μπορεί να βρείτε στο διαδίκτυο.
Ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης βρίσκεται στο Ζεμούν, το “Saran”! Φαίνεται κυριλέ και ακριβό, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα, και πιστέψτε με, αξίζει κάθε ευρώ σας. (Το «s» στο κυριλλικό αλφάβητο μοιάζει με «W»). Βρίσκεται στην όχθη του Δούναβη, Kej Oslobodenja 53. Εκεί φάγαμε φανταστικό σπαγγέτι με καραβίδες ( prawns ) και ντομάτα και τέλειο ριζότο με καραβίδες πάλι, – ή μήπως γαρίδες; δεν καλοθυμάμαι – αλλά λευκό, χωρίς ντομάτα! Έχω δοκιμάσει ένα εκατομμύριο (στο περίπου…!) σπαγγέτι με γαρίδες ή καραβίδες, σε ένα εκατομμύριο – στο περίπου είπαμε -, εστιατόρια, και έχω μαγειρέψει και η ίδια πολλές παραλλαγές. Αυτά που έφαγα εδώ, ήταν τα δεύτερα καλύτερα! ( Για το Νούμερο Ένα σπαγγέτι με θαλασσινά, πρέπει να σας πάω στην Ιταλία, σε μια μικρή πόλη στις ακτές της Αδριατικής.) Μην παραλείψετε να πιείτε Pinot Blanc από τη Σερβία. Ονειρεμένο, ακόμη και για μένα που δεν συμπαθώ τα λευκά κρασιά!
Σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να σας πω ότι η Σερβία έχει φανταστικά κρασιά! Μπορεί να μην είναι γνωστό αυτό, – και εμένα αν με ρωτούσαν «ποια χώρα της Ευρώπης έχει τα ωραιότερα κρασιά;», πιθανόν θα απαντούσα, η Ιταλία και η Γαλλία. Και όμως! Στη Σερβία ήπια τόσο εκλεκτό κρασί, όσο δεν έχω πιει πουθενά αλλού ( εκτός ίσως από το ωραιότερο Pinot Noir της ζωής μου, στη Νέα Υόρκη ) σε τιμές αξιολάτρευτες! Φανταστικά ντόπια Pinot Blanc, Chardonnay, Sauvignon Blanc, αλλά και κόκκινα που δεν θυμάμαι ποικιλίες. Ενθουσιάστηκα με τα λευκά, γιατί όπως προείπα, δεν τα συμπαθούσα, και η έκπληξή μου ήταν τεράστια! Περιγράψτε στον σερβιτόρο το γούστο σας – μιλάνε σχεδόν παντού αγγλικά – και θα σας βοηθήσει σίγουρα.

Τελειώνοντας με το Ζεμούν, να σας πω πώς θα πάτε ως εκεί, αν μένετε στο κέντρο του Βελιγραδίου, δηλαδή στο παλιό Βελιγραδι. Τέσσερις είναι οι τρόποι:
1. Παίρνετε λεωφορείο από το κέντρο. Εισιτήριο θα αγοράσετε, ημερήσιο ή για πέντε ημέρες, στα κιόσκια με την σήμανση: Moj KIOSK. Μέσα στο λεωφορείο τα μηχανήματα ακύρωσης είναι αρκετά βοηθητικά εφόσον διαλέξετε ως γλώσσα τα αγγλικά.
Αφού θα έχετε προμηθευτεί έναν χάρτη της πόλης, θα βρείτε τα σωστά νούμερα για το Zemun. Ενδεικτικά αναφέρω το 17, το 83, το 84, που περνάνε συχνά και συνήθως δεν έχουν πολύ κόσμο. *Εγώ επισκέφθηκα την πόλη Οκτώβριο.
2. Περπατάτε όλη την όχθη του ποταμού. Πανέμορφη διαδρομή, που διαρκεί γύρω στα 90 λεπτά, ξεκινώντας από την Kneza Mihaila.
3. Νοικιάζετε ποδήλατο. Ένα πολύ καλό Bike Rent είναι το “Planet Bike”, αξιόπιστο και με καλές τιμές. Βρίσκεται σε πολλά σημεία στο κέντρο της πόλης, αλλά αν πάτε στην Bulevar Nikole Tesle 3, στο Hotel Jugoslavija, στο Νέο Βελιγράδι, ξεκινάτε την βόλτα σας ακριβώς στο πάρκο, πάνω στο ποτάμι.
4. Παίρνετε ταξί. Ναι, ναι, καλά ακούσατε. Μην το φοβηθείτε. Στο Βελιγράδι το ταξί είναι μία αρκετά οικονομική επιλογή.
Το να νοικιάσετε ποδήλατο, είναι κάτι που θα το πρότεινα έτσι κι αλλιώς, γιατί η πλευρά αυτή

της πόλης, – το Νέο Βελιγράδι – ενδείκνυται για ποδηλατάδα. Οι ποδηλατόδρομοι είναι αρκετοί, και προσεκτικά σχεδιασμένοι. Υπάρχει άπλα, το ονειρεμένο πάρκο Prijateljstva, η όχθη του ποταμού, και μπορείτε να ποδηλατήσετε χωρίς να μπλεχτείτε στους δρόμους του κέντρου. Ειδικά το φθινόπωρο, μέσα στο πάρκο, ανάμεσα στα υπέροχα δέντρα με τα πανέμορφα χρώματα, κίτρινα, κόκκινα και πορτοκαλιά, είναι φανταστικά!
Αν αγαπάτε τα ψώνια, μπορείτε να κάνετε μία στάση στο μεγαλύτερο πολυκατάστημα του Βελιγραδίου, το UŠĆE, που βρίσκεται λίγο πριν φτάσετε στη γέφυρα Brankov. Εκεί θα βρείτε όλες τις επώνυμες μάρκες, θα ψωνίσετε, θα φάτε, θα πιείτε, και γενικά θα … ξοδέψετε! Περιμένετε! Έρχομαι κι εγώ μαζί σας!

Πριν φύγουμε από το νέο Βελιγράδι θα ήταν κρίμα να μην κάνουμε μία στάση στα πλωτά καφέ και μπαρ του Δούναβη. Βρίσκονται κάτω από το ξενοδοχείο Γιουγκοσλάβια, αριστερά και δεξιά του, είναι όλα φουλ τουριστικά, μην περιμένετε τίποτα εκπληκτικό σε ποιότητα και εξυπηρέτηση, όμως έναν καφέ αξίζει να τον πιείτε μόνο και μόνο για την εμπειρία.
Λοιπόν, τώρα θα σας περάσω στο παλιό Βελιγράδι με ποδήλατο. Θα φτάσουμε ποδηλατώντας κάτω από τη γέφυρα Brankov, θα ανέβουμε τη γέφυρα με το ποδήλατο μένοντας στο αριστερό ρεύμα, θα χρησιμοποιήσουμε το ασανσέρ, και θα κατέβουμε στον ποδηλατόδρομο της άλλης όχθης του ποταμού. Και τελικά σας κορόιδεψα, δεν θα πάμε στο παλιό Βελιγράδι, αλλά πετάλι το πετάλι, θα φτάσουμε στην παραλία των Βελιγραδιοτών! Μα ναι, φυσικά και έχουν παραλία! Την Plaža ή αν θέλετε Beach, της λίμνης του ποταμού, ( Savsko Jezero ), της νήσου Ada Ciganlija. Η απόσταση από το ξενοδοχείο Γιουγκοσλάβια έως εδώ, ποδηλατώντας πάντα, είναι γύρω στη μία με μιάμιση ώρα. Εξαρτάται πόσο γρήγορα κάνετε πετάλι και πόσο αθλητικοί τύποι είστε. Αν ταξιδεύετε ζευγαρωμένοι, αυτή είναι μία από τις πιο όμορφες βόλτες που μπορείτε να κάνετε. Αν πάλι, είστε μόνοι, ποιος ξέρει, μπορεί να συναντήσετε το μισό σας πορτοκάλι…

Εντάξει εντάξει, μην φωνάζετε! Το κατάλαβα ότι σας κούρασα με τα ποδήλατα. Τέρμα οι πεταλιές. Σας πηγαίνω ευθύς αμέσως στο παλιό Βελιγράδι! Από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της πόλης, είναι φυσικά το μουσείο Nikola Tesla, το κάστρο Kalemegdan, ο ναός του Αγ. Σάββα, η πολύβουη πλατεία Republic, η περιοχή των clubs, «Savamala», και η οδός Knez Mihailova, που, αν την περπατήσετε έχοντας δεξιά σας την πλατεία Δημοκρατίας, θα φτάσετε στο κάστρο.
Εγώ όμως δεν θα σας πάω στο κάστρο… ! Εκεί θα πάτε μόνοι σας. Εγώ θα στρίψω αριστερά στην οδό Zmaj Jovina 14 και θα σας πάω στο “Coffeedream”. Δεν πρόκειται για κανένα κρυμμένο μυστικό, και μάλιστα θα το βρείτε σε πολλά σημεία, καθώς είναι ”αλυσίδα”, και ίσως δεν είναι καμιά σπουδαία ανακάλυψη, όμως εγώ τρελαίνομαι για όλους αυτούς τους περίεργους καφέδες με τις καραμέλες και την σαντιγί και τις περίεργες γεύσεις.
Και αφού πιούμε τον καφέ μας, θα κατηφορίσουμε λίγο ακόμη το δρόμο, θα στρίψουμε δεξιά, και θα βρεθούμε σε ένα σχεδόν τριγωνικό παρκάκι. Στην οδό Topličin venal 19-21, απέναντι από το πάρκο Vojvode Vuka Park, βρίσκεται το αγαπημένο μου στέκι. Το «Supermarket deli» ( CYΠΕΡΜΑΡΚΕΤ deli ). Είτε θέλετε καφέ, είτε θέλετε ένα ωραίο γεύμα, ένα snack, ένα κρασάκι, ένα απεριτίφ, αυτός είναι ο προορισμός! Ωραίος κόσμος, ωραία διάθεση, ευχάριστη μουσική, χαλαρή αλλά ζωντανή ατμόσφαιρα. Αν ο καιρός το επιτρέπει, καθίστε έξω και απολαύστε την χαλαρότητα και το χάζεμα των περαστικών. Όλη αυτή η γειτονιά είναι πάρα πολύ όμορφη, με μικρά μαγαζάκια σαν ζαχαρωτά. Βλέπετε, διαλέγετε, και μπαίνετε. Τριγυρίστε στα ήσυχα δρομάκια, ένα βήμα από τις τουριστικές οδούς, και όμως αρκετά μακριά από αυτές.

Δυο βήματα από εδώ, θα δείτε το παλάτι, και ανεβαίνοντας την οδό Kraljia Petra, θα φτάσετε στο νούμερο έξι και εκεί θα βρείτε την πιο παλιά ταβέρνα της πόλης. «Question Mark«, με ένα ερωτηματικό ( ? ) πάνω από την πόρτα και πολύ, μα πάρα πολύ κόσμο! Μην χάσετε το θάρρος σας. Αν δεν βρείτε να καθήσετε, κάντε μία μικρή βόλτα και επιστρέψτε. Οι σερβιτόροι είναι πάρα πολύ φιλικοί, και αν τους πείτε ότι θέλετε τραπέζι, θα σας εξυπηρετήσουν μόλις βρουν την ευκαιρία. Δοκιμάστε οπωσδήποτε τα μαγειρευτά τους, δοκιμάστε οπωσδήποτε τα ψητά τους, να πάτε οπωσδήποτε πεινασμένοι! Τελειώστε το γεύμα σας με το ρακί της Σερβίας. Οι ντόπιοι το λένε «το γάλα του γενναίου». Αν δεν είστε πολύ γενναίος ή γενναία, δοκιμάστε το με μέλι, και καλή τύχη! Και σας παρακαλώ: Μην διώξετε τους μουσικούς! Θα σας ρωτήσουν την καταγωγή σας, και θα σας παίξουν μουσική από τον τόπο σας. Αξιομνημόνευτη εμπειρία!
Δοκιμάσατε ρακί και τώρα θέλετε ΚΑΙ ποτό; Πολύ καλά. Αν εσείς αντέχετε, εγώ θα σας πάω! Επιστρέφουμε έτσι όπως ήρθαμε, ανεβαίνουμε την Zmaj Jovina και βρίσκουμε στο δεξί μας χέρι την οδό Simina, στρίβουμε δεξιά και αμέσως στο νούμερο έξι βλέπουμε το Centrala. Είναι ζωντανό, είναι στιλάτο, το αγαπούν οι ντόπιοι, το αγαπάμε κι εμείς.

Και επειδή έχω μια αδυναμία στις αγορές τροφίμων, θα σας πάω μια βόλτα στην Κεντρική αγορά φρέσκων τροφίμων της πόλης. Έτσι κι αλλιώς, βρίσκεται στο δρόμο μας. «Πού πάμε;» Ξέχασα να σας το πω. Πάμε στη γειτονιά των clubs: την «Savamala»! Κι αφού θα κατευθυνθούμε προς τα εκεί, μέσω της λεωφόρου Brankova, ε ας κάνουμε μια στάση – μόνο πρωινές ώρες, ως τις 16:00 το αργότερο – στην Zeleni Venac Brankova. ( Όλα είναι δυνατά, όταν η βόλτα δεν είναι σε πραγματικό χρόνο! ) Φρούτα, λαχανικά, μπαχαρικά, ξηροί καρποί, και ό,τι άλλο τραβάει η όρεξή σας. – Εάν μένετε σε διαμέρισμα ( πάντα προτείνω Airbnb ) και όχι σε ξενοδοχείο, θα χρειαστείτε προμήθειες.

Η νύχτα μας συνεχίζεται και η Savamala μας περιμένει! Περπατάμε την Brankova προς το ποτάμι, και φτάνουμε στη γέφυρα. Αριστερά και δεξιά της, υπάρχουν δύο σκάλες. Αφού κατέβουμε, έχουμε δύο επιλογές. Είτε κατευθυνόμαστε αριστερά προς την Karadordeva και τα μπαροκλαμπάκια της, είτε επιλέγουμε την δεξιά – όπως κατεβαίνουμε – πλευρά της όχθης, – ακόμη στην Karadordeva είμαστε – και τριγυρνάμε στα restaurants/bars της. Όποια επιλογή και να κάνουμε, κάπου εδώ θα τελειώσουμε τη νύχτα μας.

Δεν έχω πολλά ακόμη να πω. Ένας επιπλέον λόγος που με γοητεύει το Βελιγράδι, είναι γιατί έχει πολλές γειτονιές, είναι μία απλωμένη πόλη. Μπορείτε να περπατήσετε πολύ, να τριγυρίσετε στο Dorćol, στην Palilula, ή στο Vračar. Στο Vračar, θα τελειώσει η σημερινή μας περιήγηση. Θα σας πάω για πρωινό. Στο «Kafe Kozmetičar«, ένα από τα αγαπημένα μου μέρη στο Βελιγράδι. Διαλέξτε αίθουσα, αράξτε και φάτε το πρωινό σας, ότι ώρα κι αν πάτε! Η κεντρική λεωφόρος της γειτονιάς, η Λεωφόρος Αλεξάνδρα, είναι πολύ όμορφη, πολύ ζωντανή, με βιτρίνες και street food. Σε όποιον δρόμο και αν στρίψετε, είτε στα δεξιά σας είτε στα αριστερά σας, οι συνοικίες είναι γραφικές και φιλόξενες. Περιηγηθείτε άφοβα.

Δεν ξόδεψα το χρόνο σας για να σας πάω στην τουριστική Skadarlija. Μοιάζει πάρα πολύ με έναν πολύ τουριστικό δρόμο στου Ψυρρή. Τίποτα δεν με τράβηξε εκεί. Αντίθετα, τα δρομάκια πίσω από το Studentski Park, και μέχρι την Skadarlija, έχουν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον.
Όσες μέρες και αν μείνετε στο Βελιγράδι, δεν θα είναι ποτέ αρκετές. Πάντα κάτι νέο μπορείς να ανακαλύψεις σ’ αυτήν την πόλη. Ευτυχώς είναι πολύ οικονομική και πολύ κοντά στην Ελλάδα. Τα αεροπορικά εισιτήρια είναι αρκετά οικονομικά, το ίδιο και η διαμονή, και το φαγητό. Αυτό μας επιτρέπει να επιστρέφουμε ξανά και ξανά και ξανά…
Έως τότε, σας φιλώ γλυκά,
Άννα.
