Home

  • Αγαπημένες βόλτες στο Παρίσι – Paris

    Αγαπημένες βόλτες στο Παρίσι – Paris

    Ααααααχ το Παρίσι!!!

    Τώρα που μπαίνει η άνοιξη, δεν μπορεί να μου φύγει απ’ το μυαλό. Κι όλο λέω να γράψω για την αγαπημένη μου Νέα Υόρκη, ή για την Τοσκάνη και την Pienza, αλλά η καρδιά, το μυαλό και τα χέρια μου, συντονίζονται σε μία και μόνο λέξη: PARIS.

    Πολλές βόλτες έχω να σας πάω στην πόλη του έρωτα, όμως σήμερα, που ο ήλιος έλαμψε ανοιξιάτικα και η φύση άρχισε να αναδίδει τα πλουμιστά της αρώματα, θα ξεκινήσω με μια επίσκεψη στο Πάρκο Μονσώ (Parc Monceau‎). Αυτό το απίθανο κομμάτι φύσης που συνδυάζει σε έναν κήπο όλες τις εποχές και όλους τους τόπους!

    Η κύρια είσοδος του πάρκου, είναι αυτή στην λεωφόρο Courcelles, όμως εγώ θα ήθελα να ανηφορίσουμε την λεωφόρο Ος (Avenue Hoche) με τα επιβλητικά της κτίρια να μας μεταφέρουν στην ατμόσφαιρα μιας πόλης που όποτε κι αν την περπατάς, σε παρασέρνει σε έρωτες, σε Χριστούγεννα, σε εποχές, σε ημίψηλα καπέλα, σε μονόκλ, σε χορούς και ορχήστρες. Κι έτσι όπως αφήνουμε πίσω μας την Αψίδα του Θριάμβου να στέκει μεγαλόπρεπη, ο ήλιος πέφτει στα παράθυρα των αρχοντικών της Avenue Hoche, κι αντανακλάται παντού το φως και η αριστοκρατική αύρα της λεωφόρου.

    Σε 10 με 15 λεπτά ήσυχου περίπατου, πλησιάζουμε στην περίτεχνη πύλη αυτής της εισόδου του πάρκου, στην Avenue Van Dyck, μία από τις εννιά εισόδους του Μονσώ και χωνόμαστε στον κόσμο όλο: η Αίγυπτος μάς συναντάει μέσω της μικρής πυραμίδας του πάρκου, η Κίνα έρχεται δίπλα μας με το κινέζικο κάστρο που αντικρύζουμε, η Ελλάδα μάς κλείνει το μάτι από το κορινθιακό περιστύλιο που δεσπόζει στον χώρο, η Ολλανδία με τον ανεμόμυλό της ανανεώνει τον αέρα, κι η Βενετία μάς χαιρετά, καθώς διασχίζουμε την γέφυρα του Ριάλτο … εις σμίκρυνση.

    Όμως το πάρκο δεν είναι μικρό και μέχρι να το εξερευνήσουμε πέρασε η ώρα και η απογευματινή ψύχρα έκανε αισθητή την παρουσία της. Έτσι, μου δίνεται η ευκαιρία να σας ζεστάνω σε μια αγαπημένη μου τσαγερί που είναι από τις πιο χαρακτηριστικές του Παρισιού και από αυτές που προτιμούν πολλοί ντόπιοι. Η συντομότερη διαδρομή για να φτάσουμε εκεί είναι το Μετρό φυσικά. Αφού περπατήσουμε 5-6 λεπτά στην Boulevard de Courcelles, μπαίνουμε στη στάση της γραμμής 3, Villiers και βγαίνουμε στην Bourse.

    Ανεβαίνουμε την Rue Vivienne, που συμπαθώ ιδιαιτέρως γιατί είναι μια κούκλα, μόλις φτάσουμε στην Boulevard Montmartre, περνάμε απέναντι, και δεξιά από το Le Café Zéphyr βρίσκεται η είσοδος της στοάς Jouffroy. Μπαίνουμε λοιπόν στο Passage Jouffroy (κατασκευασμένο το 1836) και προχωράμε χαζεύοντας τις κομψές βιτρίνες, καθώς το απογευματινό φως μπαίνει με τη σειρά του από την γυάλινη οροφή και μεταμορφώνει τον χώρο σε σκηνικό παραμυθένιο. Στο δεξί μας χέρι βρίσκεται το Le Valentin Jouffroy, όπου θα απολαύσουμε ένα αρωματικό τσάι, είτε μια ζεστή σοκολάτα, νωρίς το απόγευμα (στις 17:30 κλείνει), σ’ ένα αυθεντικό παριζιάνικο περιβάλλον. Η ευγένεια του προσωπικού και η μεγάλη βόλτα που κάναμε, μας ανοίγει την όρεξη – που η δική μου, βέβαια, δεν κλείνει και ποτέ! – για ένα από τα εξαιρετικά γλυκά του Valentin. Προτείνω πάντα το Mont blanc με την κρέμα κάστανο που δεν το χορταίνω. Και αν δεν βρούμε τραπέζι κάτω, έχουμε την εναλλακτική της πάνω αίθουσας, που αν και δεν προσφέρει αυτή την επαφή με τη στοά και την ζωή της, παραμένει φιλόξενη και συμπαθητική.

    Αν ακόμη δεν έχετε νοιώσει Παρίσι, θα σας πάω μια τελευταία βόλτα, για να το αισθανθείτε σε κάθε σας κύτταρο! Θα κατηφορίσουμε την Boulevard des Italiens που η προέκτασή της μετονομάζεται σε λεωφόρο των Καπουτσίνων (Boulevard des Capucines), θα περάσουμε μπροστά από την Όπερα και το ιστορικό Café de la Paix, και θα κάνουμε μια απαραίτητη στάση στην κουκλίστικη Place de la Madeleine. Εδώ, στο Hédiard μπορούμε να αγοράσουμε τσάι εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης, καθώς και μπαχαρικά, γλυκίσματα, πατέ και foie gras. Έχοντας στο δισάκι μας κι αυτήν την εμπειρία, κατευθυνόμαστε στον Σηκουάνα και την Γέφυρα Αλεξάντρ III (Pont Alexandre III), μέσω της Rue Royale και διασχίζοντας την διάσημη Πλατεία Κονκόρντ – εντάξει, ας βγάλουμε και μία φωτογραφία δίπλα στο αριστοτεχνικό σιντριβάνι Fontaine des Fleuves!

    ΚΑΙ ΝΑΙ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ, MESDAMES ET MESSIEURS, βρισκόμαστε στο Παρίσι!!!

    Στο Παρίσι της τέχνης, της λάμψης, των ρομαντικών εραστών, στην πόλη του φωτός, του Πύργου του Άιφελ και του Seine, της Notre-Dame, του Λούβρου και της γαστρονομίας. Και όλα αυτά, ή σχεδόν όλα, μπορούμε να τα αντικρύσουμε από αυτήν την εξαίσια γέφυρα. Στριφογυρίστε αργά το κορμί σας όταν βρεθείτε πάνω της και χαράξτε στη μνήμη και στην ψυχή σας ολόκληρη αυτήν την ομορφιά και την ατμόσφαιρα! Όταν πλησιάσει η νύχτα με τα μαγικά της πέπλα και τα φώτα της πόλης ανάψουν, σας το υπόσχομαι, δεν θα θέλετε να φύγετε ποτέ από δω…

     

  • Rome – Η ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΟΛΟ ΣΟΡΕΝΤΙΝΟ- La Grande Bellezza

    Rome – Η  ΤΕΛΕΙΑ  ΟΜΟΡΦΙΑ  ΤΟΥ  ΠΑΟΛΟ ΣΟΡΕΝΤΙΝΟ- La Grande Bellezza

    Την Ρώμη την έχω επισκεφτεί δύο φορές ως τώρα και πραγματικά την αισθάνομαι πόλη δικιά μου όπως λίγες πόλεις στον κόσμο. Η oμορφιά της είναι απαράμιλλη και δύσκολο να περιγραφεί και να κατανοηθεί από κάποιον που δεν έχει πάει. Υπάρχει όμως μια ταινία που πραγματικά δείχνει με φανταστικό τρόπο τις γωνίες και τις τοποθεσίες αυτής της πόλης και αυτή δεν είναι άλλη από την «ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ»

    του Πάολο Σορεντίνο. Αγαπημένος σκηνοθέτης από το Young Pope γυρισμένο επίσης στη Ρώμη, καταφέρνει να σε ταξιδέψει αλλά και να σε κάνει να αναπολήσεις την αιώνια πόλη.

    Ο ήρωάς του είναι ο Τζεπ, ένας κυνικός κοσμικός και μποέμ συγγραφέας που έχοντας γράψει ένα και μοναδικό βιβλίο περιπλανιέται στην αγαπημένη του πόλη ψάχνοντας την φλόγα που έχει χάσει από την ζωή του.

    Ξεκινάμε την περιπλάνηση μας στην Piazza Giussepe Garibaldi με την υπέροχη θέα της Ρώμης παρέα με το άγαλμα του Γαριβάλδη και τα τόσα άλλα αγάλματα καθώς και γκροτέσκους και μη χαρακτήρες που εμφανίζονται στα πλάνα και βέβαια το κανόνι που ρίχνει την κανονιά του κάθε μέρα στις 12 το μεσημέρι στη Terrazza del Gianicolo.

    Το ατμοσφαιρικό τράβελινγκ συνεχίζεται με την απολαυστική χορωδία των κοριτσιών στην Fontana dell’Acqua Paola καθώς ένας Ασιάτης τουρίστας λιποθυμά αφού δεν αντέχει τόση ομορφιά. Ο Τζεπ γίνεται εξηνταπέντε χρονών και ένα σούπερ κιτς αλμαδοβαρικό πάρτι θα στηθεί προς τιμήν του όπου θα αντιληφθούμε τον περίγυρο του και την κενότητά τους.

    Τελειώνοντας το πάρτι ο Τζεπ επιστρέφει πρωινές ώρες αφού πρώτα πλένεται στο συντριβάνι της Fontana del Mascherone di Santa Sabina ένα ήσυχο μέρος μέσα στην πολύβουη πόλη.

    Εκεί όμως που μένω άφωνος είναι με το σπίτι του Τζεπ και την υπέροχη βεράντα του. Θα βρεθούμε εκεί πολλά πρωινά πίνοντας τσάι καθώς και βράδια με θέα το Κολοσσαίο όπου βιτριολικές αλλά και ειλικρινείς συζητήσεις θα λάβουν χώρα. Βλέποντας τόσο συχνά το Κολοσσαίο σε αυτήν την ταινία ζηλεύω πολύ

    και πραγματικά ονειρεύομαι μερικά βράδια να πίνω το κρασί μου σε αυτήν τη βεράντα.

    Ο Τζεπ περιπλανιέται στη Ρώμη και σε μια από αυτές τις βόλτες, θα βρεθούμε στο Parco degli Acquedotti (πάρκο των Υδραγωγείων) λίγο έξω από την CINNECITA σε μια περφόρμανς που θα σας κάνει να αναρωτηθείτε για την τέχνη και τους εντυπωσιασμούς της χωρίς ουσία και με πολύ δηθενιά.

    Ο ήρωάς μας θα προσπαθήσει να βρει την ομορφιά παντού στην Ρώμη αλλά μάταια. Ο Σορεντίνο

    αποτίει φόρο τιμής στην αιώνια πόλη κινηματογραφώντας τήν ατμοσφαιρικά και με υπέροχους φωτισμούς, τονίζοντας την σαγήνη της, δηλώνοντας τρανταχτά πως η ομορφιά είναι μπροστά στα

    μάτια σου, άσχετα αν ο ήρωας δεν καταφέρνει να τη δει.

    Τριγυρνάμε στην Piazza Navona σε ένα από τα σιντριβάνια της, περπατάμε στις όχθες του Τίβερη το χάραμα με την ησυχία της πόλης αλλά και το ποταμόπλοιο να διακόπτει τους ενδοσκοπικούς διαλόγους του ήρωα. Σύντομα ο Τζεπ θα συναντήσει παλιούς γνωστούς αλλά και θα γνωρίσει καινούργιους έρωτες στη Via Vittorio Veneto σε μια από τις διασημότερες, πολυτελέστερες και ακριβότερες οδούς της Ρώμης.

    Με φελινικής αισθητικής εικόνες θα επισκεφτούμε μέσα από μια κλειδαρότρυπα,

    την Piazza dei Cavalieri di Malta, τους κήπους στη Villa Medici, θα δούμε μια καμηλοπάρδαλη

    στην Terme di Caracalla και μια μοναδική φωτογραφική έκθεση στο μουσείο Museo Nazionale Etrusco di Villa Giulia. Ο μοναχικός πρωταγωνιστής μας, φτάνει σε μια σειρά από διαπιστώσεις για τον χαμένο χρόνο και το κενό της ζωής του αλλά στο τέλος αυτό που μας μένει είναι η αστραφτερή, αληθινή, τέλεια ομορφιά αυτής της υπέροχης πόλης. Βλέποντας και ξαναβλέποντας την ταινία δεν μπορώ παρά να περιηγηθώ και εγώ με τον Τζεπ στις όχθες του Τίβερη, στους δρόμους της, στις βεράντες της, στα μνημεία της, στους κήπους της, στις πλατείες της, αναγνωρίζοντας και διακρίνοντας πλέον,

    την ιερή και ανίερη ομορφιά της αιώνιας πόλης. Δεν θα σας περιγράψω τα πλάνα μετά τους τίτλους τέλους αυτής της μοναδικής ταινίας. Θα σας αφήσω να τα ανακαλύψετε μόνοι σας και να τα συνδυάσετε με τον τίτλο της ταινίας: LA GRANDE BELLEZZA.

  • Νόβι Σαντ γεμάτο εκπλήξεις – Novi Sad

    Νόβι  Σαντ  γεμάτο  εκπλήξεις – Novi Sad

    Το πρώτο λάθος που κάναμε στο ταξίδι μας στο όμορφο Νόβι Σαντ της Σερβίας, ήταν που νοικιάσαμε αυτοκίνητο σε μία χώρα που χρησιμοποιεί το κυριλλικό αλφάβητο. Το δεύτερο λάθος ήταν που κινήσαμε με το εν λόγω αυτοκίνητο από το αεροδρόμιο του Βελιγραδίου προς το Νόβι Σαντ (Novi Sad) αργά το απόγευμα, που είχε πέσει η νύχτα. Το τρίτο λάθος, ήταν ότι δεν είχαμε GPS!

    Χαρούμενοι και ορεξάτοι, ξεκινήσαμε οι μωροί, με το ωραίο μας αυτοκινητάκι και έναν χάρτη της Σερβίας, ανυπομονώντας να φτάσουμε στην γραφική αυτή πόλη και να απολαύσουμε τις διακοπές μας. Το Novi Sad απέχει από το Διεθνές Αεροδρόμιο Νίκολα Τέσλα, το πολύ μία ωρίτσα. Αφού βγήκαμε στο δρόμο γύρω στις επτάμιση, περίπου στις οχτώ και μισή θα ήμασταν στον προορισμό μας. Τέλεια!

    Και έρχεται η στιγμή να μπούμε στην Εθνική Οδό προς Νόβι Σαντ. Και οι πινακίδες είναι στο κυριλλικό! Κι αυτό που βλέπουμε μπροστά μας, τη στιγμή που πρέπει να διαλέξουμε έξοδο, είναι αυτό:

    Нови Сад και αυτό: Зрењанин ! Όχι σας παρακαλώ, προσπαθήστε να τα διαβάσετε! Και φανταστείτε να είστε μύωπας συνοδηγός, να είναι νύχτα, να έχετε πίσω και μπροστά σας εκατοντάδες αυτοκίνητα, να μην μπορείτε να σταματήσετε πουθενά πάνω στην Εθνική – είμασταν και στη μεσαία λωρίδα – και να έχετε και τον οδηγό να ωρύεται: «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΡΙΨΩ! ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΤΡΙΒΩ! ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΩΡΑ!»

    Αυτό που με βοήθησε την τελευταία στιγμή, πριν στουκάρουμε στο διάζωμα και πριν ο Παναγιώτης πάθει εγκεφαλικό, ήταν οι δύο λέξεις της πρώτης πινακίδας: Нови Сад, και βεβαίως το C, που δικαίως το διάβασα ως S. «ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΠΗΓΑΙΝΕ, ΑΡΙΣΤΕΡΑ!» αναφώνησα την ύστατη ώρα και πήραμε κάθιδροι το σωστό στρατί!

    Δεν θα σας περιγράψω το ατυχέστατο πρώτο μας βράδυ, ούτε το πόσο λιπαρά φάγαμε – πάπιες, χοιρινά κλπ. – , ούτε τις συνέπειες στα ήδη σφιγμένα από το άγχος στομάχια μας! Ούτε τη μαύρη νύχτα που περάσαμε στην τουαλέτα! Θα σας πω όμως πόσο πεντακάθαρο ήταν το διαμέρισμα του Momo που είχαμε νοικιάσει, πόσο φιλόξενος ήταν ο γλυκός μας σπιτονοικοκύρης, και πόσο ήσυχη και καταπράσινη ήταν η γειτονιά μας. Έτσι, το πρώτο πρωινό, μάς βρήκε χαρούμενους, παρά τη δύσκολη νύχτα, να εξερευνούμε το κέντρο του Νόβι Σαντ.

    Ξεκινήσαμε από το Πάρκο του Δούναβη, και ανεβήκαμε την πολύ περιποιημένη οδό Dunavska. Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος, ο κόσμος ήταν έξω και απολάμβανε τη μέρα, τα τραπεζάκια στα καφέ και τα εστιατόρια ήταν γεμάτα, ο αέρας μύριζε άνοιξη και λουλούδια. Η κεντρική πλατεία Ελευθερίας, Trg Slobode θύμιζε παραμύθι, και η βόλτα μας από εκεί προς στην οδό Zmaj Jovina μέχρι το Vladičanski dvor ήταν ειδυλλιακή. Μετά, καθίσαμε για καφεδάκι στο απίθανο Frida Kahlo, στην οδό Zmaj Jovina 21, που το θυμάμαι και θέλω να κλείσω τα μάτια μου, και τσαφ, να τα ανοίξω και να ξαναβρεθώ σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα. Φεύγοντας απ’ το καφέ, περπατήσαμε λιγάκι γύρω-γύρω και κάποια στιγμή βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μεγάλο κτίριο που έγραφε απ’ έξω:

    Српско народно позориште και τί αντικρύσαμε; – αντικρίσαμε μια τεράστια αφίσα που έλεγε με μεγάλα γράμματα:

    ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΟΡΑΚΗΣ – «ΖΟΡΜΠΑΣ»

    Ε όχι λέω, δεν το πιστεύω! Βρεθήκαμε τυχαία οι δυο Έλληνες έξω από το Εθνικό Θέατρο της Σερβίας, το οποίο είχε παράσταση Ζορμπά σε μπαλέτο και εκείνο το βράδυ ήταν η τελευταία παράσταση! Τρέχω ενθουσιασμένη στο ταμείο και διαπιστώνω ότι έχουν μείνει δύο τελευταία εισιτήρια στον εξώστη σε μια γωνίτσα! Εννοείται ότι τα αγόρασα και το ίδιο βράδυ, απολαύσαμε μια υπέροχη παράσταση με την μουσική του Μίκη Θεοδωράκη να δίνει φτερά στους χορευτές και συγκίνηση σ’ εμάς! Είδαμε σχεδόν όλη την παράσταση όρθιοι, από την χαρά μας και από την προσπάθεια να δούμε καλύτερα, μια και η γωνία του εξώστη δεν μας προσέφερε την ιδανική θέα. Άξιζε, όμως, και θα μας μείνει αξέχαστη αυτή η όμορφη συγκυρία.

    Γενικά, το ταξίδι αυτό για εμάς, ήταν το ταξίδι των εκπλήξεων. Γιατί, όταν ανακαλύπτεις ένα από τα ωραιότερα εστιατόρια της ζωής σου, σε μια μικρή πόλη όπως αυτή, αποτελεί σίγουρα έκπληξη.

    Ήρθε η ώρα λοιπόν, να μοιραστώ μαζί σας το Fish & Zelenish! Βρίσκεται στην οδό Skerlićeva 2, ένα μικρό δρομάκι, και είναι μια γαστρονομική εμπειρία που δεν πρέπει να χάσετε. Το ζυμαρικό με γαρίδες και μελάνι σουπιάς και το καρπάτσιο τόνου ήταν ονειρεμένα, όπως και ότι άλλο δοκιμάσαμε. Το μενού έχει και πολλές ελληνικές επιρροές, όμως εμείς δεν διαλέξαμε τα γνωστά. Να τονίσω ότι ο χώρος, πολύ ζεστός και φιλόξενος – όπως και το προσωπικό -, είναι μικρός, οπότε, ίσως χρειαστεί να κάνετε κράτηση, ειδικά αν το επισκεφθείτε Παρασκευοσάββατο.

    Το αστείο, που πάλι έχει να κάνει με τη γλώσσα, είναι ότι εμείς, έχοντας το αυτοκίνητο, για να πάμε οπουδήποτε, έπρεπε να παρκάρουμε πρώτα, και φυσικά, να θυμόμαστε την οδό! Οι φωτογραφίες βοήθησαν, γιατί και οι οδοί, εκτός από τις κεντρικές, είναι γραμμένες στο κυριλλικό! Δηλαδή, στον χάρτη μπορεί να τις βλέπεις με λατινικούς χαρακτήρες, αλλά στον δρόμο είναι αποκλειστικά έτσι:

    Μετά το υπέροχο δείπνο, περπατήσαμε προς το Πάρκο του Δούναβη, διασχίσαμε το ποτάμι μέσω της Varadin Bridge και κάναμε μια βόλτα στο Κάστρο Petrovaradin με την πανέμορφη θέα στην πόλη και τα φώτα να καθρεφτίζονται στα νερά. Δεν υπήρχε καλύτερος επίλογος γι’ αυτήν τη ρομαντική βραδιά.

    Και ευτυχώς που κάναμε αυτήν τη βόλτα, γιατί όλη την επόμενη μέρα έβρεχε καταρρακτωδώς. Έτσι, απολαύσαμε το χουχούλιασμα στο κουκλίστικο διαμέρισμα του Momo, το μεσημέρι παραγγείλαμε πίτσα από το πολύ συμπαθητικό και κεντρικό Lanterna, (Dunavska 27), το απόγευμα εξερευνήσαμε την καταπράσινη γειτονιά μας, μεταξύ του Futoški Park και του Limanski Park, και το βραδάκι απολαύσαμε ένα ήσυχο ποτό κι ένα νόστιμο σνακ, στο στέκι των ντόπιων, το Velvet Coffee & Kitchen, στην οδό Alekse Šantića 23.

    Την επόμενη το πρωί, εξοπλισμένοι με προμήθειες εκδρομής και με πολύ ανεβασμένη διάθεση, ξεκινήσαμε να πάρουμε το νοικιασμένο μας αυτοκινητάκι και να πάμε μια εκδρομή στο κόσμημα της Σερβίας, το βουνό Fruska Gora.

    Η μέρα ήταν λαμπερή, όλα ήταν βρεγμένα και αστραφτερά, το χώμα μύριζε βροχή και φρεσκάδα, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα γυάλιζαν καθαρά … εκτός από το δικό μας. Γιατί απλούστατα, το δικό μας δεν βρισκόταν καν εκεί που το είχαμε παρκάρει!

    ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ;;;!!!

    ΜΑΣ ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ!!!

    Πανικός! Τρελαθήκαμε! Κοιτούσαμε σαν παράφρονες δεξιά – αριστερά, λες και είχαμε παίξει κρυφτούλι και όπου να ναι θα εμφανιζόταν το αμάξι και θα μας έλεγε: τσα! Αφού ξε-αποσβολωθήκαμε, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε λογικά. Και το πιο λογικό ήταν να τηλεφωνήσουμε στον Momo, που ήταν ντόπιος και θα μας βοηθούσε. Και όντως, αμέσως κατάλαβε το προφανές. Το αυτοκίνητο μάς το είχε πάρει ο γερανός! Ευτυχώς ο καλός μας σπιτονοικοκύρης ήρθε σε δέκα λεπτά κοντά μας, έκανε κάποια τηλεφωνήματα και επιβεβαίωσε ότι ο γερανός πήρε το αμάξι, γιατί, λέει, οι πίσω τροχοί πατούσαν το γρασίδι του διπλανού παρτεριού! Φυσώντας και ξεφυσώντας πήγαμε στην Τροχαία και με την πολύτιμη βοήθεια του Momo και την δικαιολογία ότι είμαστε ξένοι, πήραμε με συνοπτικές διαδικασίες πίσω το πολύτιμο όχημα, πληρώνοντας μόνο 110€, και όχι 300€ που θα πληρώναμε κανονικά. Και η περιπέτεια αυτή τελείωσε με την ζεστή φιλοξενία αυτού του ανθρώπου, που στεναχωρήθηκε τόσο πολύ, ώστε μας πήρε στο σπίτι του για να φάμε όλοι μαζί και να μας φτιάξει τη μέρα. Και πραγματικά, η καλοσύνη και η ευγένεια αυτών των ανθρώπων που μοιράστηκαν μαζί μας το φτωχό τους γεύμα – νοστιμότατη φασολάδα με καπνιστό χοιρινό – που άνοιξαν το σπίτι τους, που σέρβιραν ούζα, κρασιά, λικέρ, έφεραν γλυκά και τάρτες, σε μία προσπάθεια να μην καταστραφούν οι διακοπές μας από το ατυχές γεγονός, ήταν συγκινητική και από τις ωραιότερες αναμνήσεις αυτού του ταξιδιού. Να σημειώσω, ότι η γυναίκα του Momo δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά επικοινωνούσε όλη την ώρα μαζί μας με χειρονομίες και ειλικρινή χαμόγελα, και το πιο συγκλονιστικό ήταν ότι στο σπιτάκι τους είχαν μόνο τέσσερις καρέκλες και η οικοδέσποινα έμεινε όρθια σε όλο το γεύμα, επιμένοντας ευγενικά ότι είχε ήδη φάει, αφού σ’ αυτές καθόμασταν εμείς οι δύο, ο Momo και ο γιός τους! Αξέχαστοι, υπέροχοι, μοναδικοί άνθρωποι!

    Και κάπως έτσι, με την γλυκιά αυτή ανάμνηση, λέω να σας αποχαιρετήσω για σήμερα.

    Το ταξίδι στο Νόβι Σαντ ήταν λοιπόν, γεμάτο εκπλήξεις, όλες τελικά ευχάριστες και αυτό θα ευχηθώ για όλους μας και για κάθε ταξίδι μας: να περισσεύουν οι χαρούμενες εκπλήξεις και οι αξιομνημόνευτες στιγμές όπου κι αν πηγαίνουμε, κι οι ζωές μας να χρωματίζονται με αποχρώσεις φωτεινές και ζεστές.

    Σας ευχαριστώ και πάλι για την συντροφιά σας,

    Με πολύ ρομαντική διάθεση,

    Σας φιλώ γλυκά,

    Άννα.

     

     

     

     

     

     

     

  • Νάνε νάνε, είσαι εδώ;;; Wroclaw παραμυθένιο

    Νάνε νάνε, είσαι εδώ;;; Wroclaw παραμυθένιο

    Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νησάκι αρκετά μικρό, ζούσε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Αννούλα. Η Αννούλα, όταν μεγάλωσε και έφυγε για τη μεγάλη πόλη, συνάντησε για καλή της τύχη τον πρίγκιπα, που την πήρε από το χέρι και ξεκίνησε να της δείχνει τον κόσμο. Την γύρισε από δω, την πήγε από κει, διέσχισαν μαζί πόλεις και χωριά, άλλαξαν ηπείρους και πέταξαν πάνω από ωκεανούς.

    Η Αννούλα που δεν είχε αρκετές γνώσεις ούτε γεωγραφίας, ούτε ιστορίας, άρχισε να μαθαίνει πράματα και θάματα και να ενθουσιάζεται. Κάθε τι γι’ αυτήν ήταν καινούριο και αξιοπερίεργο. Ώσπου μια μέρα συνειδητοποίησε ότι ζούσε σε ένα παραμύθι!

    Αφορμή για τη συνειδητοποίηση αυτή, ήταν ένας νάνος. Ένας απίθανος νάνος που εμφανίστηκε μπροστά της ξαφνικά, χωρίς εκείνη να έχει την παραμικρή ιδέα για την παρουσία του. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήδη, κάτι είχε ψυλλιαστεί η Αννούλα, που, όπως είπαμε, δεν είχε αρκετές γνώσεις, αλλά δεν ήταν και χαζή. Έβλεπε από μέρες όλα τα σπιτάκια να είναι κουκλίστικα και πολύχρωμα, τις εκκλησίες παραμυθένιες, τα ποταμάκια να ξεφυτρώνουν παντού μπροστά της όπου κι αν περπατούσε, τα γεφυράκια περίτεχνα και γεμάτα στολίδια και καρδούλες, τα λουλούδια και τα δέντρα ολάνθιστα με τα πιο λαμπερά χρώματα. «Εεε πια, δεν μπορεί όλα αυτά να είναι αληθινά», σκεφτόταν. Όταν λοιπόν, εκεί που περπατούσε στο πέτρινο δρομάκι δίπλα στο παρκάκι, ξεπρόβαλλε μπροστά της αυτός ο γλυκούλης νάνος, το ποτήρι ξεχείλισε! Άρχισε να τσιμπάει τον εαυτό της και να ταρακουνάει τον πρίγκιπα, απαιτώντας να της αποκαλύψει, αμέσως, αν ζούσαν μέσα σε κάποιο παραμύθι, ή σε όνειρο.

    «Όχι Αννούλα μου, δεν είναι παραμύθι, ούτε όνειρο», της απάντησε εκείνος. «Το Βρότσλαβ είναι!!!»

    Και κάπως έτσι, συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι στο κουκλίστικο Βρότσλαβ, στη δυτική Πολωνία, χωρίς να γνωρίζω το παραμικρό γι’ αυτούς τους ζουζουνιάρηδες νάνους.

    -Από πού ήρθαν;

    -Ποιος τους κατασκευάζει;

    -Πού βρίσκονται;

    -Πόσοι είναι;

    Άρχισα κι εγώ να ρωτάω τους ντόπιους, όσους μιλούσαν λίγα αγγλικούλια, και να σχηματίζω μια εικόνα. Καμία ερώτηση από τις παραπάνω, δεν έχει σαφή απάντηση.

    Υπολογίζεται ότι υπάρχουν γύρω στους 360 νάνους σε όλη την πόλη.

    Πού θα τους βρείτε;;; η απάντηση είναι: παντού! Περπατάς στον δρόμο και τσουπ βρίσκεται ένας μπροστά σου! Κάθεσαι στο παγκάκι να λιαστείς, τσουπ ένας ακόμη απέναντί σου. Βγαίνεις απ’ το πάρκο να πλησιάσεις το ποταμάκι, κάνεις στην άκρη να μην σε πατήσει ο ποδηλάτης που περνάει, και τσουπ, άλλος ένας στην άκρη της εισόδου του πάρκου. Κατευθύνεσαι προς την Εβραϊκή συνοικία, έχεις σοβαρή συζήτηση, κι εκεί που έχουν ανάψει τα αίματα, τσουπ ένας ακόμη σε κοιτάζει ναζιάρικα. Φωτογραφίζεις τον έναν, φωτογραφίζεις τον άλλον και τσουπ, σε κοροϊδεύει ο επόμενος που παριστάνει … εσένα που φωτογραφίζεις νανάκια!

    Αυτά τα χαριτωμένα νανάκια, τα οποία συνυπάρχουν με τους ντόπιους και σύμφωνα με κάποιους μύθους, ήταν αυτά που τους βοήθησαν να χτίσουν την πόλη τους, τους έδωσαν ένα χεράκι στις καλλιέργειές τους, και έδιωξαν διάφορα σκανταλιάρικα στοιχειά που τους ενοχλούσαν με φάρσες. Ένα συγκεκριμένο, είχε καταντήσει αηδία πια! Εκεί που περίμεναν οι άνθρωποι το λεωφορείο, τους έδενε τα κορδόνια των παπουτσιών τους και ζντουπ, έπεφταν κάτω στο επόμενο βήμα τους! Τους κατάβρεχε με τα νερά από τα συντριβάνια, έβαζε αλάτι στα μπολ της ζάχαρης και είχε κάνει τη ζωή των κατοίκων σωστό μαρτύριο. Κάπου εκεί ανέλαβαν οι φίλοι μας οι νάνοι και έδιωξαν κλοτσηδόν τον αδίστακτο φαρσέρ!

    Μια άλλη εκδοχή για την προέλευσή τους είναι λίγο πιο σοβαρή. Λέγεται ότι στη δεκαετία του 1980, όταν οι Αρχές του κομμουνιστικού καθεστώτος έβαφαν τα αντικυβερνητικά γκράφιτι για να τα σβήσουν, το κίνημα αντίστασης απαντούσε ζωγραφίζοντας νάνους πάνω από αυτά. Το 2001, σε εκδήλωση προς τιμήν αυτής της αντίστασης, τοποθετήθηκε το γλυπτό ενός νάνου στην οδό Świdnicka. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

    Σύντομα, οι νάνοι άρχισαν να εμφανίζονται σε όλη την πόλη. Να αυξάνονται, να πληθαίνουν και να στολίζουν δρόμους, πεζοδρόμια, πάρκα, εισόδους κτιρίων, παράθυρα καταστημάτων, σιντριβάνια, βρύσες, φανοστάτες, ζαρντινιέρες, πλατείες, κήπους, γωνίες. Άρχισαν να κάνουν παρέα με τους περαστικούς, να τους κοιτούν από μακριά, να τους σχολιάζουν καλοπροαίρετα, να τους σατιρίζουν και τελικά να κάνουν τη ζωή και την καθημερινότητα πιο παιχνιδιάρικη, πιο χαρούμενη και πιο ονειρική.

    Το ενδιαφέρον μέσα σε όλα αυτά είναι ότι, καθώς οι μικρούληδες κατασκευάζονται από σύγχρονους καλλιτέχνες και τεχνίτες, μπορεί ο καθένας να τοποθετήσει έναν νάνο της δικής του έμπνευσης όπου θέλει, αρκεί να έχει τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, της εν λόγω τοποθεσίας.

    Μείναμε έξι πανέμορφες μέρες στο υπέροχο, στο φανταστικό Wroclaw, για το οποίο θα σας μιλήσω άλλη φορά. Σ’ αυτές τις μέρες, ανακάλυψα 26 νάνους και κάθε φορά που συναντούσα κάποιον η χαρά και η έκπληξη ήταν ίδια. Όμως τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό τον ένιωσα την τελευταία ημέρα, όταν με τα μπαγκάζια μας στην πλάτη, κατευθυνόμενοι προς τον σταθμό του τρένου για να πάμε στην Κρακοβία, κάναμε μια στάση σε έναν φούρνο για να πάρουμε ένα σνακ και εκεί, στο εξωτερικό περβάζι του παραθύρου, τσουπ, ο ταξιδιώτης νάνος με το σακ βουαγιάζ του στην πλάτη, μας αποχαιρέτησε με τον καλύτερο τρόπο!!!

    Εσείς, πόσους νάνους θα ανακαλύψετε;;; – χωρίς ζαβολιές, όμως, και χωρίς τη βοήθεια του χάρτη με τις τοποθεσίες τους, που παρέχει η πόλη…

  • Επόμενη στάση: Λονδίνο – Next station: London

    Επόμενη στάση: Λονδίνο – Next station: London

    Γράφει η Ιωάννα Λεβέντη

    Το Λονδίνο είναι μια πόλη που απλώνεται, αλλάζει, επεκτείνεται μανιωδώς. Οι ογκώδεις γερανοί και τα συνεχή έργα επέκτασης του Mετρό μαρτυρούν ότι εδώ, τίποτα δεν σταματά, ποτέ.

    Μεγαλώνοντας, το Λονδίνο έμοιαζε στο μυαλό μου, πότε με την πόλη του Gotham, πότε με βικτωριανό μυθιστόρημα. Όταν πρωτοπήγα ως φοιτήτρια, ένιωσα ότι είχε κάτι και απ’ τα δυο. And then some.

    Σπούδαζα λίγο πιο έξω από το Λονδίνο αλλά είχα πολλούς φίλους εκεί, πράγμα που μου επέτρεπε τα συχνά σούρτα φέρτα. Για να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στην πόλη, έπρεπε να κάνω αιματηρές οικονομίες όλη την εβδομάδα, καθώς τα μεταφορικά ήταν, και παραμένουν, πανάκριβα.

    Αλλά πάντα άξιζε τον κόπο.

    Μεγαλώνοντας βρισκόμουν πολύ συχνά εκεί, είτε για να ξεναγήσω τους μαθητές μου σε εκπαιδευτικές εκδρομές είτε για να επισκεφθώ φίλους.

    Κάθε φορά ανακάλυπτα και κάτι ακόμα.

    Παραλείποντας λοιπόν τα top 10 αξιοθέατα, ανάκτορα, παλάτια, μουσεία, ρολόγια και γέφυρες, θα αρχίσω από την κεντρική φλέβα του Λονδίνου, το Μετρό.

    Πολυάσχολο, κατατοπιστικό, και ευτυχώς, πανταχού παρόν. Όπου και να βρεθείς, προσανατολίζεσαι με τον χάρτη του μετρό. Μεγάλη ανακούφιση. Και επειδή το Λονδίνο είναι τεράστιο και το ανέβα – κατέβα τις σκάλες του μετρό θερμιδοβόρο, πάντα στο backpack φρόντιζα να έχω μαζί μου πατατάκια Walkers, μια σοκολάτα Terry’s, ένα egg and cheese sandwich και ένα μπουκάλι νερό. Αγγλικό starter pack για τις λιγούρες και τις ατελείωτες διαδρομές.

    Πρώτη στάση: King’s Cross St. Pancras

    Από τους πιο κεντρικούς σταθμούς του Λονδίνου. Σκοτεινός και αστικός. Κι όμως, στην καρδιά της περιοχής βρίσκεται μια πολύ όμορφη πλατεία, με 1000 μικρά σιντριβάνια τα οποία φωτίζονται και σχηματίζουν χορογραφίες. Η Granary Square είναι χτισμένη στις όχθες του Regent’s Canal, και εκεί, λίγο πιο κάτω από τα καφέ, τις pub και τα εστιατόρια, βρίσκεται ένα απίθανο πλωτό βιβλιοπωλείο πάνω σε μια Ολλανδική μαούνα, το Word on the Water. Την ιδέα την είχαν δύο τύποι το 2016, ο ένας εκ των οποίων άστεγος τότε πωλητής βιβλίων και ο άλλος κοινωνικός λειτουργός… Το Λονδίνο είναι γεμάτο καταπληκτικές ιστορίες! Αφού αγοράσεις το βιβλιαράκι σου, θα πας λίγο πιο κάτω για μπυρίτσα και φαγητό, στην pub The Queen’s Head. Κλασική, προσεγμένη pub, με ωραίο φαγητό χωρίς να χρειάζεται να πληρώσεις μια περιουσία. Αν και στις περισσότερες pub στην Αγγλία δεν υπάρχει μουσική, εδώ γίνεται η εξαίρεση. Εάν είσαι τυχερός, μπορεί να ακούσεις και ζωντανή τζαζ ή έστω ένα πιανάκι να παίζει κάπου στο βάθος.

    Μιλώντας για pub και για φαγητό, αν και οι Άγγλοι δεν φημίζονται για την κουζίνα τους, δεν γίνεται να μην δοκιμάσεις fish and chips και full English breakfast.

    Δεύτερη στάση: Covent Garden

    Εδώ σταματάμε για ψάρι, σε μια από τις πιο όμορφες περιοχές του Λονδίνου. Το Rock and Sole Plaice είναι ίσως το πιο παλιό chippie – μαγαζιά που πουλούν fish and chips – στο Λονδίνο, και βρίσκεται στο κέντρο του Covent Garden. Βέβαια, οι καντίνες που πουλούν fish and chips σε παραλιακά ψαροχώρια της Νοτιοανατολικής Αγγλίας προσφέρουν πιο αυθεντική εμπειρία αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Όπως και να το κάνουμε όμως, το Covent Garden είναι από τις ωραιότερες βόλτες στο μητροπολιτικό τοπίο. Τα αξιοθέατα πολλά: Το Royal Opera House, το Theatre Royal, το London Transport Museum. Αλλά όλη η μαγεία βρίσκεται στα υπαίθρια μαγαζιά μέσα στους κήπους του και στους φανταστικούς καλλιτέχνες του δρόμου που στήνουν ολόκληρες παραστάσεις μπροστά σου ενώ πίνεις τον καφέ σου ή απολαμβάνεις τα φημισμένα Ben’s cookies.

    Τρίτη στάση: Westminster

    Η περιοχή είναι τεράστια και εκτείνεται από τον Τάμεση μέχρι την διάσημη Oxford Street.

    Εδώ βολτάροντας βλέπεις το Westminster Abbey, το Westminster Palace, το Buckingham Palace, και το μεγαλύτερο κομμάτι του West End του Λονδίνου. Επειδή όμως ένα καλό πρωινό είναι ότι πρέπει πριν σαρώσουμε το Westminster, κάπου ανάμεσα στο Westminster Abbey και την Tate Gallery βρίσκουμε ένα από τα ωραιότερα μαγαζιά για παραδοσιακό αγγλικό πρωινό. Το Regency Cafe, πάνω στην Regency Street. Αγαπημένο πιάτο; Bubble and Squeak! Σωστό χωριάτικο πιάτο με πατάτα, λάχανο και μοσχαράκι. Θυμάμαι όμως ότι η πρώτη φορά που έφαγα σωστό Αγγλικό πρωινό ήταν με την φίλη μου την Leah στην Liverpool Street, στο Polo Bar. Τι και αν ήταν 8 το βράδυ; Το μαγαζί είναι ανοιχτό 24/7 και εμείς έπρεπε να φουλάρουμε με λουκάνικα, αυγά και φασόλια μετά από μια δύσκολή εξεταστική και μια ακόμη πιο δύσκολη παρουσίαση εργασίας. Comfort food at its best.

    Τέταρτη στάση: Picadilly Circus/Leicester Square

    Αυτή είναι, μαζί με την Trafalgar Square, από τις πιο διάσημες πλατείες του Λονδίνου.

    Περιοχή ασφυκτικά γεμάτη και πάντα πολυάσχολη, κρύβει μια από τις καλύτερες γειτονιές του Λονδίνου, το Soho. Αν είσαι party animal, εδώ θα βρεις μερικά από τα top clubs της πόλης. Προσωπικά, δεν έχω πάει ποτέ σε μεγάλο club στο Λονδίνο. Στο Soho όμως, έχει τύχει και έχω βρεθεί σε ένα από το καλύτερα jazz μαγαζιά της πόλης, το Ronnie Scott’s. Εκεί είδα live τον Billy Gobham, έναν από τους καλύτερους jazz fusion ντράμερ. Υπερβατική εμπειρία, ιδιαίτερα αν σου αρέσει αυτή η μουσική.

    Ένα επίσης όμορφο και ιστορικό μαγαζί, είναι το French House όπου ο Dylan Thomas έπινε τις μπύρες του και ο Charles De Gaulle το χρησιμοποιούσε ως εργασιακό χώρο κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. A classic. Προχωρώντας λίγο πιο κάτω, στο δυτικό άκρο του Soho, συναντάς την China Town. Φωτεινή, πολύχρωμη, τουριστική. Μια στάση για λίγο κινέζικο δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…

    Πέμπτη στάση, ή μάλλον κεφάλαιο 5o και καλύτερο: Open-air markets

    Και με αυτό θα κλείσω. Camden Town, Borough Market, Roman Road Market.

    Το Camden είναι ένα δαιδαλώδες, χαοτικό σύμπλεγμα ανοιχτών αγορών, όπου μπορείς να βρεις τα πάνταˑ από μαγαζιά με vintage ρούχα, δισκάδικα, παλαιοβιβλιοπωλεία, μουσικές σκηνές, εναλλακτικά clubs μέχρι πάγκους με φρέσκα προϊόντα και απίθανο street food από όλο τον κόσμο. Το Camden αξίζει αφιέρωμα από μόνο του. Εδώ έχω φάει το καλύτερο curry και έχω περάσει απίστευτα σε ένα από τα πιο θρυλικά club της περιοχής, το Electric Ballroom.

    H Borough Market είναι μια εκπληκτική υπαίθρια αγορά που φιλοξενεί μικρούς και μεγαλύτερους παραγωγούς με φρέσκα προϊόντα από όλη την Αγγλία, και η Roman Market μια από τις πιο ιστορικές αγορές του Λονδίνου στο East End που μετράει 150 χρόνια ζωής. Εδώ βρίσκεις τα πάντα, αν και προσωπικό αγαπημένο μαγαζάκι είναι το G Kelly pie and mash, από τα πιο παλιά της περιοχής,

    με ιδιαίτερες πίτες.

    Το Λονδίνο δεν τελειώνει. Έχει ακόμα άπειρα κρυμμένα βιβλιοπωλεία, υπέροχα πάρκα, και το City κάτω απ’ το ποτάμι, με τις σκοτεινές γειτονιές του και το εμβληματικό Barbican, κέντρο παραστατικών τεχνών, το μεγαλύτερο του είδους του στην Ευρώπη.

    Ο τουρίστας μαγεύεται. Ο ντόπιος, θα μπει το πρωί στο πιο κοντινό Costa για να πάρει τον καφέ του και γυρίζοντας από την δουλειά θα μπει στην pub της γειτονιάς του για μια μπύρα. Μετά στο σπίτι θα μαγειρέψει ή θα παραγγείλει το αγαπημένο του takeaway curry, και το Σαββατοκύριακο, αν ο καιρός είναι καλός, θα κάνει ποδηλατάδα στο πιο κοντινό πάρκο, θα πιει καφέ σε μια υπαίθρια αγορά και θα δει μαζί με τους φίλους του ένα από τα δεκάδες live της πόλης. Not bad, right?

  • Μαδρίτη – Madrid: αγαπημένες βόλτες και μουσεία

    Μαδρίτη – Madrid: αγαπημένες βόλτες και μουσεία

    Είναι κάποιες πόλεις, για τις οποίες δεν μπορείς να μιλήσεις, χωρίς να αναφερθείς σε σημαντικά μουσεία και έργα τέχνης που τις «στιγματίζουν», τις χρωματίζουν, τις ορίζουν. Όπως δεν γίνεται να μιλήσεις για το Παρίσι χωρίς να εστιάσεις στο Λούβρο και στον Άιφελ, όπως δεν υφίσταται η Νέα Υόρκη χωρίς το MOMA, το Γκούγκενχαϊμ και το Άγαλμα της Ελευθερίας, έτσι και η Μαδρίτη είναι άρρηκτα δεμένη με το Μουσείο Πράδο και το Reina Sofia.

    Έτσι λοιπόν σήμερα, πριν σας πάω στις αγαπημένες μου γειτονιές, πριν σας κεράσω καφέ, μπύρα και δείπνο, πριν σας ξεναγήσω σε πλατείες και πάρκα, θα κάνω κάτι που δεν συνηθίζω. Θα ξεκινήσω αυτό το ταξίδι με τέχνη! Και πιο συγκεκριμένα, με ζωγραφική που τόσο με γοητεύει.

    Στην πρωτεύουσα της Ισπανίας λοιπόν, αγαπημένοι μου φίλοι, βρίσκεται το Museo del Prado και το Εθνικό Μουσείο Τέχνης «Βασίλισσα Σοφία». Στο πρώτο έχουμε την ευκαιρία και τη χαρά να απολαύσουμε περίφημους πίνακες των El Greco, Tiziano, Rembrandt, Velazquez, Rafael, Rubens, Goya και πολλών άλλων καλλιτεχνών.

    Στο δεύτερο, οι πίνακες του Νταλί, και ειδικότερα το «Estudio para Premonición de la Guerra Civil» που πραγματεύεται τη φρίκη του πολέμου, ήταν αυτοί που κέντρισαν το ενδιαφέρον μου, και φυσικά η ξακουστή Guernica. «Αυτός ο τεράστιος καμβάς (3,54 x 7,82μ.) περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, στις 26 Απριλίου του 1937, Γερμανοί βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκερνίκα στη βόρεια Ισπανία. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.

    Ο Πικάσο απέφυγε να ζωγραφίσει αεροπλάνα, βόμβες ή ερείπια. Οι κυρίαρχες μορφές του έργου είναι ένας ταύρος και ένα πληγωμένο άλογο με διαμελισμένα κορμιά και τέσσερις γυναίκες που ουρλιάζουν κρατώντας νεκρά μωρά.» (Πηγή: Βικιπαίδεια)

    Κάπου έχω διαβάσει, νομίζω σε βιβλίο του Σόμερσετ Μομ, ότι όταν πηγαίνεις σε ένα μουσείο δεν πρέπει να βλέπεις όλα τα εκθέματα. Καλό είναι να πηγαίνεις ξανά και ξανά, και κάθε φορά να δίνεις την προσοχή σου σε συγκεκριμένο έργο, έτσι ώστε να το μελετάς, να το αισθάνεσαι, να αφήνεσαι στον κόσμο που θέλει να σε παρασύρει ο καλλιτέχνης. Αυτό ακούγεται πολύ όμορφο για τους μόνιμους κατοίκους των πόλεων. Δυστυχώς, όταν είσαι απλός επισκέπτης, δεν έχεις τον χρόνο να κάνεις κάτι τέτοιο. Σίγουρα βέβαια, από κάθε επίσκεψη σε μουσεία, κάποια έργα σου μένουν περισσότερο από άλλα, οπότε μάλλον αποφασίζει το υποσυνείδητό σου γι’ αυτά που σε εντυπωσίασαν πιο πολύ. Σε κάθε περίπτωση, η Guernica είναι πίνακας που δεν ξεχνιέται.

    Πάμε τώρα για να σας ξεκουράσω από την ορθοστασία των μουσείων, απέναντι από το Πράδο και λίγο αριστερά, στην Plaza Plateria de Martinez να πιούμε ένα καφεδάκι ή μια σανγκρία στο La Platería, δίπλα στο υπέροχο πάρκο του μουσείου και στο σιντριβάνι του 1792. Μπορούμε βεβαίως να πιούμε και μπύρα. Σίγουρα, όταν βρισκόμαστε στην Ιταλία ενδείκνυται να πίνουμε καφέ και κρασί, εδώ στην Ισπανία όμως, ο καφές δεν είναι τόσο υπέροχος όσο η σανγκρία και η μπύρα με τη συνοδεία λαχταριστών αλλαντικών και tapas, δεν συμφωνείτε;

     

    Εφόσον χαλαρώσαμε πια, είμαστε έτοιμοι να περπατήσουμε έναν από τους αγαπημένους μου δρόμους της Μαδρίτης. Ο περίπατος στην Calle de las Huertas μας οδηγεί στο κέντρο της πόλης περνώντας από αμέτρητα μπαράκια και γραφικά μαγαζιά, και καταλήγουμε στην γοητευτική Plaza de Jacinto Benavente, που βρίσκεται κάτω από την κεντρική πλατεία της Μαδρίτης, την ξακουστή Πουέρτα ντελ Σολ, και απέναντι από την μυστηριώδη και ατμοσφαιρική Plaza Mayor. Πολλοί λένε ότι η Μαδρίτη δεν αξίζει σαν πόλη, παρά μόνο για τα μουσεία της. Εγώ διαφωνώ κάθετα και απόλυτα. Την έχω επισκεφθεί δύο φορές και αγαπώ τα κάλλη της, τις αμέτρητες θελκτικές πλατείες της, την πληθώρα επιλογών σε γαστρονομικούς προορισμούς, σε μουσικές σκηνές, σε αγορές, σε μπαράκια με ζωντανά συγκροτήματα, αγαπώ την ευγένεια και την φιλοξενία των κατοίκων, τις τόσες διαφορετικές γειτονιές της, την ζωντάνια της, τη φινέτσα και φυσικά την αρχιτεκτονική της χάρη. Όποιος περπατήσει και εξερευνήσει αυτήν τη λαμπερή πόλη, δεν μπορεί να αντισταθεί στην σαγήνη της.

     

    Κι επειδή θέλω να την αγαπήσετε όσο εγώ, θα σας πάω στον ωραιότερο δρόμο της πόλης, στην ωραιότερη γειτονιά της δυο βήματα από την Πλάθα Μαγιόρ. Calle de la Cava Baja! Αυτός είναι ο προορισμός μας για ποτό, φαγητό και περατζάδα. Σ’ αυτόν και στους διπλανούς δρόμους θα νοιώσετε τον παλμό της πρωτεύουσας της Ισπανίας και θα ερωτευτείτε μ’ αυτή ή και μεταξύ σας!

    Πολύ ωραίο ξενοδοχείο στην Cava Baja είναι το Posada Del Dragón στο νούμερο 14, που η θέση του θα σας επιτρέψει να γυρίσετε την πόλη με άνεση και … ποδαράτοι. Οι επιλογές μας για φαγητό είναι πολλές, όπως το Pez Tortilla, το La Perejila και το Casa Lucas και για ποτό το Vermutería Black Bolita και το πολύ ενδιαφέρον Poco a poco Café & Bar, που βρίσκεται παραδίπλα, στην Calle del Almendro 10.

    Και φυσικά, εφόσον ανέφερα το φαγητό, είναι αδύνατο, μη σας πω και απαράδεκτο, να μην σας πάω στον παράδεισο των καλοφαγάδων, την κλειστή αγορά τροφίμων, που μοιάζει περισσότερο με ένα μεγάλο καφέ-μπαρ-ρέστοραν, χτισμένη το 1916, με ντόπια τρόφιμα και λιχουδιές που ούτε καν τις φαντάζεστε σε μια πολύ κομψή ατμόσφαιρα. Mercado de San Miguel, στην Πλατεία του Σαν Μιγκέλ, ένα μόλις βήμα από την Plaza Mayor.

    Την αναφέρω, την ξαναναφέρω, τί λέτε να πάμε να την επισκεφτούμε επιτέλους;! Πλάθα Μαγιόρ! Μία φορά αρκεί να την επισκεφθεί κανείς, και δεν την ξεχνάει ποτέ! Βρίσκεται τόσο κεντρικά, που σίγουρα θα καταφέρετε να την δείτε και μέρα και νύχτα. Η γοητεία της είναι παραμυθένια και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι φεύγεις από τον αληθινό κόσμο και κάνεις ένα διάλλειμα μακριά από όλα κι απ’ όλους.

    Κι αφού διαλλειματωθήκαμε, ας περπατήσουμε λίγο στο κέντρο, στην όμορφη calle Mayor, με τις περιποιημένες βιτρίνες, που θα μας οδηγήσει στην Πλατεία Sol, Puerta del Sol, την κεντρική πλατεία της πόλης με τα υπέροχα αγάλματα, που πήρε το όνομά της από μία από τις πύλες των τειχών που περικύκλωναν την Μαδρίτη τον 15 αιώνα.

    Ας δώσουμε ένα φιλάκι στην αγαπημένη αρκούδα των ντόπιων, που τεντώνεται χαριτωμένα για να φτάσει την κουμαριά που αναπαρίσταται στο έμβλημα της Μαδρίτης ( El Oso y el Madroño ), κι ας ανηφορίσουμε στην Calle de Preciados, για να μπούμε στο νούμερο 25, σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ενημερωμένα Desigual του κέντρου. Ένα δωράκι στον εαυτό μας και στους αγαπημένους μας το οφείλουμε, σωστά; στους πολύ πολύ αγαπημένους, όμως. Μην κάνετε το λάθος που έκανα στα πρώτα μου ταξίδια, που έχανα μέρες ολόκληρες να ψάχνω δώρα, κυριολεκτικά για τους πάντες! Ένα μικρό σουβενίρ, μια κάρτ ποστάλ, αρκεί για να δείξουμε ότι σκεφτήκαμε τους γνωστούς μας. Μην κουβαλάτε μία βαλίτσα εξτρά για δώρα!!!

    Θέλετε να τριγυρίσετε κι άλλο; όλοι οι δρόμοι ανάμεσα στην calle Mayor και στην Gran Via είναι ότι πρέπει για να χαζέψουμε βιτρίνες, να ψωνίσουμε, να τσιμπολογήσουμε και να δούμε πράγματα που θα μας εκπλήξουν … δυσάρεστα, όπως νεαρές κοπέλες, όλες ντυμένες με το ίδιο φόρεμα/στολή, να εκδίδονται μέρα μεσημέρι στο κέντρο της πρωτεύουσας! Αν σας πίκρανα, θα επανορθώσω αμέσως. Θα σας πάω για γλυκό να σας φτιάξω τη διάθεση, στο αγαπημένο Chocolatería San Ginés, στην Pasadizo de San Ginés 5, να πιούμε τη ζεστή μας σοκολάτα, σκέτη ή με espresso, να βουτήξουμε μέσα και ένα τσούρος και να το … καταβροχθίσουμε! Προσέξτε μην λερωθείτε! Εννοείται ότι θα διαλέξουμε και διάφορες από τις τέλειες τρούφες!

    Πάμε τώρα να φρεσκαριστούμε, να βάλουμε καθαρά ρούχα, γιατί τα προηγούμενα γέμισαν σοκολάτες, και να δώσουμε το βραδινό μας ραντεβού – και το τελευταίο μας για σήμερα – κάπου εκεί κοντά που ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στη Μαδρίτη. Στο Café Central, στην Plaza del Ángel 10, πέρασα μία από τις πιο ζωντανές, κεφάτες και ενθουσιώδεις βραδιές μου στην πόλη. Τα jazz lives αυτού του μπαρ είναι αξιομνημόνευτα και ελπίζω να πετύχουμε ένα τέτοιο. Η ορχήστρα αποτελούνταν από μουσικούς άνω των εξήντα, οι οποίοι τα σπάσανε κυριολεκτικά! Τί κέφι ήταν αυτό, τί τρέλα, τί χαρά! Όλοι στο μαγαζί ήταν όρθιοι, χόρευαν και χειροκροτούσαν, οι κύριοι της ορχήστρας απευθύνονταν στο κοινό και σχολίαζαν με τον δικό τους τρόπο, τραγουδώντας και σολάροντας με τις τρομπέτες τους, η ατμόσφαιρα παλλόταν από ενθουσιασμό και ενέργεια. Εύχομαι όλοι μας να ζήσουμε κι άλλες τέτοιες βραδιές και να γυρίσουμε στα κρεβάτια μας κατάκοποι από πραγματική και ουσιαστική διασκέδαση!

    Ελπίζω να μην σας κούρασα πολύ. Κρατάω για την επόμενη βόλτα μας την συνάντησή μας με τον

    Δον Κιχώτη, την εξερεύνηση της πιο μποέμ γειτονιάς της πόλης, την βαρκάδα στο κέντρο της πόλης, την απόλαυση του παραδοσιακού σάντουιτς με μπακαλιάρο και πολλών τάπας καθώς και τη γνωριμία μας με τον βασιλιά των … νουντλς!!!

    Ως τότε, σας ευχαριστώ για την όμορφη παρέα,

    Σας φιλώ, όπως πάντα, γλυκά,

    Άννα.

     

     

     

     

  • Κυκλώνοντας το νησί – Κυνηγώντας τους Ισλανδικούς καταρράκτες – Iceland

    Κυκλώνοντας το νησί – Κυνηγώντας τους Ισλανδικούς καταρράκτες – Iceland

    Κάπου εκεί ψηλά στην υδρόγειο, αγγίζοντας τον αρκτικό κύκλο μέσω της νήσου Grimsey, βρίσκεται η μαγική χώρα της Ισλανδίας. Χαρακτηρίζεται από την πληθώρα των ενεργών ηφαιστείων, τους μεγάλους παγετώνες, το αρειανό έδαφος (δεν έχω πάει στον Άρη, αλλά κάπως έτσι τον φαντάζομαι), τις απότομες βουνοπλαγιές, τα ιαματικά λουτρά, τους θερμοπίδακες (greysers).

    Αλλά και τα τρολς, τις νεράιδες και τους «κρυμμένους ανθρώπους» (huldufolk). Η απόκοσμη ομορφιά και η μοναδικότητα της ισλανδικής φύσης απoτέλεσε πηγή έμπνευσης για πληθώρα μύθων και παραμυθιών. Τα μεταφυσικά όντα, ενταγμένα στο ισλανδικό τοπίο, μαρτυρούν την ανάγκη των κατοίκων να προστατευτούν από την ομηρία του ανυπέρβλητου και επικίνδυνου και τους διδάσκουν το σεβασμό προς τη φύση. Σκεφτείτε πως το 2015 σταμάτησε η κατασκευή ενός δρόμου, καθώς συνεχείς βλάβες των μηχανημάτων αποδόθηκαν σε δουλειά των νεραϊδών! Αποφάσισαν λοιπόν να μην τις ενοχλήσουν περαιτέρω, αλλάζοντας την προκαθορισμένη διαδρομή. Μα δεν είναι υπέροχοι;! Αν ζούσα εκεί, σίγουρα θα πίστευα κι εγώ!

    Έτσι λοιπόν ξεκινάμε το ταξίδι μας, όχι με μία βάρκα των Vikings, άλλα πάνω σε τέσσερις τροχούς. Φυσικά η Ισλανδία δεν είναι ένα μέρος για να κάτσεις στα αβγά σου. Σε καλεί να τη γυρίσεις και να την εξερευνήσεις. Εμείς επιλέξαμε ένα τετρακίνητο όχημα για αυτήν τη δουλειά (το πιο οικονομικό που βρήκαμε – 650€ για 10 μέρες). Οι αρχικές εικόνες από το δρόμο έχουν μείνει ανεξίτηλες στο μυαλό μου, δείχνοντάς μου τον λατρεμένα ιδιόρρυθμο χαρακτήρα της ισλανδικής φύσης. Περίεργοι θάμνοι, πετρώματα ακανόνιστων σχημάτων, στέπες, βραχώδη εδάφη και εκτάσεις με στερεοποιημένη λάβα, εναλλάσσονταν στην πιο ενδιαφέρουσα μονοτονία! Ήταν ένα αίσθημα κενού που σε έκανε να αισθάνεσαι πιο γεμάτος από ποτέ! Ξέρω ότι παρεκτρέπομαι, αλλά ισχύει!

    Λένε πως μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις.. Για την Ισλανδία αυτό δεν ισχύει!

    Η χώρα αυτή είναι συναίσθημα και ιδέα, όχι μόνο όψη.

    Οδηγώντας 4 με 5 ώρες την ημέρα, το αυτοκίνητο αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι του ταξιδιού. Αν σε κάποιον φαίνονται πολλές θα ήθελα να έρθω με μία γόμα και να το σβήσω από το μυαλό του.

    Έρχομαι να επιχειρηματολογήσω: Με τις μαγευτικές εικόνες που συναντάει κάποιος θα μπορούσε να σταματάει ανά δέκα λεπτά και να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο για να περπατάει αποχαυνωμένος με το στόμα ανοιχτό! Εμείς επιλέξαμε να σταματάμε ανά 45 με 60 λεπτά, ώστε να φθάνουμε εγκαίρως και στους εκάστοτε προορισμούς. Επίσης, εφοδιασμένοι με πάμπολλα ισλανδικά σνακς αποκτούσαμε θερμίδες να έχουμε να καίμε στο περπάτημα, κερδίζαμε κάποια γεύματα που θα κόστιζαν αρκετά και μαζεύαμε λίπος για θερμομόνωση. Ευχάριστη νότα στο ταξίδι προσέδιδαν και αυτοσχέδια παιχνίδια αυτοκινήτου του στυλ «σε πόση ώρα θα εμφανιστεί ένα άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο», ή «ποιος θα προφέρει καλύτερα μία ισλανδική λέξη». Εν γένει, το ισλανδικό αυτοκινητοτάξιδο αποτελεί έναν υπέροχο τρόπο να νιώσει κάποιος ελεύθερος (αν όχι στην Ισλανδία, τότε πουθενά), κινούμενος προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, χωρίς να κουραστεί μηδέ ψυχικά, μηδέ σωματικά (άπειρες ευκαιρίες για όσες στάσεις επιθυμείς να κάνεις). Διέγραψα από το μυαλό σας οποιαδήποτε υποψία κούρασης;

    Αν ναι, πάμε παρακάτω …

    Το πράσινο, το μαύρο και το άσπρο είναι τα χρώματα που κυριαρχούν καθώς περιδιαβαίνεις αυτή την χώρα και εμπλουτίζονται από την όψη του υδάτινου στοιχείου, της θάλασσας και των καταρρακτών.

    Προχωρώντας με το αυτοκίνητο λοιπόν, αποφασίζει η ομήγυρη για μία ακόμα στάση μπροστά στη θέα μίας ταμπέλας που μαρτυρούσε την ύπαρξη ενός καταρράκτη. Λόγω των χιλιάδων καταρρακτών που υπάρχουν στην Ισλανδία, ήταν ένα συχνό φαινόμενο να συναντάμε ταμπέλες ή και να τους βλέπουμε να ρίχνουν τα νερά τους από δώθε κι από κείθε. Ολίγον τι οκνός εγώ και βαρύς (ίσως από τα πολλά ισλανδικά μπισκότα), βγαίνοντας από το αυτοκίνητο ρωτάω σε άπταιστα αγγλικά μία τύπισσα μαγκιόρα και κουλ, που φαινόταν να γυρνάει από έναν καταρράκτη που ήθελε το περπατηματάκι του, δεν ήταν εκεί δίπλα: «Ιζ ιτ γουορθ ιτ του γκοου εντ σι δις γουοτερφολ??!!…» Ευθύς αμέσως μου απαντάει:

    «all waterfalls are worth it.» Αυτή η λακωνική και κομψή απάντηση, ντυμένη με μία αποστομωτική απλότητα -συγκρίσιμη με πολλές ατάκες των παιδιών- με έκαναν να δω την εν λόγω κυρία ως μία αναδυόμενη και φωτεινή φιγούρα που κινείται προς τον ουρανό και κρύβει όλα τα μυστικά της ευζωίας. Στη συνέχεια του ταξιδιού δεν άφησα καμία ευκαιρία για να δω καταρράκτη ανεκμετάλλευτη, αντικρύζοντάς τους όλους με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχα και στον πρώτο. Με χιλιάδες καταρράκτες λοιπόν, η απότομη αυτή πτώση του υγρού στοιχείου θα αποτελέσει μία από τις καλύτερες παρέες στο ταξίδι σου. Είτε από ψηλά, είτε από χαμηλά, είτε καθώς τους προσπερνάς, «όλοι οι καταρράκτες αξίζουν».

    Ο πρώτος, στο ξεκίνημα του ταξιδιού μας ήταν ο Gulfoss. Αποτελεί έναν από τους χαρακτηριστικότερους καταρράκτες της Ισλανδίας, λόγω της εγγύτητάς του στην πρωτεύουσα (μιάμιση ώρα οδικώς), καθώς και του μεγέθους του. Είναι μέρος του «χρυσού κύκλου» (golden circle: περιλαμβάνει μία σειρά αξιοθέατων και είναι το μάστ για τον κάθε ταξιδιώτη). Αξιομνημόνευτος είναι ο θόρυβος που έκανε όσο τον πλησιάζαμε (μιλάμε για απίστευτες ποσότητες νερού να κατρακυλούν) και τα σταγονίδια που μας περικύκλωναν αφού τον φτάσαμε! Μπορείς να φτάσεις και λίγο πιο πέρα, αντικρίζοντας το σημείο πτώσης του καταρράκτη.

    Συνεχίζοντας το ταξίδι μας συναντήσαμε τον Seljalandsfoss. Ένας εντυπωσιακότατος καταρράκτης 60 μέτρων που προσφέρει τη δυνατότητα να τον δεις με άλλο μάτι, δηλαδή από την πίσω πλευρά! Για εμένα, αφού συγκέντρωσα πλείστες πληροφορίες (καμία απολύτως!..), αποτελεί τον πιο φωτογραφημένο καταρράκτη!

    Με λίγο περπάτημα, κάποιες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, βρίσκεται ο αγαπημένος μου καταρράκτης,

    ο Gljufrabui. Πρόκειται για ένα φυσικό διαμάντι που παίζει κρυφτό μαζί σου. Πατώντας πάνω σε πέτρες και βρέχοντας λίγο τα πόδια σου από τα απόνερά του, φτάνεις κοντά του για να τον θαυμάσεις.

    Τα νερά του, γλύφοντας τους καταπράσινους βράχους πέφτουν κάτω. Εκεί υπάρχει και ένας βράχος όπου ανεβαίνεις πάνω του και σηκώνοντας τα χέρια, νιώθεις ότι καλείς τα νερά να κατέβουν. Ένιωσα τέτοια μαγεία που απλά ξάπλωσα εκεί, επάνω στο βράχο και έμεινα για κάνα δυο λεπτά. Θα μπορούσα να μείνω για πάντα, αλλά είπα να δώσω χώρο και χρόνο και σε κάποιους άλλους ταξιδιώτες, οι οποίοι κατέφθασαν για να θαυμάσουν. Οπωσδήποτε θα χρειαστείτε αδιάβροχο, ώστε να μη βραχούν τα πάντα! Αλλά και να βραχούν δεν πειράζει.. c’est la vie!

    Αφήνοντας ένα κομμάτι της καρδιάς και της ψυχής μου εκεί, σηκώθηκα, πέρασα τις πέτρες-βήματα (είχα λάβει εκπαίδευση στα μικράτα μου όπου το χαλί ήταν η λάβα και έπρεπε να της ξεφύγω πατώντας στα μαξιλάρια) και βγήκα στον ήλιο να ψιλοστεγνώσω πριν επιστρέψω στο αυτοκίνητο. Επόμενος καταρράκτης ο Skógafoss. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους της χώρας, με 25 μέτρα πλάτος και 60 μέτρα ύψος. Λόγω της ανοιχτωσιάς που έχει μπροστά του, το συνονθύλευμα των σταγονιδίων αντανακλά το ηλιακό φως, προσφέροντας το θέαμα ενός ή και δύο ουράνιων τόξων. Ειρήσθω εν παρόδω, κάτω από αυτόν τον καταρράκτη έπαιξε φασούλα με Τζον Σνόου και Καλίσι, μετά από μία κουραστική βόλτα με τους δράκους!

    Η επόμενη μέρα περιλάμβανε την επίσκεψή μας στο Vatnajökull National Park, που αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο εθνικό πάρκο της Ευρώπης, καλύπτοντας το 14% της Ισλανδίας και έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο. Να σας πω την αλήθεια τα αγαπάω τα μνημεία της Ουνέσκο, γιατί αποτελούν οργανωμένα μέρη επίσκεψης χωρίς όμως να χάνουν κάτι από τη φυσικότητά τους. Όπως είναι λογικό, λόγω του μεγέθους του, στο πάρκο υπάρχουν ο μεγαλύτερος παγετώνας εκτός αρκτικού κύκλου, ενεργά ηφαίστεια καλυμμένα με πάγο, μεγάλες πεδιάδες, βουνά και καταρράκτες.

    Εμείς στο πάρκο αυτό κινηθήκαμε μινιμαλιστικά, ώστε να προλάβουμε να δούμε και την υπόλοιπη Ισλανδία ( χρειάζεται να θυσιάσεις κάποια αξιοθέατα όταν δεν έχεις χρόνο να δεις τα πάντα ). Επισκεφθήκαμε που λέτε τον καταρράκτη Svartifoss (μαύρος καταρράκτης), έναν εντυπωσιακό καταρράκτη, με πολλά σημεία θέασης. Ο Svartifoss πήρε το όνομά του από τις μαύρες εξαγωνικές στήλες (αποκύημα ροής λάβας) που τον περιβάλλουν. Όποιος θέλει μπορεί να δει τον καταρράκτη και από ψηλά, με λίγο έξτρα περπάτημα. Η θέα είναι υπέροχη, αναζωογονητική και γεμάτη ευχάριστες φυσικές εκπλήξεις! Εκατέρωθεν του καταρράκτη ξεχύνονται μονοπάτια με κρυμμένα διαμάντια, ανάλογα με το χρόνο που έχει έκαστος να επενδύσει!

    Συνεχίζοντας το κυνήγι καταρρακτών, φτάνουμε στον καταρράκτη κόλαφο, όπου επικοινώνησα με τη σύγχρονη Πυθία. Πρόκειται για τον Rjukandi waterfall (ώρες αναζήτησης στο διαδίκτυο για να βρω το όνομά του), επάνω στον ring road. Ενώ οι λοιποί πήγαν από το καθιερωμένο μονοπάτι, εγώ κάπως έπρεπε να διοχετεύσω τη νεοαποκτηθείσα μου όρεξη για το waterfall watching. Πήδηξα έναν κοντό φράχτη και κατευθύνθηκα προς το ανέβασμα-σκαρφάλωμα της πλαγιάς. Σε κάποια σημεία δεν ήξερα που πατούσα και που θα βρισκόμουν, όλα καλά όμως. Φτάνοντας σε ένα αρκετά ψηλό σημείο, σταμάτησα και βάλθηκα να τον κοιτάζω επίμονα. Όλες τις μικρές ροές που κατέληγαν στο ίδιο ποτάμι με τον κύριο καταρράκτη. Και μετά το βλέμμα μου ταξίδεψε προς τα πίσω, αντικρύζοντας μία κοιλάδα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Σίγουρα οι εικόνες που έχω στο μυαλό μου και οι λέξεις δεν μπορούν να αποτυπώσουν το μεγαλείο που αντίκρισα! Το αίσθημα ευγνωμοσύνης που ένιωθα, όχι μόνο λόγω του ότι μπορούσα να βρίσκομαι σε αυτό το μοναδικό και αλησμόνητο μέρος, αλλά επειδή κάτι τόσο μεγαλύτερο από εμένα, όπως η φύση, είχε ανοίξει την αγκαλιά του και με φιλοξενούσε παρά την αγριότητά του, με έκανε να καθίσω κάτω, να κλείσω τα μάτια και να μυρίσω, να αγγίξω το χώμα, να ενεργοποιήσω όλες μου τις αισθήσεις για να το βιώσω σε όλο του το μεγαλείο και να μη το ξεχάσω ποτέ!

    Κλείνοντας το κυνήγι των καταρρακτών, και εξαιρώντας κάποιους που είδαμε από μακριά ή ακούσαμε, φτάνουμε στον Detifoss. Βρίσκεται στο εθνικό πάρκο Vatnajökull και αποτελεί τον μεγαλύτερο και ισχυρότερο καταρράκτη της Ευρώπης. Ο υπερθετικός των επιθέτων σίγουρα προσθέτει στο δέος που διακατέχει τον θεατή που τον θαυμάζει. Εμένα με συντάραξε όλο το πλαίσιο της ύπαρξης του. Για να τον φτάσουμε περπατήσαμε περί των 45 λεπτών. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λιωμένους πάγους και λασπώδες έδαφος, στο οποίο είχαν προστεθεί διάφορα ξύλα για να σωθούν τα υποδήματα των ταξιδιωτών. Φτάνοντας εκεί σε εξιτάρει το ηφαιστιογενές τοπίο. Φυσικές εξάγωνες κολώνες (σχηματισμένες από λάβα) έδιναν ροή στην απότομη κίνηση των δυναμικών και γκριζωπών, λόγω των ηφαιστειακών ιζημάτων, νερών του. Μέσα από τη δυναμική, τραχιά, σταθερή και επιβλητική τους θέση ενώνονται με την αέναη κίνηση των ορμητικών νερών. Το γιν και το γιαν δίνουν τα ρέστα τους με άλλα λόγια! Μένοντας για αρκετή ώρα αποσβολωμένοι, θαυμάζαμε παράλληλα τα χιόνια να λιώνουν σε υπέροχα ασπρόμαυρα μοτίβα (άσπρο του χιονιού, μαύρο της λάβας). Φεύγοντας πλημμυρισμένοι με νέες εικόνες αμβλύναμε το αρχικό δίλημμα, αν θα πάμε στο Selfoss ή στον Detifoss, προχωρώντας κάποια έξτρα μέτρα για να δούμε από μακριά τον Selfoss, και ακόμα κι έτσι, μία αποχαύνωση αντικρίζοντάς τον, τη νοιώσαμε!

    Και κάπως έτσι, αποχαιρετώντας τον Selfoss από μακριά, ανανεώνουμε το ταξιδιωτικό ραντεβού μας για το δεύτερο μέρος της Ισλανδίας. Εκεί θα συναντήσουμε διαμαντένιες και μαύρες παραλίες, πέτρινα τρόλς, θερμές πηγές και φάρους! Έως τότε, και αφού δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε κανονικά, ας συνεχίσουμε τα νοητά μας ταξίδια για τη διατήρηση ενός άνευ όρων ενθουσιασμού, πηγή έμπνευσης

    και ζωής!

    Ευχαριστώ που με αφήσατε να συνταξιδέψουμε!

    Χρήστος Τ.

  • Ιταλία, Emilia-Romagna, Cesena, Cesenatico

    Ιταλία, Emilia-Romagna, Cesena, Cesenatico

    Όταν σας πήγα στο Βελιγράδι για σπαγγέτι με θαλασσινά (στο «Saran» στο Zemun), σας υποσχέθηκα να επανέλθω με την καλύτερη μακαρονάδα θαλασσινών της μέχρι τώρα ζωής μου. Και ιδού!

    Επανήλθα για να σας συνοδεύσω σε μία πανέμορφη μικρή βόλτα στο γραφικό και καρτποσταλικό Τσεζενάτικο, στα παράλια της αγαπημένης μου Ιταλίας, στην περιφέρεια Αιμίλια-Ρομάνα. Πάνω στο κύμα της Αδριατικής! Ετοιμάστε βαλίτσες, λοιπόν, κλείστε τα μάτια, ανοίξτε χάρτες και φύγαμε.

    To Cesenatico είναι ένα ψαροχώρι με περίπου 26.000 κατοίκους, αρκετοί από τους οποίους ασχολούνται με την αλιεία μυδιών. Το κέντρο της παλιάς πόλης το χωρίζει στη μέση το κανάλι του λιμανιού Leonardesco, στο οποίο λέγεται ότι έκανε βελτιώσεις το 1502 ο Λεονάρντο ντα Βίντσι.

    Δεξιά κι αριστερά του καναλιού, που καταλήγει στη θάλασσα, βλέπουμε τραττορίες, εστιατόρια, τουριστικά μαγαζάκια, ανέμελα μπαράκια, πολύχρωμα κτίρια με κεραμίδια, βάρκες και ψαροκάικα γεμάτα μύδια μέσα στα ειδικά δίχτυα τους, ενώ περπατάμε σε πλακόστρωτο πεζόδρομο στολισμένο με ζαρντινιέρες, λουλούδια και σικάτους φανοστάτες. Διαβάτες μας προσπερνούν, κάθονται στα παγκάκια μπροστά στο νερό με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και απολαμβάνουν τον ήλιο και την χαλαρή ατμόσφαιρα. Σε μια εσοχή ένα κτίριο σε στυλ art nouveau τραβάει την προσοχή μας. Πάμε να δούμε τί είναι; ευωδιά θάλασσας και φρέσκων ψαριών φτάνει στις μυτούλες μας και αυτό που αντικρύζουμε, είναι το όνειρο κάθε ψαροφάγου, κάθε καλοφαγά και κάθε μάγειρα! Φρέσκα ψάρια, μικρά και μεγάλα, άλλα ολόκληρα κι άλλα φιλεταρισμένα, γαρίδες, καραβίδες, μύδια, αχιβάδες, μικροσκοπικά αχιβαδάκια, τα γνωστά vongole, σουπιές, καλαμαράκια, ειδικά κομμάτια ψαριού για να φτιάξεις σούσι και ότι άλλο βγάζει ο παράδεισος του βυθού και μπορεί να μαγειρευτεί. Βρισκόμαστε λοιπόν, στην αγορά ψαριών του 1911. Τόσο κεντρική και τόσο πεντακάθαρη!

    Όμως, δεν θα σας τυραννήσω άλλο. Πάμε να τα γευτούμε όλα αυτά σε ένα πιάτο!

    Αν έχετε έρθει με αυτοκίνητο, το παρκάρετε δωρεάν στο Parcheggio Largo San Giacomo, και κατευθύνεστε προς το κανάλι και το γεφυράκι της Via Aurelio Saffi. Στρίβετε δεξιά αφού το διασχίσετε

    και πάμε μαζί να διαλέξουμε τραπέζι στο Cucinadimare. Εδώ θα απολαύσουμε, πάνω στο κανάλι, την σπαγγέτι που τα έχει όλα: μύδια ημέρας, αχιβάδες, γαρίδες, καραβίδες, χταπόδι, καλαμάρι, σουπιά και βόνγκολε, σερβιρισμένα μέσα στο τηγάνι στο οποίο μαγειρεύτηκαν. Το διαλέξαμε χωρίς ντομάτα και η νοστιμιά του ήταν τέτοια που είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις. Ένα θα σας πω. Αν ξαναβρεθώ σ’ αυτήν τη μεριά της Ιταλίας, σίγουρα θα διανύσω μερικά έξτρα χιλιόμετρα για να την ξαναγευτώ. Είναι από τις γεύσεις που δεν ξεχνάς και που σπάνια απολαμβάνεις.

    Μετά το υπέροχο γεύμα μας δεν μπορώ να μην σας πάω για παγωτό ή γλυκό. Η Cremeria Da Vinci βρίσκεται σχεδόν απέναντί μας, αλλά είναι μέσα στο στενό και δεν τη βλέπουμε. Ξαναδιασχίζουμε το γεφυράκι, φτάνουμε στην άλλη πλευρά του καναλιού, περπατάμε λίγο την Corso Giuseppe Garibaldi και στρίβουμε δεξιά στην Via N. Baldini. Στο νούμερο 7 αφήνουμε τα μάτια πρώτα να χορτάσουν κι έπειτα διαλέγουμε γεύση παγωτού. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται κανείς στην Ιταλία και να μην τρώει τουλάχιστον ένα παγωτό την ημέρα!

    Εφόσον καταναλώσαμε αλμυρά και γλυκά, ας περπατήσουμε λίγο προς το Porto Canale Leonardesco, να χαζέψουμε τα κουκλίστικα πλεούμενα, να τα φωτογραφίσουμε και να ρομαντζάρουμε τώρα που πέφτει ο ήλιος και όλα γίνονται πορτοκαλοκόκκινα. Όπως βλέπετε, καμία από τις δύο γέφυρες δεν ανοίγει. Αυτά τα πανέμορφα σκαριά δεν βγαίνουν από δω. Βρίσκονται στο κανάλι για να το ομορφαίνουν. Για τα μάτια μας μόνο! Όλο αυτό το σκηνικό είναι τόσο γοητευτικό τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά και τα Χριστούγεννα που γεμίζει φωτάκια, φαντάζει παραμυθένιο!

    Ένας ακόμη περίπατος που θα μας πλουτίσει σε εικόνες, είναι ο κύκλος που μπορούμε να κάνουμε από εδώ που είμαστε να γυρίσουμε προς την αγορά ψαριών και να συνεχίσουμε παραλιακά από την Viale Porto, και να στρίψουμε στην Viale Nino Bixio ακολουθώντας το νερό που περικυκλώνει το ιστορικό κέντρο του Cesenatico. Οπουδήποτε κι αν στρίψουμε δεξιά και πάλι δεξιά, θα ξαναβρεθούμε στην Corso Giuseppe Garibaldi. Όλα τα δρομάκια είναι ενδιαφέροντα σ’ αυτήν την κουκλίστικη πόλη και θα σας αφήσω να τα εξερευνήσετε.

    Πριν εγκαταλείψουμε για την επόμενη στάση του ταξιδιού μας, θα σας συστήσω και μία πιτσαρία στην οποία θα χαρούμε πίτσα σπιτική, θα χορτάσουμε και δεν θα καταξοδευτούμε. Κι αυτό το τονίζω, γιατί στην γειτόνισσα χώρα, όσο πιο βόρεια ανεβαίνουμε, τόσο πιο πολύ ανοίγουμε και αδειάζουμε το πορτοφόλι μας. Στην Pizzeria D’Asporto Pizza N’Love, που βρίσκεται στην οδό Viale Giuseppe Mazzini 46, θα φάμε καλά και θα πληρώσουμε σωστά.

    Πάμε να πάρουμε ένα καφεδάκι πακέτο για το ταξίδι και ένα γλυκάκι από την Caffetteria Del Teatro Pasticceria που είναι στον ίδιο δρόμο στο νούμερο 22, και φύγαμε για την σαγηνευτική Cesena. Από εκεί που έχουμε παρκάρει, θα μας πάρει μόλις 23 λεπτά οδήγησης.

    Η Cesena μας περίμενε. Ηλιόλουστη και ζωντανή, με παρέες φίλων να περπατούν τους δρόμους της συζητώντας ζωηρά, με τα καφέ και τα μπιστρό γεμάτα με χαρούμενες συντροφιές, με τις βιτρίνες της λαμπερές και δελεαστικές και τις πλατείες της αγγελικά πλασμένες!

    Ακολουθείστε με στην Piazza del Popolo, την επιβλητική κεντρική πλατεία με τα χαριτωμένα μαγαζάκια και το γλυπτό σιντριβάνι κομψοτέχνημα Fontana Masini. Όταν ο ήλιος δύσει κι η νύχτα αγκαλιάζει την πόλη, ο φωτισμός δίνει μια διαφορετική όψη τόσο μαγική όσο και μυστηριώδη. Ελάτε να τριγυρίσουμε στα θελκτικά σοκάκια γύρω από την πλατεία, να ανέβουμε τα σκαλιά δίπλα στο κάστρο, να τα κατέβουμε, να φωτογραφίσουμε το μεγαλείο του, να χωθούμε στα σοκάκια τριγύρω, να ανακαλύψουμε την πλατεία στην Vicolo Cesuola 19, όπου μας περιμένουν αλλεπάλληλες εκπλήξεις από τα ταλαντούχα χέρια του Leonardo Lucchi, να κάνουμε μια στάση στην Piazza Almerici πίσω από το Palazzo del Ridotto και να σας κεράσω μια πιτσούλα – ορίστε; τί είπατε; πάλι πίτσα; ε βρε παιδιά, στην Ιταλία είμαστε! – στο γλυκούλικο Piotto. Την προτιμάτε με αλλαντικά, με λαχανικά, με μανιτάρια, με κολοκυθοκορφάδες, με αυγουλάκι, με μελιτζάνες, με ντομάτα και ελίτσες; ότι κι αν σας αρέσει, θα το βρείτε εδώ.

    Εφόσον έχει ήλιο, ας καθίσουμε έξω στα πολύχρωμα τραπεζάκια, να χαζεύουμε το παλάτι και τους περαστικούς. Οι οποίοι, παρεμπιπτόντως είναι υπέρκομψοι, κι επειδή κι εμείς θέλουμε να είμαστε το ίδιο κομψές – οι φίλες μου – αξίζει να κάνουμε μια μικρή σπατάλη στο Rinascimento Cesena – Abbigliamento Donna, στην οδό Via Zeffirino Re 19, όπου δεν θα μας κάνουν σκόντο, αλλά μόλις θα κοιταχτούμε στον καθρέφτη θα το καταπιούμε με χαμόγελο … ντίβας του σινεμά!

    Τώρα, ικανοποιημένες οι γυναίκες με τα ψώνια μας αλλά και οι άντρες της παρέας που ξεμπέρδεψαν μ’ αυτό το μαρτύριο, μπορούμε να πάμε για καφεδάκι. Θα περπατήσουμε στην οδό Corso Gastone Sozzi, και στο νούμερο 16 θα καθίσουμε έξω στο καλντερίμι του Caffetteria Del Corso να πιούμε φανταστικό εσπρέσο και να επιλέξουμε και μια λιχουδιά.

    Πριν τελειώσει η μέρα, δεν γίνεται να μην κατευθυνθούμε προς το ποτάμι και το ονειρευτό Ponte Vecchio. Η διαδρομή στα δρομάκια της πόλης έως το γεφύρι είναι το ίδιο ικανοποιητική όσο και ο προορισμός. Ρομαντικό και χάρμα οφθαλμών θα μας βυθίσει στη σαγήνη του και θα δημιουργήσει μια ευχάριστη ανάμνηση για το μέλλον. Νομίζω ότι μία μέρα στην Cesena δεν είναι αρκετή. Σίγουρα θα πρέπει να μείνουμε τουλάχιστον δύο, γιατί η ομορφιά της είναι τόσο απατηλή που δεν θα μας αφήσει να απομακρυνθούμε νωρίτερα.

    Κι έτσι, μέσα σε ένα τριήμερο έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε δύο ξεχωριστά μέρη της Ιταλίας, το παραλιακό Τσεζενάτικο και την Τσεζένα και να τα ερωτευτούμε για την αρχιτεκτονική τους, την ομορφιά τους, τη φιλοξενία τους, την καθαριότητά τους καθώς και για τους γευστικούς τους πειρασμούς.

    Η βόλτα μας τελειώνει κάπου εδώ για σήμερα.

    Ελπίζω να περάσατε ωραία.

    Σας ευχαριστώ για την παρέα,

    σας φιλώ γλυκά,

    Άννα.

     

     

     

     

  • Βαρσοβία-Warsaw-Warszawa

    Βαρσοβία-Warsaw-Warszawa

    Πριν φτάσω στη Βαρσοβία, είχα την εντύπωση ότι θα βρεθώ σε μια πόλη που θα δείχνει φτωχή και υποβαθμισμένη, ή έστω κάπως ταλαιπωρημένη. Λίγο η ιστορία της, λίγο η σκέψη της ολικής της κατεδάφισης στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο (η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Ναζί, στα συντρίμμια της απέμειναν μόλις 1.000 κάτοικοι, αλλά μεταπολεμικά, ανοικοδομήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σύμφωνα με το παλιό σχέδιό της), λίγο το υποτιμημένο νόμισμά της, πίστευα πως η πρωτεύουσα της Πολωνίας θα ήταν κάπως πιο πίσω από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το πόσο λάθος έκανα, το υποψιάστηκα με την πρώτη ματιά που ρίξαμε η μία στην άλλη (δεν λέω βέβαια, ότι δεν αντιλαμβάνεται ο επισκέπτης πως η πόλη έχει βγει από ένα δύσκολο κομμάτι της ιστορίας) , και το επιβεβαίωσα μόλις μπήκαμε στο ταξί που μας μετέφερε από το Αεροδρόμιο ως το κέντρο της πόλης – από την ευγένεια του οδηγού ως την κλασσική μουσική που απολαύσαμε σ’ όλη τη διαδρομή, οι πρώτες εντυπώσεις ήταν απροσδόκητα ενθαρρυντικές. Δεν ήταν τυχαίο, βέβαια, αφού μιλάμε για την πόλη του Σοπέν!

    Και ναι, η Κρακοβία είναι γνωστή και τουριστική, το Βρότσλαβ γραφικό και παραμυθένιο, αλλά εγώ ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα και την Βαρσοβία! Απλότητα, καθαριότητα, τάξη, άπλα, πράσινο, ομορφιά, ζωντάνια, ευγένεια, άψογη οδική συμπεριφορά, παροχές!

    Ελάτε λοιπόν, πάμε, γιατί δεν κρατιέμαι!

    Η καρδιά της Βαρσοβίας χτυπάει στη Νέα Πόλη. Μείνετε κάπου κοντά στη Nowy świat (= Νέος κόσμος ), ή κοντά στο Παλάτι του Πολιτισμού και της Επιστήμης. Όλη η ζωή της πόλης, τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα καφέ, τα εμπορικά, βρίσκονται ανάμεσα σε τέσσερα σημεία: στο Παλάτι Πολιτισμού και Επιστήμης, στη Nowy świat, στη Świętokrzyska και στην AlejeJerozolimslie. Αν δείτε έναν χάρτη, θα καταλάβετε ότι το κέντρο είναι σ’ αυτό και γύρω από αυτό το τετράγωνο. Εννοείται ότι θα απλωθούμε πολύ περισσότερο, απλά ήθελα να σας δώσω μία πρώτη ιδέα.

    Ένα βασικό στοιχείο για να ξεκινήσουμε, είναι το νόμισμα. Η Πολωνία έχει Ζλότι και όχι Ευρώ, οπότε, μόλις φτάσετε στο αεροδρόμιο, κάντε 20€ σε Ζλότι σε κάποιο ΑΤΜ, για να πληρώσετε το ταξί σας, και μετά, όλα σας τα χρήματα θα τα αλλάξετε – σταδιακά, όχι όλα μαζί – στο TAVEX, Świętokrzyska 32. Δίνει την καλύτερη ισοτιμία όλων. Εξακριβωμένα!

    Τον Απρίλιο του 2019, με 1,00 ευρώ, έπαιρνες 4,27 Ζλότι. Το ταξί από το αεροδρόμιο ως το Παλάτι Πολιτισμού και Επιστήμης, μας στοίχισε 50 Ζλότι, δηλαδή, περίπου 12 ευρώ.

    Ένα δεύτερο στοιχείο, είναι η γλώσσα. Αρκετοί πολωνοί μιλούν Αγγλικά, αλλά μπορεί και να χρειαστεί να χρησιμοποιήσετε … τη γλώσσα του σώματος, μια και τα Πολωνικά είναι ιδιαίτερα δύσκολα! Το «ευχαριστώ» προφέρεται «ντζενγκούγιε», και είναι η μόνη λέξη που αντάλλαξα στα Πολωνικά, σε διάρκεια 15 ημερών!

    Άντε λοιπόν, μην καθυστερείτε! Προμηθευτείτε τον χάρτη σας, και φύγαμε!

    Πάμε να περπατήσουμε στον γραφικό πεζόδρομο της οδού Chmielna και στα γύρω δρομάκια. Να χωθούμε ανάμεσα στα κάθε λογής μαγαζιά και να τριγυρίσουμε.

    Όμως … για σταθείτε λίγο! Δεν σας μυρίζει κάτι γλυκό; Κάτι που θυμίζει κέικ και μπισκοτάκια; Νομίζω ότι ξέρω από πού έρχεται η μοσχοβολιά. Από ένα τοσοδούλικο μαγαζί με στενή πρόσοψη. Ας πλησιάσουμε να δούμε προς τί αυτή η ουρά από κόσμο. Να ορίστε, βλέπω στη λιλιπούτεια βιτρίνα ταψιά το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο με κάτι αφράτα γλυκά ντόνατς! Αυτά τα ντόνατς που γεύτηκα σε όλη την Πολωνία ήταν τα καλύτερα που έχω δοκιμάσει, φρεσκότατα, και παρότι θα βρείτε πολύ κόσμο να περιμένει, πιστέψτε με, αξίζει την αναμονή.

    Πάμε στο «Cukiernia Pawłowicz» λοιπόν, (cukierni σημαίνει ζαχαροπλαστείο, οπότε θα το δείτε σε πολλές επιγραφές), στην Chmielna 13, που είναι κάθετη στην Nowy świat. Η ουρά μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά εξυπηρετούν πολύ γρήγορα. Η αγαπημένη μου επιλογή είναι κλασικό Nutella. Μην ζητήσετε πραλίνα, δεν θα σας καταλάβουν. Ζητείστε Nutella. Υπάρχουν φυσικά πάμπολλες επιλογές, με καρύδα, με βατόμουρο – η Πολωνία έχει πολλά βατόμουρα, οπότε θα βρείτε βατόμουρα σε κάθε έκδοση, σε μαρμελάδα, παγωτό, γέμιση κλπ. – με κρέμα μπανάνα και ότι λαχταρήσει ο ουρανίσκος σας, αλλά εγώ, αυτό με τη Nutella δεν το αλλάζω.

    Τώρα, αφού φάγαμε και βαρύναμε, λέω να κατηφορίσουμε την οδό Krucza να στρίψουμε δεξιά στη Wspolna και αριστερά στη λεωφόρο Marszałkowska 78/80 και να μπούμε στο “RossmannDrogeria”,( ένα από τα καλύτερα, με τη μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων από τα περισσότερα Rossman του κέντρου), να ψωνίσουμε καλλυντικά. Rossmann θα βρείτε παντού στην Πολωνία, κάθε δρόμος κι ένα Rossmann, έχουν πολύ καλές τιμές, εξαιρετική ποιότητα και δικά τους προϊόντα. Οι πωλήτριες ξέρουν συνήθως αγγλικά και θα σας βοηθήσουν να βρείτε αυτό που ψάχνετε. Έτσι, δεν χρειάζεται να κουβαλάτε τα καλλυντικά σας από το σπίτι σας. Τα προμηθεύεστε εδώ. Εγώ απ’ όσες κρέμες προσώπου αγόρασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένη. Όχι; Δεν θέλετε; Εντάξει τότε, όπως επιθυμείτε. Πάμε για καφέ λοιπόν.

    Ο ναός του καφέ στη Βαρσοβία είναι τα “Green Caffé Nero”. Θα τα συναντήσετε παντού, έχουν πολύ ωραίο Αμερικάνο καφέ, λαχταριστά φρέσκα γλυκά, κάθε χώρος είναι διαφορετικά διαρρυθμισμένος και διακοσμημένος, είναι όμως όλα πολύ ζεστά, χουχουλιάρικα, καθαρά, με γωνιές για κάθε γούστο. Βουλιάζεις στην πολυθρόνα σου, κάπου εκεί κοντά θα υπάρχει και μια βιβλιοθήκη με τα ράφια της γεμάτα ιστορίες, και χαζεύεις την απέναντι πλατεία με το εκκλησάκι ή την πολύβουη λεωφόρο ή το ήσυχο παρκάκι, ενώ δύει ο ήλιος, από την τζαμαρία που τυλίγει τα Green caffé nero περιμετρικά. Φυσικά, είναι self-service, και το μενού είναι στον τοίχο, στα αγγλικά! Oh yes!

    Τώρα που ήπιαμε καφέ, μπορώ να σας προτείνω μερικές ωραίες βόλτες. Μία εύκολη και ξεκούραστη, χαλαρή με άλλα λόγια, είναι στο Εθνικό Πάρκο – Saxon Garden, μία πιο δύσκολη, με περισσότερο περπάτημα αλλά απείρως ωραιότερη, είναι στο αγαπημένο Πάρκο Λαζένκι – Łazienki Park με το ομώνυμο ανάκτορο, τα νερά του, τα γεφυράκια του, το μνημείο του Σοπέν και πλήθος όμορφων διαδρομών.

    Μια μέρα ολόκληρη εκεί δεν φτάνει!

    Φυσικά, θα πάμε και μια βόλτα στην Παλιά Πόλη, που αφού ισοπεδώθηκε από τους Ναζί, ξαναχτίστηκε ακριβώς όπως ήταν πριν. Περπατήστε την και φωτογραφηθείτε, ερωτευτείτε και συγκινηθείτε. Αν ο καιρός είναι καλός θα απολαύσετε πολύ περισσότερο την παλιά πόλη απ’ ότι εμείς που πήγαμε χειμώνα, γιατί είναι πιο ζωντανή, με τραπεζάκια έξω από τα καφέ, με κόσμο να πηγαινοέρχεται και να βιώνει την παραμυθένια ατμόσφαιρα ανάμεσα στα χρωματιστά κτίρια της παλιάς πόλης.

    Μία ακόμη γοητευτική βόλτα είναι αυτή στη γειτονιά γύρω από το Πανεπιστήμιο, στην αρχοντική Krakowskie Przedmieście, ή πίσω από το Πάρκο Kazimierzowski , στην μικρούλα Radna που γειτονεύει με την κάτω πλευρά του Park Kazimierzowski.

    Και τις καλύτερες προτάσεις σας τις κράτησα για το τέλος! Όποια εποχή κι αν βρεθείτε εδώ, δεν πρέπει να παραλείψετε έναν περίπατο δίπλα στον Βιστούλα, το ποτάμι που δροσίζει την πρωτεύουσα. Η bulwar Flotylli Wiślanej (Bulwary Wiślane) που εκτείνεται από τη γέφυρα Poniatowski Bridge έως το κάτω μέρος του πάρκου Solec περίπου, θα σας αναζωογονήσει και θα σας πλουτίσει σε εικόνες. Μην ξεχάσετε, στην αρχή της διαδρομής να πείτε “γεια” στην γοργόνα της Βαρσοβίας εκ μέρους μου!

    Λίγο ακόμη θα περπατήσουμε, για να χαρούμε το ωραιότερο κομμάτι του βασιλικού δρόμου, δηλαδή την περίφημη Krakowskie Przedmieście. Αποκλείεται να μην φωτογραφηθείτε μαζί της!

    Όπως καταλάβατε, τα πάρκα στη Βαρσοβία είναι πολλά και οι δυνατότητες για περπάτημα απεριόριστες, όμως, μετά από τόσα χιλιόμετρα, εγώ πείνασα! Κι έτσι όπως σας πήγα όλες τις βόλτες μαζεμένες, έτσι θα σας ξεναγήσω και στα αγαπημένα μου εστιατόρια…

    Θα ξεκινήσω λοιπόν με το πιο ακριβό, πρόταση του Δημήτρη και της Σοφίας, που μας πρόσφερε ένα αξιομνημόνευτο δείπνο, από αυτά που δεν γεύεσαι συχνά:

    TAPAS Gastrobar Casa Pablo”, στην οδό Grzybowska 5a. Είναι ισπανικό, και εδώ πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσετε δύο πιάτα:

    1.: Shrimp Garlic Sauce, και

    2.: Salmon Semi Marinado. Πιστέψτε με, είτε σας αρέσει ο σολομός, είτε όχι, αυτή τη γεύση δεν θα την ξεχάσετε ποτέ!

    Το αμέσως καλύτερο φαγητό, το απόλαυσα στο “Pho Lovers”, στην οδό Tamka 45A. Είναι 7 λεπτά με τα πόδια από την αρχή

    της Nowy świat, είναι Βιετναμέζικο, πολύ οικονομικό, είναι self service και το λάτρεψα! Έφαγα δύο φορές εδώ και αν ζούσα στη Βαρσοβία, θα έτρωγα μέρα παρά μέρα! Ακόμη και αν έχετε εμπειρία από Βιετναμέζικο στην Ελλάδα και δεν το συμπαθείτε, σας παρακαλώ να το τολμήσετε. Έχω φάει σε ακριβά βιετναμέζικα σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, και το φαγητό εδώ είναι μακράν το καλύτερο και αρκετά φτηνό. Πιάστε θέση, πηγαίνετε στο πάσο των παραγγελιών, ζητείστε το αγγλικό μενού και θα σας ειδοποιήσουν με το μικρό κοντρόλ που σας δίνουν.

    Εδώ προτείνω:

    1. τη σούπα νούμερο 8: Pho with shrimps με υπέροχες γαρίδες (πάρτε το μικρό μέγεθος γιατί οι μερίδες είναι τεράστιες ),

    2. το νούμερο 26: Noodles with shrimps,

    3. το πιάτο 24: Noodles with duck, και

    4. το πιάτο 37: Spicy beef. Είναι ελάχιστα πικάντικο, εκτός και αν προσθέσετε σάλτσα τσίλι από τα βαζάκια στο τραπέζι. Εμείς το βρήκαμε πεντανόστιμο.

    Δεν εννοώ, βέβαια, να τα παραγγείλετε όλα αυτά μία φορά, εκτός και αν είστε 3-4 άτομα. Προσέξτε λίγο την δεξιά στήλη του μενού, που είναι το ταϋλανδέζικο, γιατί όλα περίπου τα πιάτα έχουν γάλα καρύδας, που είναι πολύ ιδιαίτερη η γεύση του.

    Συνεχίζουμε την γαστροβόλτα μας, με την καλύτερη πίτσα που δοκίμασα στην πόλη: “Pizzeria Tutti Santi” στην οδό Królewska 18 και Graniczna. Οι επιλογές πολλές, εγώ αγαπώ τις πικάντικες, που δεν με απογοήτευσαν. Ο καθένας καλό θα είναι να διαλέξει την δική του, γιατί έχουν λεπτή ζύμη και επομένως, με μία χορταίνει ένας μέσος καλοφαγάς.

    Πώς τα πάτε από στομάχι; Αν είστε ανθεκτικοί στη βαριά κουζίνα της Πολωνίας, ελάτε να δοκιμάσουμε τα παραδοσιακά τους πιάτα (Goląbki, Rosól, Bigos, Pierogi ) σε δύο μπιστροφαγάδικα. Το πρώτο είναι το “Bar Mleczny Prasowy” και βρίσκεται στην Marszałkowska 10/16, και το δεύτερο είναι το “Gdański Bar Mleczny”, στην Gen. W. Andersa 33.

    Για το τέλος σας έχω το γλυκό. Πλησιάστε στην καφετέρια “Croque Madame”, στην οδό Nowy Świat 41, και ρίξτε μια ματιά στη βιτρίνα-ψυγείο! Θα ανακαλύψετε μερικά από τα ωραιότερα μαρεγκογλυκά της Βαρσοβίας!! Εγώ έχω πάθει έρωτα με τη γεύση Τιραμισού! Μπορείτε επίσης να το πάρετε πακέτο, ή να φάτε πρωινό εδώ, με αυγουλάκια και άλλα πολύ συμπαθητικά πιάτα, σε μια ρομαντική και προσεγμένη ατμόσφαιρα.

    Νομίζω πως κάπου εδώ θα σας αφήσω να συνεχίσετε μόνοι σας… Να έχετε κατά νου ότι η Βαρσοβία είναι η γενέτειρα του Σοπέν, και μπορεί να έχετε την τύχη να παρακολουθήσετε στην πόλη ένα ωραίο κονσέρτο ή μία όπερα στο “Teatr Wielki – Polish National Opera”, οδός Plac Teatralny 1, ή στο “Chopin Point Warsaw”, οδός Krakowskie Przedmiescie 83, είτε στο Multimedia Fountain Park αν βρεθείτε στην πόλη καλοκαίρι, κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.

    Κάπως έτσι μελωδικά σας χαιρετώ για σήμερα.

    Μέχρι την επόμενη συνάντησή μας, καλά να περάσετε!

    Σας φιλώ γλυκά,

    Άννα.

  • Δύο βλάχοι στο … Μπαλί !

    Δύο βλάχοι στο … Μπαλί !

    Από την Ελευθερία Μακρυγιάννη

    Είμαι κατά το ¼ Βλάχα και δεν το γράφω καθόλου υποτιμητικά!

    Δουλεύω σπαστό ωράριο, ο μικρός κοιμάται, αποφασίζω να ξαπλώσω δέκα λεπτά πριν ξαναετοιμαστώ για το φαρμακείο.

    Με το που με παίρνει ο γλυκός ο ύπνος χτυπάει το κινητό μου τηλέφωνο τόσο εκνευριστικά και όταν μάλιστα βλέπω νούμερο από Θεσσαλονίκη λέω από μέσα μου:

    -Βρωμοεταιρίες, τώρα θα δείτε! Παρακαλώ!; (Εκνευρισμένη)

    -Καλησπέρα σας η κυρία τάδε…;

    -Μάλιστα η ίδια πείτε μου…! (κοφτά εκνευρισμένα!)

    -Σας τηλεφωνούμε από την τάδε εταιρία έχετε κερδίσει…

    Στο «κερδίσει» έχω σηκωθεί τρέμοντας και τρέχω στο σαλόνι και βάζω ανοιχτή ακρόαση να ακούει ο Κωστής, το άλλο μου μισό και πατέρας του παιδιού μου. Συνηθισμένη από το να κερδίζω σε διαγωνισμούς και ακούγοντας την εταιρία λέω ουαου κέρδισα φωτογραφική μηχανή, που ήταν το δεύτερο δώρο!

    -… έχετε κερδίσει το ταξίδι για δύο άτομα στο μαγευτικό και εξωτικό Μπαλί!

    Κωστής: -Αντε μανάρι, ποιο Μπαλί, θα πάμε στην Κρήτη να δεις τον θειο σου…

    Οι άλλοι στο τηλέφωνο μαζεμένοι καμία δεκαριά άτομα που έκαναν την κλήρωση έχουν λιώσει

    στο γέλιο.

    Αφού μας εξηγούν και τρέμουν τα πόδια μου, πρέπει να αποφασίσουμε εντός δευτερόλεπτου, εάν θα πάμε αλλιώς θα επαναλάβουν την κλήρωση…

    -Ναι ναι!, φωνάζω…πότε;

    -Στα μέσα του ερχόμενου Νοέμβρη, τις λεπτομέρειες θα τις συζητήσετε με τον ταξιδιωτικό πράκτορα.

    -Μπααα! Ψελλίζει ο Κωστής. Έχει το ντέρμπι τότε! έχουμε έδρα!….

    Η αλήθεια είναι πώς σκέφτηκα για λίγο… όχι ρε συ έχει το ντέρμπι….

    Βγάλαμε διαβατήρια, αποφασίσαμε ημερομηνίες, κλείσαμε ταξί για το αεροδρόμιο να είμαστε

    άρχοντες… κλπ κλπ

    Μην κάνετε συνάλλαγμα ΠΟΤΕ πριν τη φυσούνα…

    Μπήκαμε σε ένα τεράστιο αεροπλάνο κατακίτρινο, εγώ άρχισα να έχω ταχυπαλμία και σκεφτόμουν αν θα κατέβουμε ΤΩΡΑ, αν προλαβαίνω… Αν θα ξαναδώ το γιο μου! κοίταζα ξανακοίταζα τους διαδρόμους του αεροπλάνου έβλεπα το μποτιλιάρισμα και κιτρίνιζα κι εγώ.

    Καθίσαμε τέρμα πίσω σε διπλή θέση ακριβώς δίπλα στην τουαλέτα, η ζώνη μου δεν κούμπωνε καν, τα χερούλια της θέσης ήταν ξεχαρβαλωμένα.

    Κάποτε είχα μπει σε παρόμοιο ΚΤΕΛ διαδρομή Καλαμπάκα – Καστανιά.

    Οι ώρες περνούσαν η θέα πανέμορφη…

    Που είναι οι οθόνες στις θέσεις; Οι ταινίες; Το ίντερνετ; Το νερό; Το φαγητό; Όλα όσα έλεγαν οι διάφοροι γνωστοί μας για τις 12 ώρες πτήσεις;

    Μαξιλάρια; Κουβέρτες; ΤΙΠΟΤΑ!!!

    Δεν υπερβάλλω καθόλου! Δεν μας μιλούσαν καν οι αεροσυνοδοί!

    Είχαμε πληροφορηθεί όμως ότι είναι low cost (χαμηλού κόστους) η εταιρία… έτσι είχαμε χειραποσκευή με προμήθειες αλλά δεν κατέβαινε μπουκιά με τόσο άγχος!

    Μετά από 11ωρες και 40 λεπτά είδαμε εκατοντάδες πλοία στο λιμάνι της Σιγκαπούρης να φέγγουν σαν πυγολαμπίδες το ξημέρωμα..

    Ανασκουμπώνομαι με χαρά να αλλάξω πτήση.. έμαθα τώρα πια!

    Ανοίγω τσάντα.. βγάζω κουτάκι τσίχλες δυόσμο, δίνω μία του Κωστή τρώω μία κι εγώ… να μη βρωμάει ο στόμας μας στους Σιγκαπουριανούς!

    Ακούω κοπέλα να μιλάει ελληνικά…

    -Μαμαααααα;;; Να έχεις τσίχλα στην Σιγκαπούρη δεν τιμωρείται με φυλάκιση;

    Αρχίσαμεεεε…

    Αυτή η κοπέλα με την οικογένειά της έμελλε να γίνει ο σωτήρας μας αφού τους ακολουθούσαμε μέσα στο αχανέστατο αεροδρόμιο της Σιγκαπούρης – σε απόσταση ασφαλείας για να μη γίνουμε ρόμπες! Όλα ήταν κλειστά γιατί η ώρα ήταν 4:30 το πρωί.

    Είχαμε προμηθευτεί τα χαρτάκια τράνζιτ, παρακολουθούσαμε τι έκαναν οι άλλοι.. γράψαμε τα στοιχεία μας περάσαμε τον έλεγχο και με δαχτυλικά αποτυπώματα παρακαλώ… και ωωωωωω: Μετρό δικέ μου μέσα στο αεροδρόμιο!!!

    Μα πόσο βλάχοι είμαστε ρε Κωστή;

    Πάμε να πάρουμε βαλίτσες…

    Πουθενά οι βαλίτσες… πάει και η τελευταία… η δική μας; Που είναι; Που;;;

    Κρύος ιδρώτας…

    -Όχι που θα ήταν όλα ρόδινα, είπα ή φώναξα κλαίγοντας δε θυμάμαι.

    Σε ταξίδι που κερδίσαμε.

    Μας έφαγαν, μας μάτιασαν, μας έχουν φάει σου λέω! Έχουν μείνει 2 ώρες και δεν ξέρουμε καν

    πού στο καλό θα βρούμε το αεροπλάνο για Μπαλί!!??

    Τρέχω σε μια αμούγκριστη που δεν κουνιόταν καν…»μπλα μπλα μπλα» της λέω… με κοιτάζει με βλέμμα αγελάδας και μου δείχνει ένα αυτοκόλλητο πάνω στο εισιτήριό μου που έλεγε πώς οι βαλίτσες, βλάχα, αλλάζουν πτήση χωρίς τη δική μας βοήθεια…!

    Ανακουφισμένη, που δεν μπορούσε να με κοροϊδέψει κανείς και να το καταλάβω δηλαδή, το έπαιζα τουρίστρια μετά και έβγαζα φωτογραφίες ακόμα και την παχιά-παχιά μοκέτα.

    -Κωστή κοίτα! Λιμνούλα με χρυσόψαρα τεράστια… σαν αυτά που έχει στον Άγιο Δημήτριο στη Σκύρο..

    Με τα πολλά… μπήκαμε σε ένα πάρα πολύ μικρό αεροπλανάκι της ίδιας εταιρίας. Στριμοκωλέ… δίπλα μου μελαμψός νταγκλαράς φουλ αρωματισμένος ντυμένος με φλοράλ μαγιό και πουκάμισο χωρίς καμία χειραποσκευή μόνο με το διαβατήριο στο χέρι.

    Ύποπτος! Σκέφτηκα.. Πού πάμε Μάνααααααα!!!

    Συνεχίζεται…😁